Skip to main content

Posidonia Sea Tourism Forum: Ολική επαναφορά για την κρουαζιέρα μετά την πανδημία

Ο αριθμός των επιβατών που θα κάνουν τις διακοπές τους με κρουαζιερόπλοια αναμένεται να φτάσει φέτος τα 33 εκατομμύρια

Δυναμικά επανακάμπτει σε παγκόσμιο επίπεδο η κρουαζιέρα, μετά την καθίζηση που υπέστη ο κλάδος κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Για τη φετινή χρονιά ο αριθμός των επιβατών που θα κάνουν τις διακοπές τους με κρουαζιερόπλοια αναμένεται να φτάσει τα 33 εκατομμύρια, αριθμός κατά 11% αυξημένος σε σχέση με το 2019, χρονιά ορόσημο για τον κλάδο. Αυτό ανακοίνωσε ο πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Εταιρειών Κρουαζιέρας (CLIA), Pierfrancesco Vago, από το βήμα του διεθνούς συνεδρίου Posidonia Sea Tourism Forum, οι εργασίες του οποίου άρχισαν σήμερα και ολοκληρώνονται αύριο στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος επισήμανε πως τα μηνύματα είναι πολύ αισιόδοξα για το μέλλον, καθώς έρευνα δείχνει ότι το 86% όσων είχαν πάει κρουαζιέρα πριν από τη δύσκολη τριετία δηλώνουν ότι θέλουν να τα ξανακάνουν.

Ο κ. Vado ανέφερε πως η Ευρώπη είναι η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά για τον κλάδο, με μερίδιο της τάξης του 21%. Και τόνισε πως η Ελλάδα έχει μία εξαιρετική ευκαιρία να ενδυναμώσει τη θέση της στον παγκόσμιο χάρτη ως κόμβος της κρουαζιέρας στην περιοχή, υπό την προϋπόθεση να βελτιώσει τις υποδομές της και να λύσει θέματα που σχετίζονται με τους τελωνειακούς ελέγχους, την έκδοση βίζας, αλλά και την υπερσυγκέντρωση τουριστών σε σημεία ενδιαφέροντος, όπως η Ακρόπολη.

Σε ό,τι αφορά το οικονομικό αποτύπωμα της κρουαζιέρας σημείωσε ότι ο κάθε επιβάτης αφήνει στην τοπική οικονομία τουλάχιστον 100 ευρώ, ποσό που φτάνει και τα 400 ευρώ όταν πρόκειται για home porting.

Ο πρόεδρος της CLIA αναφέρθηκε και στον στόχο της για μηδενικό ανθρακικό αποτύπωμα μέχρι 2050. Όπως είπε μέσα σε 15% μειώθηκαν κατά 55% οι εκπομπές άνθρακα, ενώ μέχρι το 2030 235 λιμένες θα κληθούν να προσφέρουν ηλεκτροδότηση στα πλοία.

Την ανοδική πορεία του κλάδου επιβεβαίωσε και η πρόεδρος της MedCruise, Figen Ayan. Ανέφερε πως η Μεσόγειος ήταν πρώτη περιοχή επανεκκίνησης κρουαζιέρας και πρόσθεσε πως το 2019 οι επιβάτες ήταν 31,15 εκ, ενώ το 2022 έφτασαν τα 24,37 εκ, δηλαδή ο αριθμός θα ήταν μεγαλύτερος σε σχέση με το διάστημα προ της πανδημίας, εφόσον τα πλοία δεν είχαν τους περιορισμούς στην πληρότητά τους.

Για νέα εποχή κι όχι επιστροφή στην πρότερη έκανε λόγο η γενική διευθύντρια της Διεθνούς Ένωσης Εταιρειών Κρουαζιέρας, Marie-Caroline Laurent. Ο δυναμισμός του κλάδου, σημείωσε, είναι έντονος, καθώς η αύξηση που παρουσιάζει είναι της τάξης του 69%, έναντι 61% στον γενικό τουρισμό, κάτι που, όπως είπε, δείχνει την εμπιστοσύνη των επιβατών.

Από την πλευρά της, η CEO της TUI Cruises, Wybcke Meier, σημείωσε πως υπάρχει μεγάλη ζήτηση φέτος το καλοκαίρι, καθώς οι επιβάτες έχουν συνειδητοποιήσει πως η κρουαζιέρα είναι από πιο άνετες και ασφαλείς διακοπές. Η δυναμική αυτή, όπως είπε, έχει οδηγήσει την ευκαιρία να αυξάνει συνεχώς από το 2014 τον στόλο της, ο οποίος θα ενισχυθεί με άλλα δύο νέα πλοία μέχρι το 2026.

Στη δρομολόγηση του νέου πλοίου της εταιρείας από τις 2 Σεπτεμβρίου αναφέρθηκε ο CEO της Celestyal Cruises, Κρις Θεοφιλίδης. Όπως είπε, το υπερπολυτελές Celestyal Journey, που θα έχει διπλάσιες σουίτες, θα αυξήσει τη χωρητικότητα του στόλου της εταιρείας κατά 30% και θα καλύψει τη ζήτηση για τη Θεσσαλονίκη, στην οποία η Celestyal λειτουργεί για δεύτερη περίοδο.

Στην ανάπτυξη του κλάδου στο λιμάνι του Πειραιά αναφέρθηκε ο πρόεδρος της ΟΛΠ AE, Yu Zenggang. Όπως είπε, μετά τον Μάιο του 2021 άρχισε εκ νέου η προσέγγιση πλοίων με 350 αφίξεις και 350.000 επιβάτες. Πέρσι οι προσεγγίσεις έφτασαν τις 670, εκ των οποίων το 65% ήταν home porting και οι επιβάτες τους 880.000, αριθμός που αντιστοιχεί στο 80% του 2019, που όμως χάρισε στο λιμάνι του Πειραιά την πρώτη θέση στη Μεσόγειο. Για το 2023 ανέφερε πως οι προκρατήσεις έφτασαν τις 800, εκ των οποίων το 80% home porting. Ο πρόεδρος της ΟΛΠ ανακοίνωσε επίσης ότι η εταιρεία επενδύει σε νέο τερματικό σταθμό, που θα έχει δύο νέες θέσεις 350 και 400 μέτρων, για να μπορεί να δεχτεί μεγάλης χωρητικότητας κρουαζιερόπλοια και τον οποίο θα προσπαθήσει να ολοκληρώσει τα επόμενα 2 με 3 χρόνια.