«Δεν είμαστε τρομοκράτες, είμαστε τα θύματα της τρομοκρατίας», λένε με μία φωνή οι περίπου 100 πρόσφυγες, στην πλειονότητά τους Σύροι και Ιρακινοί, που πέρασαν τη νύχτα σε σκηνές στην πλατεία Αριστοτέλους, κάτω από το Άγαλμα του Βενιζέλου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η συγκεκριμένη ομάδα προσφύγων, που μέχρι πρότινος φιλοξενούνταν στο Κέντρο Μετεγκατάστασης στα Διαβατά, πραγματοποίησε πορεία στο κέντρο της πόλης, σε μια ύστατη προσπάθειά τους να πιέσουν για να ανοίξουν τα σύνορα και να μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με προορισμό χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης.
Όπως διαμηνύουν, στόχος της κινητοποίησής τους είναι να ακουστούν τόσο από την ελληνική κυβέρνηση όσο και από τις κυβερνήσεις των Βαλκανίων. «Οι κυβερνήσεις και ο ΟΗΕ παίζουν με τις ζωές μας. Ζήσαμε για πέντε χρόνια τη φρίκη του πολέμου και τώρα είμαστε εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα και κανείς δεν ενδιαφέρεται για εμάς. Πού είναι τα Ηνωμένα Έθνη; Τι κάνουν για εμάς;», διερωτάται ο Σαχέρ, δάσκαλος 25 ετών από τη Συρία, που εδώ και ενάμιση περίπου μήνα βρίσκεται στην Ελλάδα. Αφού πλήρωσε 2.500 ευρώ σε Τούρκους διακινητές, έφτασε στη Λέσβο και από εκεί στον Πειραιά, για να πάει στην Αθήνα, από όπου μεταφέρθηκε στο κέντρο φιλοξενίας των Διαβατών.
Στόχος του είναι, όπως λέει, να καταφέρει να φτάσει στη Γερμανία, όπου βρίσκονται ήδη συγγενείς του, και να ξεκινήσει εκεί τη νέα του ζωή. Γνωρίζει ότι τα σύνορα είναι κλειστά και πως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες είναι άγνωστο το πότε και το εάν θα ανοίξουν, αλλά δεν θέλει να μείνει στη χώρα μας. «Η Ελλάδα είναι μια πολύ ωραία χώρα και οι Έλληνες μας έχουν βοηθήσει πολύ, αλλά δεν θέλουμε να μείνουμε εδώ, δεν έχει δουλειές. Πρέπει να παρέμβει άμεσα ο ΟΗΕ, που μέχρι σήμερα μας εμπαίζει, για να ανοίξουν τα σύνορα. Δεν έχουμε καμία σχέση με τους τζιχαντιστές, εμείς είμαστε τα μεγαλύτερα θύματα της τρομοκρατίας», επισημαίνει. Δίπλα του είναι αναρτημένο ένα πανό που γράφει: «Είμαι Βρυξελλιώτης, είμαι πρόσφυγας».
Μαζί με τον Σαχέρ έφτασε στην Ελλάδα και ο Αντνάν, 46 ετών, ο οποίος ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι της προσφυγιάς αφού έχασε τη γυναίκα του και την 4 ετών κόρη του από ρωσικούς βομβαρδισμούς. «Εύχομαι να είχα πεθάνει και εγώ, για να μη βρεθώ σε αυτή την κατάσταση», λέει και η φωνή του λυγίζει. Ο Αντνάν δεν έχει συγγενείς να τον περιμένουν σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα και θα πάει όπου πάνε τα «αδέρφια» του, στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο ή και βορειότερα. «Δεν ήθελα να εγκαταλείψω τη χώρα μου, αλλά δεν μπορούσα να μείνω αφού κατέρρευσε το σπίτι μου από τις βόμβες των Ρώσων. Είμαι και εγώ ένα θύμα του πολέμου, όπως οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι. Δεν διαλέγω κάποιο στρατόπεδο, το ίδιο κακοί είναι για μένα και το Ισλαμικό Κράτος, και ο Άσαντ, και η Ρωσία», δηλώνει.
Οι πρόσφυγες του «καταυλισμού» στο Άγαλμα του Βενιζέλου λένε πως δεν θέλουν να επιστρέψουν στα Διαβατά. «Η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη εκεί, το φαγητό ήταν λίγο και κακό, το νερό λιγοστό και κρύο, υπήρχε ελάχιστη φαρμακευτική περίθαλψη για τα άρρωστα παιδιά και τις άρρωστες γυναίκες, και μας αντιμετώπιζαν σαν αιχμαλώτους», τονίζουν.
«Μα εδώ είναι χειρότερα», τους απαντώ. «Το ξέρουμε, αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να μας ακούσουν. Αν μείνουμε στα Διαβατά θα μας ξεχάσουν και θα καταλήξουμε φυλακισμένοι», ανταπαντούν. Αρνούνται να πάνε και στην Ειδομένη, όπου μαθαίνουν για τις δραματικές συνθήκες που επικρατούν και φοβούνται για έξαρση επιδημιών. «Τα παιδιά μας αργοπεθαίνουν στην Ειδομένη και κανείς δεν κάνει κάτι για αυτά», δηλώνουν.
Με τα χρήματά τους να λιγοστεύουν και τις κακουχίες που έχουν περάσει να έχουν αφήσει ήδη τα αποτυπώματά τους στην υγεία τους, πολλοί από τους πρόσφυγες στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στους αλληλέγγυους, προκειμένου να έχουν ένα πιάτο φαγητό και λίγο νερό κάθε ημέρα. «Αν δεν υπήρχαν οι οργανώσεις αλληλεγγύης, οι ΜΚΟ και οι εθελοντές να μας βοηθούν, πολλοί από εμάς θα είχαν πεθάνει μέχρι σήμερα», λένε.