Skip to main content

Σε αύξηση των κρουσμάτων νοθείας οδηγεί το ράλι στην τιμή του λαδιού - Τι να προσέχουμε

Οι προσμείξεις, οι κίνδυνοι και η οικονομική απάτη με τα τεράστια κέρδη - Απλές οδηγίες με τις οποίες οι καταναλωτές μπορούν να ελέγξουν την ποιότητα του ελαιολάδου

Σε αύξηση των κρουσμάτων νοθείας οδηγεί το ράλι στην τιμή του λαδιού, που έχει σχεδόν διπλασιαστεί στο διάστημα των τελευταίων μηνών.

Εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία πολλών καταναλωτών να ανταποκριθούν στις αυξήσεις επιτήδειοι προφασιζόμενοι τους παραγωγούς τους πουλούν χύμα ελαιόλαδο έναντι 3 – 4 ευρώ το κιλό, το οποίο όμως συνήθως είναι κάποιο άλλου είδους έλαιο, στο οποίο έχουν προστεθεί χρωστικές ουσίες. Συχνά, μάλιστα προφασίζονται ότι το λάδι είναι περσινής παραγωγής, προκειμένου να δικαιολογήσουν την υποδιπλάσια τιμή από το ράφι του σούπερ μάρκετ. Με τον τρόπο αυτόν αποκομίζουν τεράστια κέρδη, καθώς υποδεέστερης ποιότητας λάδια σε διπλάσια τιμή.

Η νοθεία πλέον έχει γίνει αντικείμενο… εγκληματολογίας, λέει χαρακτηριστικά ο επίκουρος καθηγητής Χημείας του ΑΠΘ, Νίκος Νενάδης. Ο ίδιος σημειώνει ότι το φαινόμενο δεν είναι τωρινό. Άλλωστε, είναι γνωστά από τα προηγούμενα χρόνια περιστατικά νοθείας με ηλιέλαιο από την Ουκρανία, η τιμή του οποίου, όμως, επίσης έχει πάρει την ανιούσα μετά το ξέσπασμα του πολέμου τον Φλεβάρη του 2022. Απλώς έχει πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις το τελευταίο προφανώς λόγω της ακρίβειας, αποτέλεσμα της μειωμένης παραγωγής, με τους υποτιθέμενους παραγωγούς και πλανόδιους πωλητές να χρησιμοποιούν είτε σογιέλαιο ή κάποιας μορφής σπορέλαιο.

Μου έχει φέρει 20 με 25 δείγματα και ζήτημα να έχω πετύχει ένα που φάνηκε ότι μπορεί να ήταν παλιό και οξειδωμένο ελαιόλαδο. Τα υπόλοιπα φαίνονταν ότι ήταν πρασινωπά, αλλά είχαν το λάθος προφίλ με τις χρωστικές. Μάλιστα μου έχουν φέρει δείγμα που είχε χρώμα… απορρυπαντικού πιάτων. Δεν είχα δει ποτέ κάτι με τέτοιο πράσινο χρώμα», τόνισε ο κ. Νενάδης.

Τι πρέπει να προσέχουμε

Σύμφωνα με τον καθηγητή το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι ο κόσμος πείθεται να προμηθευτεί από κάποιον γνωστό του ή μη παραγωγό ένα έλαιο που του το δίνει με πολύ χαμηλό κόστος, μία συναλλαγή που έτσι κι αλλιώς είναι παράνομη για το κράτος. Ωστόσο, όπως λέει, η διάκριση είναι σχετικά εύκολη και μόνο από το άρωμα και βέβαια από τη γεύση.

«Το έλαιο αυτό έχει το πρασινο-φαιό χρώμα που έχει το ελαιόλαδο, αλλά μυρίζοντάς το δεν έχει το χαρακτηριστικό που έχει το παρθένο ελαιόλαδο, το οποίο παράγεται με φυσικούς τρόπους, χωρίς διαλύτες κλπ, όπως είναι όλα τα εξευγενισμένα, ηλιέλαιο, σπορέλαιο, σογιέλαιο αραβοσιτέλαιο. Κυκλοφορεί κάποια χρωστική, την οποία έβαζαν και το ηλιέλαιο από την Ουκρανία. Και χρώμα όμως να του βάλουν, δεν μπορούν να του βάλουν άρωμα. Οι χρωστικές του παρθένου ελαιολάδου -οι χλωροφύλλες που υφίστανται μετατροπή όταν παίρνουμε το λάδι από τον καρπό- έχουν ένα χαρακτηριστικό προφίλ που μπορούμε να το δούμε με ένα απλό όργανο. Το προφίλ αυτό είναι διαφορετικό, ακόμα κι αν το λάδι είναι παλιό. Το πρώτο καμπανάκι, λοιπόν, είναι ότι μας το πουλάνε 3,5 με 4 ευρώ. Δεν γίνεται, όταν υπάρχει πρόβλημα στην παραγωγή, να σου πωλούν 15 ευρώ το πεντάλιτρο, ακόμα κι αν σου λένε ότι είναι περσινό. Και το δεύτερο ότι δεν μυρίζει. Αν δοκιμάσουμε και λίγο, θα πρέπει να έχει μία γεύση, ενδεχομένως μία πικράδα ή να είναι και λίγο πικάντικο. Και στα πιο παλιά λάδια κάτι θα μυρίσει από ελαιόλαδο. Αυτά δεν ισχύουν ως χαρακτηριστικά οργανοληπτικά σε σπορέλαια. Τα νοθευμένα έχουν τη γεύση ενός λίπους, απλώς μια αίσθηση ότι είναι κάτι λιπαρό», τόνισε, σημειώνοντας πως στο Χημείο του Κράτους, όπου θεσμικά γίνονται οι αναλύσεις, μπορεί να διαπιστωθεί και η ταυτότητα του λαδιού, δηλαδή η φυτική του προέλευση.

Σύμφωνα, πάντως, με τον καθηγητή, δεν τίθεται θέμα ασφάλειας και κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Υπάρχει σαφής στόχος για κέρδος, που είναι τεράστιο στον τόνο, ακόμα και στην περίπτωση του ακριβότερου σήμερα ηλιέλαιου. Σε κάθε περίπτωση, είναι πιο ασφαλής η αγορά τυποποιημένων προϊόντων, όπως συστήνει και ο ΕΦΕΤ, για τα οποία έτσι κι αλλιώς ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια ελέγχου, σε περίπτωση που διαπιστώσει κάποιο πρόβλημα.

Οι διατροφικές διαφορές

Πέρα από την τιμή, βασική διαφορά που έχει το ελαιόλαδο σε σχέση με τα υπόλοιπα σπορέλαια είναι οι πολλές ευεργετικές ιδιότητες και ενώσεις που έχει, κυρίως όταν το καταναλώνεται ωμό. «Και τα σπορέλαια έχουν θρεπτικά συστατικά, είναι πλούσια σε πολυακόρεστα, δεν είναι όμως σταθερά. Κι επειδή μεσολαβούν χημικά -στο τέλος βέβαια όλα έχουν προδιαγραφές ασφαλείας- διατροφικά είναι υποδεέστερα. Επίσης, το πυρηνέλαιο, όπως και το απλό ελαιόλαδο και είναι μείγμα εξευγενισμένων. Ακολουθεί την ίδια διαδικασία με τα σπορέλαια συν ότι έχει και κάποιο ποσοστό παρθένου ελαιόλαδου σε βαθμό που δεν ορίζεται. Όλα έχουν την αξία τους, αλλά το παρθένο είναι πιο κατάλληλο για τη διατροφή», κατέληξε ο κ. Νενάδης.