Skip to main content

Επανεκκίνηση και ολοκλήρωση του μετρό Θεσσαλονίκης σε τρεις φάσεις

Ο υπουργός Υποδομών ενημερώνει τους φορείς της Θεσσαλονίκης για την άμεση επανεκκίνηση των κατασκευαστικών εργασιών στο μετρό.

Τρεις φάσεις περιλαμβάνει το πλαίσιο για την επανεκκίνηση μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου και την ολοκλήρωση του μετρό Θεσσαλονίκης στο πρώτο εξάμηνο του 2020, το οποίο παρουσιάζει σήμερα σε φορείς της πόλης ο υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Χρήστος Σπίρτζης.

Αναλυτικότερα οι τρεις φάσεις είναι:

Πρώτον: Άμεση επανέναρξη εργασιών στο βασικό έργο μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 2016, και συνέχισή τους με εντατικό ρυθμό, βάσει του ήδη υπάρχοντος χρονοδιαγράμματος. Το εν λόγω χρονοδιάγραμμα, ενσωματώνεται στο νέο οριστικό χρονοδιάγραμμα του έργου, που προβλέπει ολοκλήρωση της Α' Φάσης τον Μάρτιο 2017 και παράδοση του συνόλου του έργου το πρώτο εξάμηνο του 2020.

Δεύτερον: Έναρξη των αρχαιολογικών εργασιών με την υπογραφή σχετικής Συμπληρωματικής Σύμβασης (25 εκ.  ευρώ) μέσα στον Ιανουάριο 2016.

Τρίτον: Τίθεται προθεσμία μέχρι τον Απρίλιο 2016, μέσα στην οποία:

α) Πρόκειται να επιλυθούν όσες διαφορές εκκρεμούν ακόμη ενώπιον των διαιτητικών δικαστηρίων, μεταξύ της κοινοπραξίας και του Δημοσίου.

β) Θα συμφωνηθούν όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την ολοκλήρωση του έργου, μεταξύ των οποίων και το οριστικό χρονοδιάγραμμα εργασιών για τη δεύτερη φάση και την τελική ολοκλήρωση του έργου το πρώτο εξάμηνο του 2020. Κατόπιν τούτου, το αίτημα του αναδόχου για διάλυση της εργολαβίας καθίσταται άνευ αντικειμένου και, κατά συνέπεια, θα ανακληθεί με την πάροδο της προθεσμίας αυτής.

Τέλος, όσον αφορά το σταθμό Βενιζέλου, η κατασκευή του δεν ακυρώνεται αλλά μετατίθεται χρονικά, μέχρι την οριστική διευθέτηση της ανάδειξης και προστασίας των αρχαιοτήτων. μετά από διάλογο και συνεννόηση με το Υπουργείο Πολιτισμού. Μέχρι τότε, η κατασκευή του έργου θα προχωρήσει με όλες τις πρόνοιες για την ομαλή λειτουργία του συνόλου της βασικής γραμμής.

Εξάλλου, ο κ. Σπίρτζης χαρακτήρισε «τεχνικά εφικτότατη» τη συνύπαρξη των αρχαιοτήτων και του σταθμού (δείτε εδώ).

«Μ' αυτό το έργο, ολοκληρώνεται η προσπάθεια για την επανεκκίνηση μίας σειράς βαλτωμένων, κολλημένων έργων, που κληρονομήσαμε και τα οποία βάλαμε σε τροχιά πραγματικής υλοποίησης. Κατά τη διάρκεια των πολύμηνων διαπραγματεύσεων, αντιμετωπίσαμε ανυπέρβλητες εμπλοκές και προβλήματα. Προχωρήσαμε όμως. Και δίνουμε λύση», δήλωσε ο υπουργός και πρόσθεσε: «Σήμερα, θα έπρεπε όλοι οι Θεσσαλονικείς να μετακινούνται με το μετρό. Δυστυχώς όμως, οι προηγούμενες κυβερνήσεις, με τις συμβάσεις που υπέγραψαν σε μία σειρά κρίσιμων και μεγάλων έργων, έθεσαν το ελληνικό δημόσιο και τους πολίτες του, σε ομηρία. Τα έργα ανατέθηκαν χωρίς ολοκληρωμένες μελέτες, με ψεύδη χρονοδιαγράμματα, με δυσμενείς όρους για τις απαλλοτριώσεις και τις αρχαιολογικές εργασίες.

»Τα χρονοδιαγράμματα ήταν πλασματικά και οι προϋποθέσεις έγκαιρης και εντός προϋπολογισμών κατασκευής τους, ασαφείς και χαώδεις. Οι συνέπειες των προαναφερθεισών πολιτικών ήταν οδυνηρές για την κοινωνία. Πολύχρονες καθυστερήσεις, υπερβάσεις και αλλεπάλληλες νέες εργολαβικές διεκδικήσεις, τις οποίες κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε».

«Δεν μπορούσαμε όμως να αυτενεργήσουμε. Είμασταν δεμένοι με λεόντειες συμβάσεις παραχώρησης. Τα περίφημα "έργα Σουφλιά". Καταφέραμε όμως, μέσα από αυτή τη συμφωνία να φέρουμε τους εργολάβους προ των ευθυνών τους, πετυχαίνοντας την επανεκκίνηση και ολοκλήρωση των έργου, με διασφάλιση των συμφερόντων του δημοσίου. Σε διαφορετική περίπτωση, ο ελληνικός λαός θα πλήρωνε εκατομμύρια σε ρήτρες και  θα επαναλαμβανόταν το φιάσκο της υποθαλάσσιας αρτηρίας της Θεσσαλονίκης», κατέληξε, ο υπουργός Υποδομών.

Οι διεκδικήσεις της κοινοπραξίας

Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Υποδομών, τα πρωτογενή αιτήματα της Κοινοπραξίας προς τα διαιτητικά δικαστήρια με βάση τα πρακτικά ανέρχονται σε 720 εκ. €. Επειδή όμως, πολλά αιτήματα που απορρίφθηκαν επανυποβλήθηκαν τροποποιημένα, αθροιστικά πρωτογενή αιτήματα και επανυποβληθέντα ανέρχονται συνολικά σε ύψος περίπου 1,1 δισ. €.

Από αυτά (από το 1,1 δις €) έχουν δικαστεί και έχουν εκδοθεί αποφάσεις για περίπου λίγο πάνω από 600 εκ. € και έχουν επιδικαστεί στην Κοινοπραξία περίπου 80 εκ. €. Υπολείπεται η εκδίκαση περίπου 500 εκ. €.