Skip to main content

Στη Θεσσαλονίκη υπό βροχήν…

Οι επόμενες ώρες, αλλά και οι εβδομάδες και μήνες που ακολουθούν, είναι το καταλληλότερο διάστημα για να γνωρίσει κανείς τη Θεσσαλονίκη, αφού μπαίνει στην καλύτερη εκδοχή της

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που κουμπώνει καλύτερα με το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Ο αστικός ιστός, η αρχιτεκτονική των κτηρίων, τα χρώματα, με το γκρίζο και την ώχρα να κυριαρχούν, η υγρασία που λόγω Θερμαϊκού είναι πανταχού παρούσα. Ο χαρακτήρας της πόλης, αλλά και της κοινωνίας είναι… βαρύτερος του εθνικού μέσου όρου, καθώς προσομοιάζει περισσότερο με την Κεντρική Ευρώπη, παρά με το ανάλαφρο και πιο εξωστρεφές «ήλιος και θάλασσα» του ελληνικού νότου. Η βροχή -η κανονική βροχόπτωση και όχι κάποιος μελλοντικός… Ντάνιελ- στη Θεσσαλονίκη είναι περισσότερο ευεργετική στη διάθεση, παρά προβληματική, αν οι υποδομές είναι γερασμένες.

Με αυτά τα δεδομένα οι επόμενες ώρες, αλλά και οι εβδομάδες και μήνες που ακολουθούν, είναι το καταλληλότερο διάστημα για να γνωρίσει κανείς τη Θεσσαλονίκη. Τόσο εξωτερικά, εάν πρόκειται για επισκέπτη του Σαββατοκύριακου ή για κάποιον που φτάνει για πρώτη φορά στην πόλη, όσο και… εσωτερικά, κάτι που αφορά και τους ίδιους τους κατοίκους της. Διότι εάν και είναι δύσκολο να ζήσει κανείς στον τόπο της μόνιμης κατοικίας του ως επισκέπτης, δηλαδή κάτι σαν τουρίστας στη γειτονιά του έστω και για λίγες ημέρες, στη Θεσσαλονίκη ενδεχομένως αξίζει η προσπάθεια. Χρειάζεται γνώση της ιστορίας και της… μικροϊστορίας, αλλά και κάποιο ταλέντο, που ίσως δεν διαθέτουν όλοι. Και ασφαλώς πρόκειται για πιο κουραστική διαδικασία από την καθημερινότητα, στην οποία συχνά τα επαγγελματικά, οικογενειακά και προσωπικά ζητήματα «επιβάλλονται» σαρωτικά στο περιβάλλον. Έτσι -για παράδειγμα- η Εγνατία και η Τσιμισκή γίνονται δύο οποιοιδήποτε δρόμοι σε οποιαδήποτε πόλη της χώρας και του κόσμου, ενώ η Καμάρα, μπροστά και κάτω από την οποία περνούν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι, δεν συγκινεί περισσότερο από οποιαδήποτε πρόσοψη κτηρίου, δηλαδή καθόλου!

Αυτή την περίοδο που το κρύο δεν έχει ακόμη σφίξει και ο καιρός -ο μυστήριος καιρός της Θεσσαλονίκης, όπως θυμάται ο Βαγγέλης Γερμανός που σπούδασε στο Μαθηματικό τμήμα του ΑΠΘ στη δεκαετία του 1960- είναι συννεφιασμένος και βροχερός, με τη βροχή να κάνει την εμφάνισή της σχεδόν καθημερινά και να πέφτει αργά και σταθερά, οι ευκαιρίες για βόλτες είναι πολλές, πρωί και βράδυ. Το εμπορικό κέντρο της πόλης είναι η δημοφιλέστερη περιοχή, κάτι απόλυτα λογικό εάν αναλογιστεί κανείς τους δεκάδες αιώνες που συνυπάρχουν στο έδαφός του, στα μνημεία, όσο και στην ατμόσφαιρα του, που έρχεται από μακριά και πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Μια συνεχής ιστορία δεκάδων αιώνων, στην οποία συνυπήρξαν αυτοκρατορίες, λαοί, και πολιτισμοί, με βάση το εμπόριο, την κινητικότητα των ανθρώπων και τις δυνατότητες διεξόδων που εξασφαλίζει η θάλασσα, εν προκειμένω ο ορίζοντας του Θερμαϊκού κόλπου. Και μπορεί σήμερα η Θεσσαλονίκη, ως οικονομικός χώρος, να είναι αναντίστοιχη του παρελθόντος και να παλεύει να βρει τα πατήματα που θα την οδηγήσουν σε αναπτυξιακή πορεία στο μέλλον, αλλά τα θεμελιώδη που τη συντήρησαν επί αιώνες ως κομμάτι ενός ανοιχτού και κοσμοπολίτικου κόσμου υπάρχουν και εμφανίζονται καθημερινά μπροστά στον καθένα που ζει ή κυκλοφορεί στην πόλη. Με την προϋπόθεση ότι διαθέτει στοιχειώδη ευαισθησία και βασική ιστορική γνώση και συναίσθηση. Δεν είναι, όμως, μόνο η ιστορία. Ακόμη και η σημερινή αγορά της Θεσσαλονίκης, που στη διάρκεια της τελευταίας οικονομικής κρίσης και εθνικής χρεοκοπίας δέχθηκε σκληρά κτυπήματα από τα οποία προσπαθεί να αναρρώσει, χωρίς να τα έχει καταφέρει πλήρως, είναι ικανή να συγκινήσει ακόμη και τον πιο απαιτητικό καταναλωτή. Με απλά λόγια: αξίζει να την περπατήσει κανείς και να περιπλανηθεί στις καλαίσθητες βιτρίνες των τοπικών και των πολυεθνικών εμπορικών επιχειρήσεων. Όπως, επίσης, αξίζει να βολτάρει στο παραλιακό μέτωπο της πόλης με τα σύγχρονα τοπόσημα κατά μήκος του πλακόστρωτου και με φόντο το λιμάνι και τα θεόρατα εμπορικά πλοία, που έρχονται και φεύγουν. Και φυσικά η άνοδος στην Άνω Πόλη, που στην πράξη σημαίνει μια πολυδαίδαλη διαδρομή και είσοδο σε μια άλλη εποχή και σε μια διαφορετική κουλτούρα. 

Σε αυτό το κλίμα εντάσσεται ιδανικά η πιο δυναμική σύγχρονη ορατή επιχειρηματική δραστηριότητα, που είναι η εστίαση. Τα καφέ, τα μπαρ και οι ταβέρνες, που χωρίς να λανσάρουν πρωτοποριακές γευστικές ή αισθητικές προσεγγίσεις αποτελούν σύνολο υψηλής ποιότητας, που έχει καθιερωθεί ως σήμα κατατεθέν της πόλης, επειδή πρωτίστως συνιστούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής και της καθημερινότητας της πόλης. 

Η Θεσσαλονίκη υπό βροχήν -για να παραλλάξουμε και κάποιους λογοτεχνικούς τίτλους- είναι εν πολλοίς η καλύτερη εκδοχή της πόλης. Μιας Θεσσαλονίκης που την τελευταία δεκαετία αποβάλλει αργά αλλά σταθερά τα φοβικά σύνδρομα του Ψυχρού Πολέμου, υποδέχεται πολλούς ξένους και αυξάνει την επισκεψιμότητά της. Χωρίς να χάνει τον υγιή της… συντηρητισμό, αφού παραμένει πόλη σχετικά μικρού μεγέθους και στρυμωγμένη μεταξύ βουνού και θάλασσας, προσπαθεί βήμα βήμα να ανακτήσει κάτι από τον ιστορικό της κοσμοπολιτισμό, που έχει χαθεί τα τελευταία 115 χρόνια. Κάτι που έχει να κάνει αφενός με την τουριστική ανάπτυξη που καταγράφεται αποδεδειγμένα -τα πολλά ξενοδοχεία που έχουν λειτουργήσει τα τελευταία χρόνια και οι ποικίλες γλώσσες που ακούγονται στο δρόμο- και αφετέρου με την αλλαγή νοοτροπίας της τοπικής κοινωνίας, καθώς οι άνθρωποι της πόλης περπατούν κοιτώντας περιμετρικά και όχι μόνο ίσια μπροστά ή προς τα κάτω. Κι επειδή κάποιος σοφός που δεν ζει πια και την είχε μελετήσει εις βάθος, έχει κωδικοποιήσει τη συνθήκη της πόλης λέγοντας ότι «η Θεσσαλονίκη είναι για ανθρώπους με έτοιμα και όχι για ανθρώπους με αίτημα», εννοώντας την ασφυκτική αγορά εργασίας και τις περιορισμένες ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους που σε πολλές περιπτώσεις αναγκαστικά μεταναστεύουν, ίσως έρχεται η ώρα να αλλάξει κι αυτό. Ίσως, υπό βροχήν ή και υπό ηλιοφάνεια, η Θεσσαλονίκη να (ξανα)γίνει «μια πόλη για ανθρώπους τόσο με έτοιμα όσο και με αίτημα».