Skip to main content

Στην 45η θέση η Ελλάδα παγκοσμίως στον Δείκτη Καινοτομίας

Οι αυστηροί κανονισμοί και η υποανάπτυκτη χρηματοπιστωτική αγορά βάζουν εμπόδια στην καινοτομία

Η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλά στους διεθνείς δείκτες καινοτομίας και ψηφιακής οικονομίας, με σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες που επηρεάζουν την ανάπτυξή της.

Παρά τις καλές επιδόσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο και τις ψηφιακές μεταρρυθμίσεις, η χώρα υστερεί στην ανάπτυξη αγορών, επιχειρηματικής καινοτομίας και ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών. Οι βασικές αιτίες της υστέρησης περιλαμβάνουν το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, την περιορισμένη ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών και την απουσία κεφαλαιοποιητικού συνταξιοδοτικού συστήματος, παράγοντες που αποθαρρύνουν τη χρηματοδότηση καινοτόμων πρωτοβουλιών.

Η εν λόγω μελέτη του ΚΕΦΙΜ και του EPICENTER υπογραμμίζει την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την καινοτομία και την ψηφιακή οικονομία. Προτείνεται η απλοποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου, η αναβάθμιση των ψηφιακών υποδομών και η δημιουργία ενός ισχυρού κεφαλαιοποιητικού συνταξιοδοτικού πυλώνα που θα διευκολύνει τις επενδύσεις. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ΕΕ, μέσω της αυστηρής ρύθμισης της τεχνολογίας, αποθαρρύνει την καινοτομία, γεγονός που διευρύνει το χάσμα με τις ΗΠΑ στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας.

Χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Η Ελλάδα το 2024 κατατάσσεται στην 45η θέση ανάμεσα σε 133 οικονομίες στον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας, ο οποίος αξιολογεί την ικανότητα παραγωγής καινοτομίας σε πεδία όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο, το θεσμικό περιβάλλον, την επιχειρηματική ανάπτυξη, τις υποδομές, την τεχνολογική πρόοδο και τις δημιουργικές υπηρεσίες. Κατέχει επίσης την
38η θέση ανάμεσα στις 51 οικονομίες με το υψηλότερο εισόδημα, και την 28η ανάμεσα σε 39 ευρωπαϊκές οικονομίες.

Την καλύτερη επίδοσή της στον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας η Ελλάδα καταγράφει στην υποκατηγορία Ανθρώπινο κεφάλαιο και έρευνα, όπου σημειώνει επίδοση υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (+1.82 μονάδες).

Στις υπόλοιπες υποκατηγορίες, η βαθμολογία της βρίσκεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την επιχειρηματική ανάπτυξη σε εταιρείες και επενδύσεις (στο πλαίσιο μέτρησης του Δείκτη) να σημειώνουν τις μεγαλύτερες αποκλίσεις (-10,03 και -15,95 μονάδες αντίστοιχα).    

Η Ελλάδα βάσει των πιο πρόσφατων διαθέσιμων στοιχείων για το 2022 καταλαμβάνει την 25η θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών της ΕΕ στον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI), τον οποίο δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και παρακολουθεί την πρόοδο που σημειώνεται στα κράτη μέλη της ΕΕ στον ψηφιακό τομέα.

Η μεγαλύτερη υστέρηση για την Ελλάδα στην ψηφιακή πρόοδο εντοπίζεται στην υποκατηγορία Ψηφιακές Δημόσιες Υπηρεσίες, όπου καταλαμβάνει την προτελευταία θέση, αποκλίνοντας σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (-27,9 μονάδες στα 100). Στις υπόλοιπες 3 υποκατηγορίες του Δείκτη (ανθρώπινο κεφάλαιο, συνδεσιμότητα, και ενσωμάτωση
ψηφιακής τεχνολογίας) η Ελλάδα κατέχει την 22η θέση, ωστόσο, στη συνδεσιμότητα εντοπίζεται η μεγαλύτερη διαφορά της από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (-10,3 μονάδες στα 100).    

Οι αιτίες του χάσματος έρευνας και καινοτομίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ εντοπίζονται στην υπανάπτυξη των ευρωπαϊκών - και ακόμα περισσότερο των ελληνικών - χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, αλλά και στην επιδίωξη της ΕΕ να μετατραπεί σε ρυθμιστική δύναμη σε θέματα τεχνολογίας
με αποτέλεσμα την αποθάρρυνση της καινοτομίας.