Μπορεί από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τις Κάννες ο δρόμος να είναι μακρύς, η παρουσία όμως του Θεσσαλονικιού ηθοποιού Συμεών Τσακίρη στη φημισμένη Κρουαζέτ μέσω του πρωταγωνιστικού του ρόλου στην ταινία «Κιούκα: Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού», που άνοιξε προ ημερών το ACID CANNES, εκμηδένισε κάθε απόσταση, χιλιομετρική και μη.
Πέρα από τη μεγάλη τιμή της συμμετοχής μέσω της ταινίας στο ACID CANNES, που είναι το παράλληλο πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Καννών και έχει ως σκοπό την ανάδειξη νέων κινηματογραφικών φωνών, την προώθηση του ανεξάρτητου σινεμά και την προσέγγιση διανομέων διεθνώς, ο Συμεών Τσακίρης εισέπραξε και διθυραμβικά σχόλια από ξένα μέσα για την ερμηνεία του. Μάλιστα, χαρακτηριστικά το Gazettely έκανε λόγο για τον… τυφώνα μέσα του, περιγράφοντας μια σκηνή της ταινίας στην οποία ο Θεσσαλονικιός ηθοποιός είναι σιωπηλός και μιλά μόνο με την ένταση της ψυχής του. «Όταν το παρελθόν συναντά το παρόν στο πρόσωπο της μυστηριώδους γυναίκας της ταινίας, ο Τσακίρης μάς κατακλύζει με τον τυφώνα εντός του. Χωρίς υπερβολές, φωτίζει το χάσμα ανάμεσα στον προστατευτικό πατέρα και στην πραγματικότητα που έχει φύγει από τον έλεγχό του. Είναι μια τρυφερή, αλλά συγκλονιστική ερμηνεία, που μας αφήνει μια γλυκόπικρη νοσταλγία», γράφει το Gazettely. Την ίδια στιγμή το Variety σε αποκλειστικό του ρεπορτάζ αναφέρεται στις συμφωνίες διανομής που εξασφάλισε η ταινία -του σκηνοθέτη Κωστή Χαραμουντάνη- σε Γαλλία, χώρες BENELUX και Ελλάδα.

Στο ACID CANNES η κριτική επιτροπή, που αποτελείται από σκηνοθέτες, είδε 600 ταινίες για να καταλήξει στις εννέα του προγράμματος, εκ των οποίων η ελληνική «Κιούκα: Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού» ήταν αυτή που προβλήθηκε στα εγκαίνια, γεγονός από μόνο του ιδιαίτερα σημαντικό, ενώ προβαλλόταν και όλο το δεκαήμερο του παράλληλου προγράμματος σε διάφορες αίθουσες.
«Αισθάνθηκα ευγνώμων που συμμετείχα στην ταινία του Κωστή Χαραμουντάνη, ο οποίος μου έδωσε τον πρώτο μου πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία μεγάλου μήκους. Ευγνωμοσύνη όμως αισθάνθηκα και για το ότι βρέθηκα στις Κάννες, μια πόλη αφιερωμένη στον κινηματογράφο. Ήταν τεράστια χαρά. Το ότι η ταινία συμμετείχε στο ACID CANNES, αλλά και όλη αυτή η διεθνής ώσμωση μού έδωσαν κουράγιο για τον μαραθώνιο που είναι το επάγγελμα του ηθοποιού» λέει στη Voria.gr ο Συμεών Τσακίρης, τονίζοντας πως τα όνειρά του ήδη από πολύ νωρίς είχαν όλα κινηματογραφικές αναφορές.

Η ταινία μετά την παρουσία της στις Κάννες έχει εξασφαλίσει διανομείς σε Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και Γαλλία, ενώ στην Ελλάδα την έκλεισε το Cinobo τόσο για την ίδια τη συνδρομητική πλατφόρμα όσο και για τις κινηματογραφικές αίθουσες. Μάλιστα, τον ερχόμενο Νοέμβριο θα βρεθεί και στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Η υπόθεση της ταινίας έχει ως εξής: είναι καλοκαίρι και μια τριμελής οικογένεια, ένας πατέρας, ο Μπάμπης, και τα δίδυμα παιδιά του που βρίσκονται κοντά στην ενηλικίωση, ο Κωνσταντίνος και η Έλσα, κατευθύνονται στον Πόρο με το ιστιοπλοϊκό τους. Ανάμεσα στο κολύμπι, την ηλιοθεραπεία και την απόκτηση νέων φίλων, ο Κωνσταντίνος και η Έλσα θα γνωρίσουν την άγνωστη σε αυτούς μητέρα τους Άννα, που τους εγκατέλειψε, όταν ήταν μωρά. Αυτή η συνάντηση θα προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του Μπάμπη, με συνέπεια ένα ηλιόλουστο, γλυκόπικρο ταξίδι ενηλικίωσης για όλους τους εμπλεκόμενους.

Για τις ανάγκες της ταινίας ο Συμεών Τσακίρης έπρεπε να μεταμορφωθεί, για να ανταποκρίνεται στην εικόνα ενός μεγαλύτερου άνδρα, οι μεταμορφώσεις όμως υπήρξαν στοιχείο της υποκριτικής του όλα αυτά τα χρόνια. Στην ταινία «Κιούκα: Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού» παίζουν επίσης οι Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος, Έλσα Λεκάκου, Αφροδίτη Καποκάκη και Έλενα Τοπαλίδου.
Η υποκριτική στο DNA του
Ο Συμεών Τσακίρης είχε το μικρόβιο της υποκριτικής μέσα του από μικρός. Οι γονείς του τον πήγαιναν από επτά χρονών στο θέατρο Αμαλία, όπου ανακάλυψε τη θεατρική μαγεία. Μάλιστα, όταν ήταν εννέα και είδε τον Καλό Άνθρωπο του Σετσουάν, συγκλονίστηκε, καθώς οι ηθοποιοί τους οποίους μέχρι πριν από λίγα λεπτά έβλεπε σαν θεούς πάνω στο σανίδι, υποκλίθηκαν στο τέλος σαν άνθρωποι. Τα σκετσάκια και οι αυτοσχέδιες παραστάσεις ήταν μέσα στη ζωή του είτε στην πιλοτή του σπιτιού του είτε στις κατασκηνώσεις το καλοκαίρι. Έχοντας δημοσιογραφικές επιρροές από τον πατέρα του, γνωστό δημοσιογράφο της πόλης, πήρε αρχικά τον δρόμο των δημοσιογραφικών σπουδών, περνώντας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και άρχισε να εργάζεται σε εφημερίδες και περιοδικά της πόλης. Ακόμα όμως κι εκεί ξεκίνησε μια θεατρική ομάδα, ενώ στη συνέχεια πήρε μεταγραφή στη θεατρική ομάδα του Αγγλικού Τμήματος, όπου έτυχε να παίξει τον Επιστάτη μπροστά στον Χάρολντ Πίντερ. Στα 25 του εγκατέλειψε κάθε τι δημοσιογραφικό, για να μπει στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Εργάστηκε για έναν χρόνο στο θέατρο Αμαλία –από όπου είχαν ξεκινήσει όλα- και κατέβηκε στην Αθήνα το 2005, μπαίνοντας στη χοροθεατρική ομάδα του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Δύο, Μήδεια², Πουθενά, Μέσα, ήταν μερικές από τις πολύ σημαντικές συνεργασίες μαζί του. Το θέατρο όμως τον καλούσε –αφού μέχρι τότε ήταν πιο γνωστός ως χορευτής- και έτσι άρχισε να παίζει σε θεατρικά έργα, να παίρνει ρόλους σε ταινίες μικρού μήκους και να έχει συμμετοχές σε ταινίες μεγάλου μήκους, με μία από τις πιο πρόσφατες, το Adults in the room, του Κώστα Γαβρά. Σποραδικά είχε παρουσία και στη μικρή οθόνη, η οποία όμως μεγάλωσε σημαντικά μέσα στην πανδημία. Άφησε μάλιστα το αποτύπωμά του σε σειρές όπως οι Άγριες Μέλισσες, Σιωπηλός Δρόμος, Αυτή η νύχτα μένει, Στα Σύρματα και οι Πανθέοι. Πρόσφατα δε μοιράστηκε μια σκηνή με τον ηθοποιό James Franco σε γαλλο-λιβανεζικο-αμερικανικό σήριαλ.

