Καλημέρα σας!
Πληθαίνουν οι εκτιμήσεις και οι αναλύσεις για την χρονική επέκταση του πολέμου στην Ουκρανία επί μήνες. Μετά τη δήλωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μπλίνκεν ότι οι συγκρούσεις στα μέτωπα θα διαρκέσουν μέχρι το τέλος του έτους πολλά δημοσιεύματα αναφέρουν ότι ήδη εισερχόμαστε σε φάση «ήπιου πολέμου» με διαρκείς σποραδικές μάχες. Ίσως –λένε κάποιοι- ο Πούτιν να πιστεύει ότι αν φτάσει έτσι μέχρι τον επόμενο χειμώνα, οπότε οι ανάγκες της Ευρώπης για φυσικό αέριο θα μεγαλώσουν, ο ίδιος θα έχει καλύτερα διαπραγματευτικά ατού στα χέρια του. Σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν είναι ότι απέτυχε –τουλάχιστον χρονικά- ο ρωσικός στρατιωτικός σχεδιασμός, αυτό είναι πρόβλημα που πρέπει να διαχειριστεί το Κρεμλίνο. Το θέμα είναι ότι η πληγή που άνοιξε στην καρδιά της Ευρώπης θα πάρει καιρό για να κλείσει κι έχει ήδη σοβαρές συνέπειες.
Τα 300 δισ. δολ. της Ρωσίας
Παρά το γεγονός ότι απέχουμε πολύ ακόμη και για μια απλή κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία, οι συζητήσεις και οι σχεδιασμοί για την επόμενη ημέρα έχουν ξεκινήσει. Σε πολλά σημεία της χώρας οι καταστροφές των υποδομών είναι από εκτεταμένες έως συνολικές και αυτό είναι ένα πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Επειδή, λοιπόν, τα κονδύλια που θα χρειαστούν θα είναι θηριώδη δεν αποκλείεται να αξιοποιηθούν σε αυτή την κατεύθυνση τα 300 δισ. δολ. του ρωσικού κράτους, που βρίσκονται σήμερα δεσμευμένα σε τράπεζες του δυτικού κόσμου. Εάν και από τη δέσμευση που ισχύει σήμερα, μέχρι την κατάσχεση των ρωσικών κρατικών κεφαλαίων σε κάθε χώρα στην οποία βρίσκονται και την εν συνεχεία απόδοση τους σε ένα ειδικό ταμείο ή κάποιον μηχανισμό για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας η απόσταση είναι μεγάλη, οι γνωρίζοντες επιμένουν ότι νομικός τρόπος για να γίνει κάτι τέτοιο υπάρχει και δεν αποκλείεται να ενεργοποιηθεί. Η Ουκρανία θα χρειαστεί το δικό της σχέδιο Μάρσαλ, όπως η Ευρώπη το 1947, μετά τον καταστροφικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που δεν αποκλείεται να το πληρώσει –έστω εν μέρει- ο Βλαντιμίρ Πούτιν.
Η αξία ενός… Βαρόμετρου της Θεσσαλονίκης
Η τεκμηρίωση που προσφέρει μια έρευνα κοινής γνώμης είναι πάντα χρήσιμη στα θέματα οικονομίας και αγοράς, ακόμη και όταν επιβεβαιώνει τη γενική αίσθηση που υπάρχει, κυρίως διότι ποσοτικοποιεί τα προβλήματα. Από γενικά και αόριστα τα κάνει μετρήσιμα. Τοποθετεί τον πήχη σε συγκεκριμένα σημεία, τα οποία ακόμη κι αν δεν είναι απολύτως ακριβή είναι προτιμότερα από το γενικό και αόριστο. Με αυτή την έννοια το Βαρόμετρο που έχει καθιερώσει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης ανά εξάμηνο εδώ και 12 περίπου χρόνια είναι διαχρονικά εξαιρετικά χρήσιμο. Πολύ περισσότερο στη δεδομένη συγκυρία –η τελευταία εκδοχή του Βαρόμετρου παρουσιάστηκε χθες-, κατά την οποία επιχειρήσεις, νοικοκυριά και καταναλωτές μπαινοβγαίνουν σε πολύ σοβαρές κρίσεις σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Μπήκαμε στην πανδημία στις αρχές του 2020 χωρίς να έχουμε ξεμπλέξει από τις συνέπειες της ελληνικής χρεοκοπίας και της ύφεσης της δεκαετίας του 2010 και των Μνημονίων και πληρώνουμε τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, χωρίς να έχουμε απαλλαγεί ούτε από την πανδημία, ούτε από τις οικονομικές της επιπτώσεις, ενώ παράλληλα μας ταλαιπωρούν ακόμη τα απόνερα των Μνημονίων. Δύσκολο σταυρόλεξο, που γίνεται ακόμη δυσκολότερο –για πραγματικά πολύ δυνατούς λύτες- στη Θεσσαλονίκη της οικονομικής υποβάθμισης και στασιμότητας. Τι δείχνει λοιπόν το τελευταίο Βαρόμετρο του ΕΒΕΘ; Κατ’ αρχήν ότι τα νοικοκυριά σε μεγάλο ποσοστό τα βγάζουν πολύ δύσκολα πέρα, ιδιαίτερα με τους λογαριασμούς ενέργειας και καυσίμων. Ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν –επίσης σχεδόν στο σύνολό τους- αυξήσεις στο κόστος παραγωγής, στις πρώτες ύλες, στα προϊόντα και στη λειτουργία, οπότε προχωρούν σε αυξήσεις τιμών στον τελικό καταναλωτή. Ο συνδυασμός αυτών των δύο σημαίνει μείωση στην κατανάλωση και αδυναμία αξιόπιστου προγραμματισμού. Με δύο λόγια, τα δύσκολα είναι μπροστά μας.
Ζεστό χρήμα στην αγορά
Ζεστό χρήμα –κάποιοι το υπολογίζουν γύρω στα 4,5 – 5 δισ. ευρώ- θα πέσει αυτή την εβδομάδα στην αγορά, από σήμερα Μ. Τρίτη μέχρι την Μ. Πέμπτη. Για την ακρίβεια τα χρήματα αυτά (μισθοί δημοσίου, συντάξεις, έκτακτο επίδομα 200 ευρώ, επιδότηση καυσίμων, δώρο Πάσχα για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα) θα πιστωθούν στους λογαριασμούς εκατομμυρίων Ελλήνων, αλλά προφανώς δεν θα κατευθυνθούν στο σύνολό τους στην κατανάλωση. Διότι εκτός από τις ανάγκες του Πάσχα –από κάποια εκδρομή και τα μικροδώρα μέχρι το γιορτινό τραπέζι- αυτή την περίοδο υπάρχουν πολλές υποχρεώσεις, κυρίως οι λογαριασμοί σε ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο που πραγματικά... καίνε. Σωστά, λοιπόν, η αγορά αισιοδοξεί, αλλά συγκρατημένα, καθώς πέραν των πιεστικών υποχρεώσεων οι καταστάσεις που βιώνουμε (πόλεμος, ακρίβεια, πανδημία) «προσγειώνουν» τους καταναλωτές, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να λειτουργήσουν συντηρητικά, διότι –κατά το κοινώς λεγόμενο- δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει.