Οι πλάβες κινούνται αργά πάνω στα ήρεμα νερά των Πρεσπών, στην ακριτική Φλώρινα. Οι πλατύθμενες ξύλινες βάρκες πλησιάζουν τις όχθες και χώνονται ανάμεσα στις σπηλιές. Από τους Ψαράδες, το μοναδικό παρόχθιο χωριό στο ελληνικό τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας οι επισκέπτες κάνουν είτε μια μικρή βόλτα διάρκειας σχεδόν μισής ώρας είτε μια μεγαλύτερη μιας ώρας στα ασκηταριά, αυτούς τους ιδιαίτερους μνημειακούς χώρους, όπου ο χρόνος λες και σταμάτησε αιώνες πριν. Στα περισσότερα γίνεται μια στάση κι από το νερό ενημερώνονται για την ιστορία τους, μόνο στην Παναγία Ελεούσα μπορούν να κατέβουν και να τη δουν από κοντά. Από μακριά ξεχωρίζουν και δύο βραχογραφίες στην Παναγία Βλαχερνίτισσα και στην Παναγία Πάντων Χαρά.

Οι ασκητές, η απομόνωση, η πέτρα και το ξύλο στους βράχους
Πρόσωπα που αποσύρονται από τα εγκόσμια, ζώντας λιτά σε μέρη απόμερα, μακριά από την ανθρώπινη παρουσία, με σκοπό την πνευματική τελείωση, οι ασκητές αποτελούν την πηγή του χριστιανικού μοναχισμού. Στις σπηλιές που βρίσκονται γύρω από τις Πρέσπες βρήκαν ήδη από τον 13ο αιώνα έναν χώρο περισυλλογής και πνευματικής άσκησης, ενώ στο Άγιον Όρος υπάρχουν ως σήμερα οι «Αόρατοι Ασκητές», μυστικοί μοναχοί που ζουν κρυμμένοι, άγνωστοι στους πολλούς. Ο Συμεών ο νέος Θεολόγος υπήρξε πρόδρομος του ησυχασμού του 14ου αιώνα και άλλες μορφές είναι οι Άγιοι Αντώνιος και Παχώμιος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο Ιωάννης της Κλίμακος.

Η ιδιαιτερότητα του τοπίου και οι απόκρημνες όχθεις αποτέλεσαν για τις Πρέσπες το ιδανικό τοπίο για την άσκηση του ησυχασμού. Τα Ασκηταριά που δημιουργήθηκαν με κόπο, αλλά πολλή πίστη, ήταν μια έκφραση αυτής της ιδιαίτερης μορφής ασκητισμού και προέκυψαν μέσα από τις δύσκολες συγκυρίες, στις οποίες βρέθηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια της Παλαιολόγειας περιόδου, πριν την πτώση της και την Οθωμανική κυριαρχία. Σημαντική, επίσης, ήταν και η επιρροή που άσκησε στην περιοχή ο εκχριστιανισμός των Σλάβων από τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο εξαιτίας της έντονης παρουσίας της σερβικής ηγεμονίας στη Δυτική Μακεδονία, καθώς επίσης και η εξέλιξη του μοναχισμού τον 13ο και 14ο αιώνα στο Άγιον Όρος. Λέγεται μάλιστα πως οι τελευταίοι ασκητές μοναχοί έφυγαν από τις Πρέσπες πριν από δύο αιώνες και ολοκλήρωσαν τον μοναχικό τους βίο στο Περιβόλι της Παναγίας.

Με υλικά απλά, όπως ασβεστόλιθο και κονίαμα, ξύλο και πέτρες οι μοναχοί έχτιζαν πρόχειρους ναούς στους βράχους και χώρους λατρείας και προσευχής. Από οικοσκευή και έπιπλα είχαν τα απολύτως απαραίτητα. Μικρά Κελλιά σκαλισμένα στον βράχο με αγιογραφημένες τις μορφές της Παναγίας και του Χριστού, λίγες φορητές εικόνες που έφερναν απ΄ έξω και αφιερώματα που επεκτείνονταν στη σκληρά δουλεμένη πέτρα. Η απομόνωση και η σιωπή ήταν οι βασικές αρχές της ζωής τους και θεωρούνταν ως μέσα για να επιτευχθεί η πνευματική εξέλιξη και η εσωτερική ειρήνη. Όταν αργότερα οριοθετήθηκαν τα σύνορα και η Μεγάλη Πρέσπα μοιράστηκε ανάμεσα σε Ελλάδα, Αλβανία και Βόρεια Μακεδονία, τα ασκηταριά πέρασαν σε καθεμιά από τις τρεις χώρες, ανάλογα με το σημείο, στο οποίο βρισκόταν - το ίδιο συνέβη και με τη Μικρή Πρέσπα, όπου ένα μικρό μέρος της ανήκει στην Αλβανία.

Το Ασκηταριό της Παναγίας Ελεούσας
Το μοναδικό προσβάσιμο ασκηταριό είναι αυτός της Παναγίας Ελεούσας, χτισμένο στη νοτιοδυτική όχθη της Μεγάλης Πρέσπας με το επιπλέον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό πως σε ορισμένα σημεία της σπηλιάς διακρίνονται τρύπες στον βράχο, που χρησιμοποιούνταν από τους μοναχούς ως παρατηρητήρια για τον εντοπισμό ληστών. Μια σύγχρονη σκάλα οδηγεί στον κυρίως ναό της σκήτης, το Κυριακό, ενώ ένα άνοιγμα στην κορυφή του βράχου επέτρεπε τον ήλιο να φωτίζει όλη τη σπηλιά. Τοιχογραφίες και αγιογραφίες κοσμούν τον ναό με την εικονογραφία της Παναγίας Ελεούσας και την επιγραφή «ΜΗ(ΤΗ)Ρ Θ(ΕΟ)Υ Η ΕΛΕΟΥΣΑ», πάνω από την είσοδο κι ακόμη ψηλότερα δεσπόζει χαραγμένο το
«Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θ(εοῦ) τοῦ πανηπερ(τίμ)ου κτήτορος».

Ως κτήτορες του ναού αναφέρονται επιγραφικά οι ιερομόναχοι Σάββας, Ιάκωβος και Βαρλαάμ στα 1409/1410, ενώ αναφέρεται και το όνομα του άρχοντα Βουλκασινού. Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο συγκεκριμένος τοπικός αφέντης είχε υπό την εποπτεία του την περιοχή των Πρεσπών στο τέλος του 14ου αιώνα και, με δεδομένο ότι σκοτώθηκε σε μάχη το 1371, η αναγραφή του συγκεκριμένου ονόματος αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του ενδεχομένως να αφορά σε κάποιον από τους απογόνους του. Επίσης, σε επιγραφή πάνω από το παράθυρο του νότιου τοίχου αναφέρεται ο ιερομόναχος Ιωαννίκιος ως ζωγράφος του ναού.

Το Ασκηταριό της Μεταμόρφωσης
Το Ασκηταριό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος βρίσκεται στη νότια όχθη της λίμνης της Μεγάλης Πρέσπας, δυτικά του χωριού Ψαράδες, στο εσωτερικό μιας σπηλιάς, μπροστά από την οποία σχηματίζεται μια μικρή όχθη. Το μνημείο χρονολογείται στον 13ο αιώνα και μια απλή σκάλα οδηγεί στο εσωτερικό του. Από το ασκηταριό σώζονται λιγοστά ερείπια από τα κελλιά των μοναχών, ενώ από τον μονόχωρο καμαροσκέπαστο ναό διατηρείται το τρίκογχο ιερό με κάποια σπαράγματα από την αγιογράφησή του (μορφές Αγίων μέσα σε μετάλλια) και τα δύο σωζόμενα τμήματα του ξύλινου τέμπλου του ναού φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Φλώρινας. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες μελέτες, το ασκηταριό χρονολογείται με μεγάλη βεβαιότητα στον 13ο αιώνα, ενώ κάποια γλυπτά του στον 12ο αιώνα.

Το Ασκηταριό της Μικρής Αναλήψεως
Σε ένα από τα πλέον δυσπρόσιτα σημεία στη βόρεια όχθη της Μεγάλης Πρέσπας βρίσκεται ο ερειπωμένος ναός της Μικρής Αναλήψεως με δύο μικρές κόγχες στη μία από τις οποίες εικονίζεται η Παναγία Βλαχερνίτισσα και στην άλλη ο Μελισμός - απεικόνιση του Χριστού ως νηπίου που συμβολίζει τη μετουσίωση του άρτου σε Σώμα και του οίνου σε Αίμα Χριστού. Δύο ολόσωμοι ιεράρχες κοσμούν το εσωτερικό, δεξιά ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που με το αριστερό χέρι κρατεί ειλητάριο κι αριστερά ο Άγιος Βασίλειος.

Το Ασκηταριό του Αρχαγγέλου στο χωριό Trstenik
Στις αλβανικές όχθες της λίμνης Πρέσπας, πολύ κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα, μια ανάσα από το χωριό Τρεστενίκα, βρίσκεται το Ασκηταριό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στο οποίο φτάνει κανείς ανεβαίνοντας μια σιδερένια σκάλα, ενώ η σπηλιά έχει δύο εισόδους. Στο παρεκκλήσι διακρίνεται τοιχογραφία που δεν σώζεται σε καλή κατάσταση και πιθανόν εικονίζει τον Αρχάγγελο, ο οποίος και έδωσε το όνομά του στο Ασκηταριό. Διακρίνεται καθαρά πλούσια εικονογραφία και μία ελληνική επιγραφή που φέρει το όνομα του ιερομόναχου Βησσαρίωνα, χωρίς να έχει διασταυρωθεί αν ήταν κτήτορας ή απλώς δωρητής της αγιογραφίας. Πρόσφατες μελέτες χρονολόγησαν τις τοιχογραφίες στον 15ο αιώνα και ταυτοποίησαν τον ζωγράφο, μέσω της τεχνοτροπίας, ως προερχόμενο από τη Σχολή της Αχρίδας- η Αχρίδα ονομάζεται Βαλκανική Ιερουσαλήμ λόγω της μεγάλης σημασίας της πνευματικής, ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της, ιδιαίτερα πολύτιμης για τους Ορθόδοξους Σλάβους.

Το Ασκηταριό της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο νησί του Mali Grad
Mali Grad στα αλβανικά σημαίνει Μικρή Πόλη, ωστόσο το νησάκι των μόλις 50 στρεμμάτων που βρίσκεται στις όχθες της Πρέσπας στην αλβανική πλευρά, είναι γνωστό ως Άγιος Παύλος. Έχει πολλές σπηλιές, έναν κυκλικό γκρεμό, λίγα δέντρα και μια απάνεμη αμμουδιά και μια ιστορική εκκλησία, τον Ναό της Αγίας Μαρίας ή Εκκλησία της Παναγίας ή Ασκηταριό της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Η εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία και χτίστηκε το 1369, με δαπάνες του Κέσαρ Νόβακ, ενός Σέρβου ευγενή του 14ου αιώνα που είχε στην ιδιοκτησία του τη Μεγάλη Πρέσπα μεταξύ 1355-1371. Η σύζυγός του Κάλια ήταν Ελληνίδα και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά: τη Μαρίνα ή Μαρία και τον Αμιράλ. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα υπήρχε εκεί μια μικρή κοινότητα μοναχών, πλέον όμως είναι ακατοίκητο. Ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου, βρίσκεται σε μια σπηλιά στα νότια του νησιού και έχει ιερό και τρεις κόγχες. Τρεις ελληνικές επιγραφές μαρτυρούν ισάριθμες φάσεις ανοικοδόμησής του στα 1344, στα 1368 και στα 1607. Επίσης, έχουν διασωθεί ξυλόγλυπτα αντικείμενα και φορητές εικόνες που δίνουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για τους κτήτορες των ναών, τους αγιογράφους και την κοινή τεχνοτροπία τους με άλλους ναούς στην Καστοριά, στη Βουλγαρία και στο Globoko. Κάποιες από τις φορητές εικόνες όπως η Παναγία Οδηγήτρια και ο Χριστός Παντοκράτωρ φυλάσσονται στο Μεσαιωνικό Μουσείο Τέχνης στην Κορυτσά.

Ο ναός Πέτρου και Παύλου στο νησί Golem Grad
Ένα εξίσου ενδιαφέρον κατακοίκητο νησάκι στις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας είναι ο Άγιος Πέτρος ή Golem Grad που φέρεται αν δωρήθηκε στον βασιλιά της Σερβίας Πέτρο και σήμερα ανήκει στη Βόρεια Μακεδονία και στα σλαβικά σημαίνει «Μεγάλο Οχυρό». Το νησί είναι μικρό σε έκταση αλλά αριθμεί επτά ναούς εκ των οποίων οι δύο παλαιοχριστιανικοί, ξεχωρίζει ωστόσο ο ναός-ασκηταριό Πέτρου και Παύλου, ο μόνος από όλους που σώζεται σε κάποια κατάσταση με στέγη και τοιχοποιία. Από την εικονογραφία διακρίνεται η αναπαράσταση του Ακάθιστου Ύμνου στον εξωτερικό νότιο τοίχο. Από όλες τις σκηνές ξεχωρίζει σε μέγεθος η πολεμική σκηνή της πολιορκίας της Πόλης από τους Αβάρους το 626. Η συγκεκριμένη παράσταση, που εμφανίζεται για πρώτη φορά εδώ και αργότερα σε τοιχογραφίες της Μολδαβίας, ίσως αποτελούσε ελπίδα για τους κατοίκους που ζούσαν τον 14ο αιώνα και απειλούνταν πάλι από τους Οθωμανούς.
