Skip to main content

Τα εγκλήματα στον Άγιο Στυλιανό της Θεσσαλονίκης τoυ 1960 παραμένουν ανοιχτές πληγές

Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Πέτα το στη θάλασσα» ο Σάκης Σερέφας επαναφέρει στο προσκήνιο τις πωλήσεις βρεφών από τη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ΄60 στις ΗΠΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μια παιδοκτονία από… ανάγκη στη Θεσσαλονίκη οδήγησε στην αποκάλυψη ενός εγκλήματος διαρκείας, με την πώληση χιλιάδων βρεφών από το δημοτικό βρεφοκομείο «Άγιος Στυλιανός» στις ΗΠΑ. Μέχρι σήμερα υπάρχουν άνθρωποι, Αμερικανοί πολίτες, που αναζητούν τα ίχνη των βιολογικών τους γονέων.

Διαβάστε σχετικά: Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: Οι υιοθεσίες από τον Άγιο Στυλιανό, τα παιδιά στις ΗΠΑ και η ροζ κουβέρτα

Με αφορμή τη δολοφονία ενός βρέφους από τη μητέρα του ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Σάκης Σερέφας παρουσιάζει το βιβλίο «Πέτα το στη θάλασσα» (Εκδόσεις Μεταίχμιο), μια «αληθινή μυθιστορία» αυτής της υπόθεσης, που έχει στον πυρήνα της την απελπισία κάποιων ανθρώπων και φόντο την εποχή, τη Θεσσαλονίκη και τα γρανάζια της εξουσίας και της κοινωνίας, που εκμεταλλεύονται αδίστακτα αυτή την απελπισία. Μιλώντας στη Voria.gr ο Σάκης Σερέφας εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν να ασχοληθεί με ένα θέμα, που παρά τις έξι δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει παραμένει ανοιχτή πληγή. Τουλάχιστον για κάποιους…     

Κύριε Σερέφα, με ποια αφορμή αποφασίσατε να ασχοληθείτε με μια μητροκτονία που οδηγεί στην υπόθεση των παράνομων υιοθεσιών βρεφών από τον «Άγιο Στυλιανό» της Θεσσαλονίκης;

Εντόπισα αυτό το περιστατικό παιδοκτονίας πριν από 15 χρόνια, καθώς ερευνούσα σε παλιές εφημερίδες υλικό για ένα άλλο βιβλίο μου. Με συντάραξε το γεγονός πως αυτή η γυναίκα ήρθε με το παιδί της από τη Γερμανία μέχρι τη Θεσσαλονίκη όχι για να το πετάξει στη θάλασσα -αφού θάλασσες, λίμνες και ποτάμια διαθέτει και η Γερμανία- αλλά για να το αφήσει στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Άγιος Στυλιανός, καθώς αδυνατούσε να το συντηρήσει μόνη της.

Δεν το δέχτηκαν στο Βρεφοκομείο, κυρίως για λόγους γραφειοκρατικούς, γυρνούσε με αυτό αγκαλιά όλη τη μέρα στην πόλη, ώσπου αργά το απόγευμα πήγε και το πέταξε στη θάλασσα. Σκέφτηκα: βλέπεις στον δρόμο μια γυναίκα να έχει στην αγκαλιά το παιδί της και δεν ξέρεις την κατάληξη που μπορεί να έχει έπειτα από λίγες ώρες αυτή η εικόνα που περνά από μπρος σου. Έτσι λοιπόν, αυτό το περιστατικό παιδοκτονίας με στοίχειωσε και δεν ήξερα τι να το πρωτοκάνω. Πρώτα έγινε ποίημα και μετά έγινε ένα κεφάλαιο στην έκδοση «Εδώ: Τόποι βίας στη Θεσσαλονίκη». Μα δεν με χόρτασαν αυτά. Ώσπου ήρθε η ώρα του κι έγινε μυθιστόρημα.

Ποιο ήταν το κοινωνικό υπόστρωμα που ευνοούσε πράξεις που σήμερα μας φαίνονται αδιανόητες;

Όταν στα 1965 έγινε η δίκη για την παράνομη διακίνηση των έκθετων βρεφών του Βρεφοκομείου Άγιος Στυλιανός, διερευνήθηκε μόνο η περίοδος 1960-1962 και ο μόνος που καταδικάσθηκε σε ποινή 4 ετών, την οποία εξέτισε σε αγροτικές φυλακές, ήταν ο διευθυντής του. Όλοι οι άλλοι κατηγορούμενοι είτε αθωώθηκαν είτε παραγράφηκαν τα αδικήματά τους. Μάλιστα, ο διευθυντής στην απολογία του υποστήριξε πως τον εγκατέλειψαν όλα τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, εντολές των οποίων εκτελούσε όταν εισήγαγε βρέφη στο ίδρυμα, αλλά και πολιτικά πρόσωπα που του ζητούσαν να κάνει αντίστοιχες εξυπηρετήσεις.

Είναι λοιπόν φανερό πως η βρομοδουλειά γινόταν στα μουλωχτά με τη συμμετοχή και την κάλυψη όλης της «καλής κοινωνίας». Συνεπώς, κάθαρση δεν υπήρξε ποτέ. Το μόνο που απόμεινε είναι ο αγώνας των ανθρώπων που υιοθετήθηκαν παράνομα (στην ουσία: που πουλήθηκαν) να ξανασυνδεθούν με τις χαμένες βιολογικές οικογένειές τους, αγώνας που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, με πολλά γραφειοκρατικά εμπόδια από τη μεριά της ελληνικής πολιτείας.

Image
Ο συγγραφέας, Σάκης Σερέφας

 

 

Ποια είναι η δυσκολία να διηγηθεί ένας συγγραφέας μια πραγματική ιστορία, στην οποία ασφαλώς θα πρέπει να δώσει και το στίγμα του;

Το μυθιστόρημα αυτό βασίζεται σε ένα αληθινό περιστατικό, αυτό της παιδοκτονίας, αλλά δεν είναι ένα εκτενές ρεπορτάζ, είναι μια «αληθινή μυθοπλασία». Με αφορμή τη συγκεκριμένη παιδοκτονία επιχειρώ να αποδώσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελέστηκε, το πολιτικό και το κοινωνικό. Προσπαθώ να περιγράψω εξ αποστάσεως, σαν πολυεστιακή κάμερα, τη διαδρομή της στην πόλη, την πράξη της και το σκηνικό μέσα στο οποίο έπραξε την αποτρόπαιη πράξη της, χωρίς να λειτουργώ σαν εισαγγελέας ή πανελίστας σε πρωινάδικο.  Δεν την κρίνω. Την παρατηρώ και την περιγράφω. Κι ο αναγνώστης μπορεί να διαμορφώσει τη δική του άποψη. Αν ζει ακόμη η γυναίκα αυτή, η ηλικία της θα είναι γύρω στα 90 χρόνια. Αναρωτιέμαι πώς θα έκρινε η ίδια τον εαυτό της διαβάζοντας το βιβλίο, αν θα αναγνώριζε τον εαυτό της μέσα του ή αν θα της φαινόταν μια αυθαίρετη επινοημένη εκδοχή της πραγματικότητας που έζησε η ίδια. Μάλλον το δεύτερο.

Η περίοδος και τα γεγονότα που περιγράφετε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μοιάζουν να έχουν ξεχαστεί στη Θεσσαλονίκη ή μήπως όχι; Αισθανθήκατε ότι με το βιβλίο «Πέτα το στη θάλασσα», που εσείς χαρακτηρίζετε στο εξώφυλλο «Μια αληθινή μυθιστορία» ξύνετε πληγές;

Ξύνεις μια πληγή μόνο αφού έχει κλείσει. Αυτή η πληγή είναι και θα είναι ανοιχτή όσο θα υπάρχουν εν ζωή άνθρωποι που υιοθετήθηκαν παράνομα εκείνη την εποχή μέσα από αυτά τα ιδρύματα και προσπαθούν σήμερα να ενωθούν και πάλι με τους ζώντες συγγενείς τους, όταν και εάν καταφέρουν να τους εντοπίσουν μετά από μεγάλο γραφειοκρατικό αγώνα.

Το βάρος της μνήμης είναι τελικά τόσο μεγάλο που οι άνθρωποι και οι κοινωνίες θέλουν πολλές φορές να το αποβάλουν;

Ω, ναι, εμείς οι άνθρωποι επενδύουμε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της ενέργειάς μας για να επιτύχουμε τη λήθη. Πριν λίγες μέρες διάβαζα το άρθρο ενός νευροεπιστήμονα που υποστήριζε πως περίπου τα δύο τρίτα των καθημερινών σκέψεών μας αφορούν το παρελθόν και το μέλλον. Λειτουργούμε μέσα από τις αναμνήσεις του παρελθόντος και τις σκέψεις για το μέλλον, άλλοτε θετικές και συχνά φόβιες. Δεν αντέχουμε να ζήσουμε παροντικά. Οπότε επινοούμε συνεχώς σενάρια που ανασκευάζουν το παρελθόν άλλοτε υπέρ ημών, εξωραΐζοντάς το κι άλλοτε εναντίον μας, ενοχικά και αυτοκαταστροφικά. Η μνήμη, ατομική ή συλλογική, είναι μια επινοημένη αφήγηση. Το ότι μετά από περισσότερο από μισόν αιώνα γράφονται λογοτεχνήματα και μελέτες για το θέμα των παράνομων υιοθεσιών, δείχνει πως το αυτό το αφήγημα παραμένει ανοιχτό και ζητά το βλέμμα μας.

Image