Οι δεκαετίες του 1990 και του 2000 ήταν για τη Θεσσαλονίκη η εποχή των… φαντασιώσεων για το ρόλο της πόλης στα Βαλκάνια και την ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Πολλές υπήρξαν οι εξαγγελίες, ακόμη περισσότερες οι σχετικές πρωτοβουλίες. Όχι μόνο από την επίσημη πολιτεία, αλλά και από φορείς του ιδιωτικού τομέα, κυρίως μέσω μη κερδοσκοπικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων, οι οποίες εξασφάλιζαν παχυλές επιδοτήσεις από το τότε πλούσιο (sic) και σε φάση οικονομικής ανάπτυξης ελληνικό κράτος. Ήταν τότε που η Ελλάδα προσπάθησε αποσπασματικά και ερασιτεχνικά να συμβάλλει στον θεσμικό εκσυγχρονισμό χωρών που έβγαιναν από καθεστώς υπαρκτού σοσιαλισμού και αφήνονταν να παρασυρθούν στους ρυθμούς της οικονομίας της αγοράς. Το μόνο που απέμεινε από αυτές τις προσπάθειες είναι ο πλουτισμός κάποιων δικών μας, ορισμένες δικαστικές εκκρεμότητες και η απογοήτευση των γειτόνων.
Η δεκαετία του 2010 κινδυνεύει να καταγραφεί για τη Θεσσαλονίκη ως η περίοδος των φαντασιώσεων γύρω από την καινοτομία και τις υψηλές τεχνολογίες. Παρά το γεγονός ότι μόλις έχουμε περάσει το μέσον της δεκαετίας τα σημάδια είναι έντονα και σαφή. Για κάποιους το νέο αφήγημα της πόλης συμπυκνώνεται στην έκφραση «innovation city». Κάτι πολύ καλό για να είναι αληθινό. Διατυπώθηκε επισήμως για πρώτη φορά το 2004 και έκτοτε επαναλαμβάνεται με διάφορες αφορμές μονότονα και χωρίς ουσία. Αν έχει γίνει κάτι χειροπιαστό στο συγκεκριμένο πεδίο είναι οι τρεις θερμοκοιτίδες, οι οποίες όμως σιγά σιγά γίνονται μόνιμες έδρες κάποιων εταιριών κι έτσι αλλοιώνουν τον αρχικό τους χαρακτήρα τους η «Τεχνόπολη Θεσσαλονίκης», το Πάρκο Πληροφορικής που όμως λόγω της κρίσης παραμένει αραιοκατοικημένο, περιμένοντας καλύτερες μέρες. Όλα τα υπόλοιπα που ακούστηκαν ή εμφανίζονται ως νέες ιδέες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είτε έχουν, είτε προσβλέπουν σε δημόσια χρηματοδότηση.
Οι δύο υποθέσεις έχουν αρκετά κοινά, αφού κινούνται μεταξύ δικαιολογημένου επαρχιωτισμού και αδικαιολόγητου μεγαλοϊδεατισμού. Διαθέτουν την απαιτούμενη ασάφεια, που επιτρέπει στα οράματα να εμφανίζονται με όποιο σχήμα ταιριάζει στο κάθε ακροατήριο και σε οποιεσδήποτε συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως. Συχνά έχουν κοινούς εμπνευστές και πρωταγωνιστές. Παράγοντες γνωστούς από την πολιτική και τις επιχειρήσεις, που επανέρχονται διαρκώς. Ακόμη και γειτονικές διευθύνσεις έχουν αυτές οι υποθέσεις. Τα μυστήρια της οδού Θεσσαλονίκης-Θέρμης, που αν μπορούσε να μιλήσει θα είχε πολλά να πει.
Έτσι κι αλλιώς η εποχή μας ανήκει στους ιδεοπώλες διαμεσολαβητές. Όποιος διαχειρίζεται τη δουλειά ή τα –κατά προτίμηση ξένα- λεφτά καταγράφει οφέλη. Είναι αυτός που επιλέγει πως, πότε και σε ποιους θα μοιράσει είτε τα λάφυρα, είτε το χρήμα.
Εν προκειμένω στις πρωτοβουλίες για τα Βαλκάνια και την καινοτομία, -πέρα από την προσφορά στην πόλη (!), στη χώρα (!!) και στο έθνος (!!!)- εκείνο που μετράει διαχρονικά είναι το προσωπικό οικονομικό και πολιτικό όφελος των εμπλεκομένων. Όσα καταλήγουν σε τσέπες φίλων, γνωστών και συγγενών, αλλά και οι γνωριμίες, που πιθανόν θα χρησιμεύσουν για να στηθούν άλλες δουλειές και καριέρες στο μέλλον. «Κώστας, Κώστας, Ανδρέας / Μανόλης, Πέτρος, Βασίλης / Λευτέρης, Νίκος, Θωμάς / Μπάμπης, Βασίλης, Παντελής / η Ελλάδα που αντιστέκεται / η Ελλάδα που επιμένει / κι όποιος δεν καταλαβαίνει / δεν ξέρει που πατά / και που πηγαίνει».