Μία εντελώς διαφορετική εκδοχή από τα όσα υποστήριζε τόσα χρόνια παρουσίασε στη σημερινή απολογία της η βασική κατηγορούμενη για την υπόθεση αρπαγής και σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης μαθήτριας στη Θεσσαλονίκη, τον Ιούνιο του 2020, που δικάζεται ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η 37χρονη, αναίρεσε τον ισχυρισμό που είχε τόσο προανακριτικά όσο και κατά την εξέταση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, ότι δηλαδή είχε μητρικά ένστικτα απέναντι στην ανήλικη, που τότε ήταν 10 ετών, και ότι ήθελε να τη βοηθήσει και σήμερα υποστήριξε ότι απήγαγε το παιδί καθ’ υπόδειξη του 44χρονου συγκατηγορούμενού της, ο οποίος, όπως είπε, ήθελε να ασελγήσει σε βάρος της ανήλικης.
«Είχαμε μια άρρωστη σχέση και συμφωνήσαμε ότι θα μου δίνει χρήματα και ναρκωτικά αρκεί να του καλύπτω τις ερωτικές του επιθυμίες. Δέθηκα μαζί του και εξαρτήθηκα από αυτόν. Κάποια στιγμή μού εξέφρασε μια τάση προς τα παιδιά. Ήμουν εξαρτημένη στην κοκαΐνη και δεν έβλεπα καθαρά. Ακούγεται τραβηγμένο απλά εκείνη τη στιγμή τα έβλεπα όλα αλλιώς. Έλεγε να βρω ένα παραμελημένο παιδί και να το φέρω σπίτι, ότι θα το ναρκώσουμε και δεν θα μας θυμάται», είπε μεταξύ άλλων η 37χρονη στην απολογία της που διώκεται για μια σειρά αδικημάτων, μεταξύ των οποίων αρπαγή, βιασμό και γενετήσιες πράξεις με ανήλικο.
«Εγώ έκανα το λάθος που του είπα για τη 10χρονη γιατί είπε θα είναι πιο εύκολο να βρω ένα παιδί από το οικείο μου περιβάλλον. Ήμουν άβουλη. Πήγα όντως στο σχολείο και της είπα ότι θα την πάρω εγώ σήμερα και όχι η μαμά της. Αυτά που λέει η 10χρονη στην κατάθεσή της ισχύουν όλα εκτός από το κομμάτι ότι την κακοποίησα εγώ σεξουαλικά», πρόσθεσε.
«Ντρέπομαι πάρα πολύ που τα λέω αυτά τώρα. Τα ήξερε όλα από την αρχή ο συγκατηγορούμενός μου γιατί ήταν προσχεδιασμένο. Ό,τι ήθελε και ζητούσε, εγώ το έκανα. Όταν το κορίτσι ήταν ναρκωμένο, αυτός ασέλγησε πάνω της. Ήμουν συνεργός σε όλο αυτό εγώ. Το επόμενο πρωί πανικοβλήθηκα κι εγώ. Μου έδωσε 5.000 ευρώ και μου είπε να αλλάξω εμφάνιση και να εξαφανιστώ», ισχυρίστηκε.
Όταν ρωτήθηκε γιατί διατηρούσε μια εντελώς διαφορετική στάση όλα αυτά τα χρόνια, η κατηγορούμενη αποκρίθηκε πως δεν άντεχε να κρύβει αλήθεια.
«Έχω μετανιώσει πάρα πολύ για αυτό που έχω κάνει. Το συγγνώμη είναι πολύ λίγο για αυτό το παιδί, την οικογένειά της. Υποτάχθηκα σε αυτόν τον άνθρωπο, ήξερε να με χειρίζεται και ήμουν στρατιωτάκι. Ντρέπομαι, μισώ και νιώθω αηδία για τον εαυτό μου. Κάνω ψυχοθεραπεία, για αυτό λέω τώρα την αλήθεια. Η ιστορία είναι διαφορετική από όσα είπα ακόμα κι εγώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο», κατέληξε στην απολογία της δεχόμενη βομβαρδισμό ερωτήσεων για την αναίρεση των μέχρι τώρα ισχυρισμών της.
Από την πλευρά του ο 44χρονος που κάθεται στο εδώλιο με την κατηγορία της απλής συνέργειας στην αρπαγή, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της 37χρονης και τους χαρακτήρισε ψευδείς.
«Μου είχε πει ότι το παιδί κινδυνεύει και θέλει να το βοηθήσει. Όταν είδα το amber alert, είχα να τη δω δύο τρεις μέρες. Μάζεψα τα πράγματα της για να της τα δώσω για να απεμπλακώ από αυτήν την κατάσταση. Δεν έχω καμία ανάμιξη. Ακόμα και τα πράγματά της κατέβηκε κάτω να της δώσω. Την παρακάλεσα να πάρει την αστυνομία και έλεγε συνέχεια ότι θα παρεξηγηθούν οι προθέσεις της. Αυτά που άκουσα εδώ είναι φρικτά, δεν έχω κάνει τίποτα. Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι το παιδί κινδυνεύει, είχα φάει το παραμύθι της», είπε ο 44χρονος.
Σε πρώτο βαθμό η 37χρονη είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 21 ετών και 7 μηνών, ποινή την οποία εκτίει στις φυλακές, ενώ ο 44χρονος σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και είχε αφεθεί ελεύθερος ενόψει εφετείου.
Η δίκη θα συνεχιστεί στις αρχές του 2025.