Σε φάση αναστροφής της πτωτικής πορείας που είχε παρατηρηθεί τον τελευταίο καιρό βρίσκεται η πορεία της πανδημίας, τόσο πανελλαδικά όσο και στη Θεσσαλονίκη. Προς το παρόν η τάση αυτή φαίνεται να αφορά κυρίως τον αριθμό των κρουσμάτων κορωνοϊού και τον δείκτη αναπαραγωγής (Rt), όμως επηρεάζει, ήπια προσώρας, και τους λεγόμενους «σκληρούς» δείκτες, η πορεία αποκλιμάκωσης των οποίων έχει ανακοπεί.
Ειδικότερα, μετά τη φρενήρη άνοδο των κρουσμάτων που είχε σημειωθεί από τις αρχές του έτους έως και περίπου τα μέσα Φεβρουαρίου, ακολούθησε μια περίοδος ύφεσης της πανδημίας. Είναι ενδεικτικό ότι το τελευταίο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη τα κρούσματα δεν ξεπέρασαν ποτέ τις 2.000. Μάλιστα, στις 27 του μήνα καταγράφηκε τριψήφιος αριθμός κρουσμάτων (852) κάτι που είχε να συμβεί από τις 26 Δεκεμβρίου (474). Επίσης την 27η Φεβρουαρίου σημειώθηκαν τα λιγότερα κρούσματα και πανελλαδικά, μόλις 8.214, με την αμέσως καλύτερη επίδοση να σημειώνεται επίσης στις 26 Δεκεμβρίου (4.036).
Η πορεία αποκλιμάκωσης του αριθμού των κρουσμάτων συνεχίστηκε και την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου. Συγκεκριμένα, από 1 έως 7 Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη διαγνώστηκαν 10.363 κρούσματα, παρουσιάζοντας περαιτέρω μικρή μείωση, της τάξης του 2,94%, σε σχέση με την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου όταν είχαν εντοπιστεί 10.677 κρούσματα. Μάλιστα, πανελλαδικά η μείωση ήταν μεγαλύτερη, της τάξης του 7,65%, από τα 104.694 κρούσματα στα 95.155.
Ωστόσο, από τις 8 Μαρτίου η πορεία αυτή άρχισε να αντιστρέφεται. Έτσι, κατά τη δεύτερη εβδομάδα του μήνα παρατηρήθηκε σημαντική επιδείνωση του επιδημιολογικού φορτίου. Στη Θεσσαλονίκη τα κρούσματα αυξήθηκαν κατά 36,33% μέσα σε μια βδομάδα, φτάνοντας στα 14.128, ενώ πανελλαδικά η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, της τάξης του 48,26% και 141.080 κρούσματα.
Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, να επηρεάζει σημαντικά τις εισαγωγές στα νοσοκομεία, όμως αυτό είναι νωρίς ακόμη για να το πει κανείς με ασφάλεια. Φαίνεται, ωστόσο, να επηρεάζει την πορεία των λεγόμενων «σκληρών» δεικτών, δηλαδή τον αριθμό όσων νοσηλεύονται διασωληνωμένοι στις ΜΕΘ και όσων χάνουν τη ζωή τους λόγω της covid-19. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ο αριθμός όσων νοσηλεύονταν σε ΜΕΘ ήταν στις 20 Φεβρουαρίου κοντά στους 470, μειώθηκε στις 8 Μαρτίου στους 365 και έκτοτε φαίνεται να σταθεροποιείται περίπου σε αυτό το επίπεδο, ανακόπτοντας την περαιτέρω πτωτική πορεία. Σταθεροποίηση παρατηρείται και στον αριθμό των θανάτων. Την τελευταία εβδομάδα καταγράφηκαν 378 απώλειες, έναντι 382 της πρώτης εβδομάδας του Μαρτίου.
Ανάλογες τάσεις, πάντως, επικρατούν και στην υπόλοιπη Ευρώπη, σε χώρες όπως η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Σύμφωνα με τον αμερικανό καθηγητή Ιατρικής Ερίκ Τόπολ, αυτό οφείλεται κυρίως σε τρεις λόγους. Στη χαλάρωση των μέτρων προστασίας, σε πολλές χώρες, μετά τη σταδιακή υποχώρηση της πανδημίας, στην υψηλότερη μεταδοτικότητα της υποπαραλλαγής ΒΑ.2 της Όμικρον, αλλά και στη μείωση της ανοσίας από τα εμβόλια καθώς παρήλθαν αρκετοί μήνες από τη δεύτερη και τρίτη δόση εμβολιασμού.
Στους ανωτέρω λόγους, σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, ο καθηγητής Πνευμονολογίας Νίκος Τζανάκης προσθέτει και αυτόν της διασποράς του ιού κατά το τριήμερο της Αποκριάς. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο κ. Τζανάκης επισημαίνει ότι τις τελευταίες μέρες «έχουμε μια υποτροπή, με αύξηση 2.500 κρούσματα κατά μέσο όρο την ημέρα και με αύξηση του δείκτη μεταδοτικότητας πάνω από 1 (1.08)». Αυτό, όπως εξηγεί, οφείλεται στην παραλλαγή Όμικρον 2, η οποία αυτή τη στιγμή, έχοντας πολύ μεγαλύτερη μεταδοτικότητα, αντικαθιστά ραγδαία την Ο.
Ο κ. Τζανάκης σημειώνει, παράλληλα, ότι «η Ο-2 έχει ικανότητα ακόμη μεγαλύτερης διαφυγής από τα εμβόλια ως προς τη μόλυνση. Ευτυχώς όμως τα εμβόλια, αλλά και η φυσική νόσηση, προστατεύουν σε ποσοστό >95% από τη βαριά νόσο, τη διασωλήνωση και τον θάνατο. Για αυτό και οι δείκτες διασωληνωμένων/θανάτων εξακολουθούν αργά να αποκλιμακώνονται».