Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Από απόπειρα γυναικοκτονίας σε σωματική βλάβη - «Δεν ήθελε να με σκοτώσει και δεν θέλω να τον δω στη φυλακή»

Το 2018 ένας 45χρονος χτύπησε την πρώην σύζυγό του με καδρόνι στο κεφάλι, με την υπόθεση να γίνεται μπαλάκι στις δικαστικές αίθουσες - Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με τριετή αναστολή

Ως «κόκκινη γραμμή» που ξεπεράστηκε χαρακτήρισε η εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης τον άγριο ξυλοδαρμό μίας 43χρονης από τον 45χρονο πρώην σύζυγό της, καλώντας το δικαστήριο να δει τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση.

Τον Νοέμβριο του 2018, η παθούσα δέχθηκε άγρια επίθεση από τον κατηγορούμενο έξω από το σπίτι της, με αφορμή το ζήτημα επιμέλειας της ανήλικης κόρης τους, καθώς το ζευγάρι είχε έρθει σε διάσταση πριν από λίγο καιρό. Η φράση «η μαμά δεν θέλει να σε βλέπω» που είπε το παιδί στον πατέρα του φαίνεται πως τον εξόργισε και ο ίδιος φορώντας ακόμα το κράνος της μηχανής του, άρχισε να τη χτυπά στο κεφάλι με ένα καδρόνι. Γείτονες που αντιλήφθηκαν το συμβάν, πέταξαν κερέκλες και γλάστρες στον κατηγορούμενο για να σταματήσει και ο ίδιος αποχώρησε από το σημείο και παραδόθηκε λίγη ώρα ώρα αργότερα.

Η υπόθεση εισήχθη τότε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την κατηγορία της επικίνδυνης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, ωστόσο το δικαστήριο τότε έκρινε ότι είναι αναρμόδιο για να την εκδικάσει και η κατηγορία αναβαθμίστηκε σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο και παραπέμθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο.

Εξετάζοντας την υπόθεση, το δικαστήριο μετέτρεψε την κατηγορία όπως είχε χαρακτηριστεί αρχικά και τον έκρινε ένοχο κατά πλειοψηφία (5-2) για το πλημμέλημα της επικίνδυνης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 18 μηνών με τριετή αναστολή, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας.

«Δεν ήταν ποτέ κακοποιητικός, δεν ξέρω πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο εκείνη την ημέρα. Δεν ήθελε να με σκοτώσει. Πλέον έχουμε άριστες σχέσεις και είναι απαραίτητος στη ζωή του παιδιού μας. Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να μπει στη φυλακή», είπε στην κατάθεσή της η 43χρονη, που τόνισε ότι μετά το συμβάν οι σχέσεις τους έχουν εξομαλυνθεί και εξήγησε πως εκείνη την περίοδο η ατμόσφαιρα ήταν ταραγμένη λόγω του διαζυγίου. Πρόσθεσε ακόμα ότι έμεινε στο νοσοκομείο για τέσσερις ημέρες και την επόμενη επέστρεψε στη δουλειά της.

Από την πλευρά του ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι χτύπησε την πρώην σύζυγό του, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο.

«Δεν ήθελα ποτέ να πάθει κακό και ούτε φυσικά να τη σκοτώσω. Μία φράση που μου είπε η κόρη μου, χωρίς να ξέρω αν όντως την είχε ακούσει από την πρώην σύζυγό μου, με έκανε να τα χάσω. Από απερισκεψία άρπαξα ένα ξύλο, Έκλεισα τα μάτια και δεν ξέρω πώς μου βγήκε. Το μετάνιωσα κατευθείαν και έφυγα πριν μου πετάξουν πράγματα οι γείτονες. Δεν προσπάθησα να ξεφύγω. Πήγα λίγο παρακάτω για να καταλάβω αν όντως το έκανα εγώ. Το θέμα είναι πως ξεπέρασα τα όρια και ζητώ ειλικρινά συγγνώμη», είπε απολογούμενος.

«Ήταν μια παραφωνία ενός ανθρώπου που αγαπούσε την οικογένεια και λάτρευε την κόρη του»

Τη μετατροπή της κατηγορίας εισηγήθηκε η εισαγγελέας που παρατήρησε πως το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας έχει γίνει ανεξέλεγκτο, ανέφερε όμως πως κάθε ιστορία είναι διαφορετική.

«Για αυτό τα ελέγχουμε όλα στο δικαστήριο. Για να δούμε τους πραγματικούς χαρακτήρες. Αυτό που έγινε στη συγκεκριμένη ιστορία ήταν αποτρόπαιο αλλά θα πρέπει να το δούμε στην πραγματική του διάσταση. Ο κατηγορούμενος δεν είναι κακοποιητικός και χειριστικός αλλά ανέπτυξε τεράστιο άγχος και οργή από την τυχόν απώλεια του παιδιού, του πιο σημαντικού του ανθρώπου, από τη ζωή του. Εξήγησε τι τον έκανε να περάσει την κόκκινη γραμμή, ζήτησε συγγνώμη, την οποία βιωματικά αντιλήφθηκε η παθούσα που όλα αυτά τα χρόνια είναι δίπλα του και μεγαλώνουν μαζί το παιδί τους. Δεν ήταν απόπειρα ανθρωποκτονίας γιατί δεν ήθελε να τη σκοτώσει, όπως η ίδια χωρίς να θέλει εκδίκηση, ήρθε εδώ και το κατέθεσε με μεγαλείο ψυχής και αξιοπρέπεια. Δεν ήταν ούτε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη γιατί μετά το νοσοκομείο πήγε στη δουλειά της», είπε και πρότεινε να κριθεί ένοχος για επικίνδυνη σωματική βλάβη.

«Επτά χρόνια δοκιμάστηκαν και θα ήταν άδικο να καταδικαστεί για κάτι ανώτερο. Δεν ξέρω αν η μεταβολή κατηγορίας τότε ήταν για να δεθεί αυτή η οικογένεια. Ήταν μια παραφωνία ενός ανθρώπου που αγαπούσε την οικογένεια και λάτρευε την κόρη του», κατέληξε.