Το πρώτο Ειδικό Κέντρο Μελανώματος και Άλλων Καρκίνων του Δέρματος που έχει ξεκινήσει ήδη τη λειτουργία του στο Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων που εντάσσεται οργανικά στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο εγκαινίασε το μεσημέρι της πέμπτης (5/9) ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης.
Ο υπουργός περιηγήθηκε στις σύγχρονες αίθουσες των ιατρείων παρουσία του διοικητή του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Νίκου Αντωνάκη, του διοικητή της 4ης ΥΠΕ Παναγιώτη Μπογιατζίδη και της αντιπεριφερειάρχη Υγείας, Μελίνας Δερμεντζοπούλου.
Ο κ. Γεωργιάδης αναφέρθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας για το οποίο είπε πως «παραμένει ένα λειτουργικό σύστημα υγείας και κάθε μέρα εσείς όλοι σώζετε χιλιάδες ζωές». Παραδέχτηκε ωστόσο ότι υπάρχουν πολλά προβλήματα «λειτουργικά, οικονομικά, δομικά, χαμηλές αμοιβές στο προσωπικό», τόνισε όμως πως «δεν μπορεί τα υπαρκτά προβλήματα να ακυρώνουν την τεράστια προσπάθεια που κάνετε εσείς όλη μέρα» και πρόσθεσε πως «κάθε μέρα το ΕΣΥ κάνει ένα βήμα μπροστά, δεν μπορεί να το βρίζουμε από το πρωί ως το βράδυ γιατί τότε απαξιώνουμε την προσπάθεια που κάνουμε».


Ο Αιμίλιος Λάλλας, καθηγητής Δερματολογίας και υπεύθυνος λειτουργίας της νέας μονάδας σημείωσε πως πρόκειται για το πρώτο διεπιστημονικό κέντρο για το μελάνωμα και τον καρκίνο του δέρματος στην Ελλάδα.
Τόνισε πως είναι «εξοπλισμένο με τεχνολογία αιχμής, με διαγνωστικά και θεραπευτικά μηχανήματα», τα οποία όπως είπε «είναι σύγχρονα και καινοτόμα».

Σύμφωνα με τον κ. Λάλλα η λειτουργία του κέντρου έχει ήδη ξεκινήσει τη λειτουργία του εδώ και μερικούς μήνες. Σημείωσε δε ότι οι ασθενείς που διαγνώστηκαν με καρκίνο δέρματος και αντιμετωπίστηκαν το 2023 ξεπερνάει τους 1.300, λέγοντας πως ο αριθμός είναι τριπλάσιος συγκριτικά με πριν από τέσσερα με πέντε χρόνια.

Το Ειδικό Κέντρο Μελανώματος και άλλων Καρκίνων του Δέρματος, θα μπορεί να εξυπηρετεί ολόκληρο τον πληθυσμό της Βορείου Ελλάδας.

Ο εκτιμώμενος αριθμός των εξεταζομένων εκτιμάται σε 8.000-10.000 ανά έτος, ενώ ο αριθμός των ασθενών με καρκίνο δέρματος, που μπορεί να θεραπεύονται και να παρακολουθούνται στο κέντρο, εκτιμάται σε 1.500-2.000 ανά έτος.
