Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Εξαγωγές και Βαλκάνιοι έσωσαν φέτος την παρτίδα στη Λαχαναγορά

Χαμηλές πτήσεις διέγραψε η εγχώρια κατανάλωση οπωροκηπευτικών τις μέρες των Χριστουγέννων - Στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ζητούν οι έμποροι

Στα ίδια επίπεδα με πέρσι, αλλά με σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τους τελικούς αποδέκτες των προϊόντων, κινήθηκε η Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης τη φετινή εορταστική περίοδο.

Παρά την αρχική αισιοδοξία ότι τα πρώτα Χριστούγεννα χωρίς μέτρα για την πανδημία θα ήταν πολύ καλύτερη, η εγχώρια κατανάλωση οπωροκηπευτικών διέγραψε χαμηλές πτήσεις και την παρτίδα τελικά έσωσαν οι Βαλκάνιοι και οι εξαγωγές, που έφεραν στα ίσα τον τζίρο των καταστημάτων. Το γεγονός έχει προκαλέσει προβληματισμό στους εμπόρους, οι οποίοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να βασίζουν επ’ αόριστον την επιβίωσή τους στην αγορά των βαλκανικών χωρών με τις εξίσου εύθραυστες οικονομικές ισορροπίες που έχουν διαμορφώσει οι ανατιμήσεις στην ενέργεια.

«Η αγορά κινήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα. Δεν έχουμε σημαντικές αλλαγές συγκριτικά με την περσινή αντίστοιχη περίοδο. Την πανδημία που δείχνει να έχει μία κάμψη έχει έρθει να την αντικαταστήσει η ενεργειακή κρίση με όλα τα συνεπακόλουθα. Με αυτά τα δεδομένα είμαστε πάνω – κάτω στα ίδια. Ικανοποιημένοι, όμως, θα ήμασταν αν είχαμε μία σημαντική άνοδο. Προσδοκούμε να βελτιωθούν τα πράγματα, για να μπορέσουν να αναπτυχθούν και οι έμποροι της αγοράς. Οι εξαγωγές είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό, όμως δεν είμαστε έξω από το γενικότερο κλίμα. Ένα μεγάλο κομμάτι των εξαγωγών των εμπόρων της Λαχαναγοράς είναι οι βαλκανικές χώρες. Δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτές πηγαίνουν πολύ καλύτερα από εμάς, έτσι ώστε να απορροφήσουν και να καλύψουν την όποια μείωση της εγχώριας δραστηριότητας», είπε στη Voria.gr ο πρόεδρος της Κεντρικής Αγοράς Θεσσαλονίκης, Θόδωρος Παπαδόπουλος.

Το 80% των προϊόντων πουλήθηκε σε Βαλκάνιους

Τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων αγόρασαν έμποροι από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. «Η αγορά τις μέρες μετά τα Χριστούγεννα είχε αυξημένη κίνηση σε ό,τι αφορά τα οπωροκηπευτικά, αλλά το δυσάρεστο ήταν ότι δεν αφορούσε την εσωτερική αγορά. Το 80% των προϊόντων πουλήθηκαν σε Βαλκάνιους και το υπόλοιπο 20% στην εσωτερική αγορά. Είναι πάρα πολύ λυπηρό αυτό. Για εμάς εδώ το πάτωμα θα έπρεπε να είναι η εσωτερική αγορά κι από εκεί και πέρα οι εξαγωγές να είναι το κάτι παραπάνω, αυτό που χρειαζόμαστε να πετάξουμε. Αυτή τη στιγμή την παρτίδα τη σώζουν οι Βαλκάνιοι. Αν δεν ήταν αυτοί, η κίνηση θα ήταν πάρα πολύ υποτονική, τα εμπορεύματα δεν θα πωλούνταν για εσωτερική κατανάλωση και θα είχαμε πολύ μεγάλο πρόβλημα», τόνισε μιλώντας στη Voria.gr o Γιώργος Μουτσογιάννης, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Εμπόρων Θεσσαλονίκης και γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Εμπόρων Κεντρικής Λαχαναγοράς Θεσσαλονίκης.

Το ανησυχητικό για τους εμπόρους είναι ότι η κατακρήμνιση της εγχώρια αγοράς έγινε παρότι οι τιμές δεν παρουσίασαν σημαντική αύξηση σε συγκριτικά με την περσινή χρονιά. «Οι δικές μας τιμές δεν ήταν αυξημένες σε σχέση με πέρσι κι αυτό γιατί υπάρχει υγιής ανταγωνισμός. Επειδή υπάρχουν πάρα πολλά καταστήματα που πουλάνε ομοειδή προϊόντα, φροντίζουμε να κρατάμε σε ισορροπία τις τιμές. Άλλωστε, αν εκτοξεύσουμε τις τιμές στα ύψη, δεν θα φύγουν τα προϊόντα και δεν θα μπορεί να αγοράσει ο Έλληνας καταναλωτής», ανέφερε ο πρόεδρος της ΟΕΕΘ.

Σύμφωνα με τον κ. Μουτσογιάννη, αιτία της πτώσης είναι η αύξηση του κόστους διαβίωσης, αλλά και η στροφή των καταναλωτών στα σούπερ μάρκετ. «Πέρα από το αυξημένο κόστος διαβίωσης με τις αυξήσεις στην ενέργεια που έχουν επηρεάσει την ελληνική οικονομία και την εσωτερική κατανάλωση, τα προϊόντα έχουν μεγάλο κόστος παραγωγής και μεταφορών, οπότε ο Έλληνας ζορίζεται. Επίσης, το καλάθι του νοικοκυριού είναι καλό, όμως αυτή τη στιγμή γίνεται ουσιαστικά διαφήμιση στα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Παρακινούν, δηλαδή, τους καταναλωτές να πάνε εκεί. Αυτό είναι λάθος για τη μικρομεσαία επιχείρηση και για τον μικρό επαγγελματία. Τι θα γίνει η μικρομεσαία επιχείρηση, το ζαχαροπλαστείο, το κρεοπωλείο, το μανάβικο της γειτονιάς. Πρέπει να στηρίξουμε την τοπική κοινωνία και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, γιατί αυτές είναι που θα δώσουν φόρους, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να αντεπεξέλθουν. Βιώνουμε μια πενταετία με αλλεπάλληλες κρίσεις. Αυτό δεν μας αφήνει να αναπτυχθούμε, μας αφήνει πίσω. Πρέπει να έχουμε κάποια βοήθεια, για να δούμε φως στο τούνελ», κατέληξε.