Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Γιατί το ροζέ κρασί γνωρίζει μεγάλη εμπορική άνοδο τα τελευταία χρόνια

Από... παραπαίδι, ο ροζέ οίνος με τη μεγάλη παλέτα χρωμάτων και γεύσεων εξελίσσεται σε πρωταγωνιστή

Στον χώρο των τροφίμων και των ποτών, ένα προϊόν λαμβάνει εμπορική αξία όταν η διακίνηση και η κατανάλωση το παίρνουν στα σοβαρά. Αυτό, για πολλά χρόνια, δεν ίσχυε για το ροζέ κρασί. Πάντα ανάμεσα στο λευκό και το ερυθρό, ήταν συνήθως μια εναλλακτική επιλογή για γνώστες ή μη καταναλωτές.

Δεν ήταν ποτέ ωστόσο κάτι το οποίο επέλεγαν εκ των προτέρων να βάλουν στο ποτήρι τους οι συνδαιτημόνες ενός τραπεζιού.

Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει στη Voria.gr η χημικός, οινολόγος και ιδρύτρια της εταιρείας οινικής επικοινωνίας Wine Plus Μαρία Νέτσικα, το ροζέ, «εκτός από τη Νότια Γαλλία και συγκεκριμένα την Προβηγκία, όπου υπήρχε παραδοσιακά παραγωγή ροζέ κρασιών, ήταν ένα παραπαίδι. Ουσιαστικά το ροζέ προέκυψε από την προσπάθεια των οινοποιών να δώσουν περισσότερο χρώμα στο ερυθρό και έτσι υπήρχε μια μικρή παραγωγή».

 

Τα πράγματα ωστόσο άρχισαν να αλλάζουν δραστικά στον γευστικό χάρτη τις τελευταίες δεκαετίες. Στο διεθνές περιβάλλον, η εμπορική και φυσικά παραγωγική άνοδος του ροζέ κρασιού σημειώνεται την τελευταία 25ετία και λίγο παραπάνω.

Σύμφωνα με την κ. Νέτσικα, στην Ελλάδα υπήρξε μια καθυστέρηση, ωστόσο ο κόσμος του κρασιού στη χώρα, αλλά και το ευρύτερο καταλανωτικό κοινό, μπαίνει σε αυτήν τη λογική.

Το 2020 υπήρξε μια ελαφριά κάμψη λόγω των lockdown και τώρα παρατηρείται μια σταθεροποίηση που έχει φτάσει σε σημεία το 10% των λεγόμενων «ήρεμων» κρασιών τα οποία καταναλώνονται να είναι ροζέ, που για τους γνώστες είναι ένα ιδιαίτερα υψηλό νούμερο.

Σε κάποιες περιόδους μάλιστα ξεπερνά και το λευκό στην κατανάλωση.

Ένα πασπαρτού με φρεσκάδα

«Από φοιτητής που ήμουν στο Μπορντό είχαν αντιληφθεί την αξία του ροζέ κρασιού », λέει στη Voria.gr ο ομότιμος καθηγητής Οινολογίας της Γεωπονικής Σχολής του ΑΠΘ, Ευάγγελος Σουφλερός.

Ωστόσο, ήταν ένα είδος ιδιαίτερα παρεξηγημένο. «Είναι χαρακτηριστικό αυτό που πολλοί λανθασμένα θεωρούν ακόμα και σήμερα, ότι το ροζέ προέρχεται από την πρόσμιξη λευκού και κόκκινου κρασιού. Βέβαια αυτό σε καμία περίπτωση δεν ισχύει, αφού το ροζέ προέρχεται από τα κόκκινα σταφύλια», εξηγεί ο καθηγητής.

Η τεχνική παραγωγής του που χρησιμοποιείται συνήθως είναι αυτή της αφαίμαξης, ενώ διαδεδομένη είναι αυτή της εκχύλισης.

Όμως τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά στο ροζέ και του έχει δώσει προστιθέμενη εμπορική αξία;

Σύμφωνα με τη Μαρία Νέτσικα, στην Ελλάδα η στροφή στο ροζέ κρασί οφείλεται εν πολλοίς στα χαρακτηριστικά που έχει η χώρα, ο ήλιος και η θάλασσα. Βέβαια η κατανάλωση φαίνεται να είναι ικανοποιητική και τους χειμερινούς μήνες.

Μάλιστα τα τελευταία χρόνια οι οινοποιοί έχουν ξεκινήσει να βγάζουν στην αγορά επιπλέον ετικέτες ροζέ κρασιών, πέραν των κλασικών που είχαν, δίνοντας έμφαση στις διαφορετικές αποχρώσεις αλλά και γευστικά δεδομένα.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ξινόμαυρο, μια παραδοσιακή κόκκινη ποικιλία της Βόρειας Ελλάδας. Τα τελευταία χρόνια οι οινοποιοί προωθούν όλο και περισσότερες ετικέτες ροζέ ξινόμαυρου που, σύμφωνα με τον κ. Σουφλερό, «χάρη στην εκπληκτική του οξύτητα προσφέρει μια υπέροχη γευστική παλέτα».

Το ροζέ, άλλωστε, πέραν της ποικιλίας χρωμάτων και αρωμάτων, πήρε τα πάνω του ως γευστικό πασπαρτού, αφού σύμφωνα με τη Μαρία Νέτσικα «ταιριάζει με πολλά εδέσματα. Ένα ροζέ με μια καλή οξύτητα μπορεί να ικανοποιήσει τους πάντες, είτε διαλέξουν κρέας είτε ψάρι».

Σύμφωνα με τον κ. Σουφλερό, «αυτό που μπορεί να μας δώσει το ροζέ κρασί είναι χαρακτηριστικά που έχουν λευκά ή και ερυθρά. Μπορεί να έχουμε τη φρεσκάδα ενός λευκού, αλλά και τη στιβαρότητα που μπορεί να έχει ένα κόκκινο. Για αυτό και μπορεί να συνδυαστεί με μια μεγάλη γκάμα από πιάτα και είναι το βασικό του πλεονέκτημα».

Η Θεσσαλονίκη αγαπά το ροζέ

Το κοινό της Θεσσαλονίκης επιβεβαίωσε την περασμένη Δευτέρα την ιδιαίτερη αγάπη που έχει προς το ροζέ κρασί στο πλαίσιο του 6ου Rosé Grand Tasting που πραγματοποιήθηκε από τη Wine Plus.

Συνολικά 130 ετικέτες ροζέ κρασιών από Ελλάδα και εξωτερικό συστήθηκαν ή και επανασυστήθηκαν στο οινόφιλο κοινό της πόλης που ανταποκρίθηκε πέραν του αναμενόμενου στην ετήσια μεγάλη γευσιγνωστική εκδήλωση.