Την ταινία του Ούγγρου σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ «Κολαστήριο» (Kárhozat) θα παρουσιάσει τη Δευτέρα 24 Απριλίου στις 21:00 το ΚΕΜΕΣ στον κινηματογράφο Βακούρα, στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του αφιερώματος «νουάρ…περιπλανήσεις».
Η ταινία είναι διάρκειας 116 λεπτών, είναι ασπρόμαυρη, και η διανομή από τη New Star. Το σενάριο είναι των Λάζλο Κρασζναχορκάι, Μπέλα Ταρ. Παίζουν οι Μίκλος Ζέκελι, Βάλι Κερέκες, Γκιούλα Πάουερ, Γκιόργκι Τσερχάλμι.
Οι διακρίσεις που έχει λάβει: Βραβείο France Culture στο Φεστιβάλ των Καννών και βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Μπέργκαμο.
Πριν από την έναρξη της προβολής θα παρουσιαστεί μία κινηματογραφική έκδοση αφιερωμένη σε έναν άλλο σπουδαίο δημιουργό, τον Τζον Κασαβέτη, ο οποίος με τον ανθρωποκεντρισμό του επηρέασε και το σινεμά του Μπέλα Ταρ. Πρόκειται για το βιβλίο «Τζον Κασαβέτης: Μην πιστεύεις την αλήθεια», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κυψέλη» και είναι ένα εγχείρημα της κινηματογραφικής σελίδας CineDogs.
Το βιβλίο περιλαμβάνει κριτικές για τις ταινίες του σκηνοθέτη, πρωτεργάτη και ανανεωτή του ανεξάρτητου κινηματογράφου, καθώς και ειδικά editorials που διατρέχουν τις βασικές συνιστώσες και το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το έργο του, με έμφαση στην αισθητική, στο ύφος και τη μοναδική ατμόσφαιρα που εκπέμπουν οι ταινίες του.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Γιώργος Παπαδημητρίου, κριτικός κινηματογράφου και αρχισυντάκτης του CineDogs και ο Φίλιππος Χατζίκος, κριτικός κινηματογράφου.
Μετά την προβολή της ταινίας θα ακολουθήσει συζήτηση όπου ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Αλέξης Δερμεντζόγλου θα αναλύσει το θέμα: «Το απαισιόδοξο μεταφυσικό σύμπαν του Μπέλα Ταρ».
Στο κοινό θα διανεμηθούν δύο κριτικά σημειώματα. Της Πόλυς Λυκούργου από το FLIX και του Πάρι Μνηματίδη, ειδικά γραμμένο για την προβολή.
Λίγα λόγια για την ταινία:
Ένας μοναχικός άνδρας, ερωτευμένος με την παντρεμένη τραγουδίστρια του μπαρ που συχνάζει, πείθει τον σύζυγό της να αναλάβει τη μεταφορά ενός παράνομου φορτίου για να τον ξεφορτωθεί. Το "Κολαστήριο" είναι ένα μελαγχολικό όσο και υποβλητικό ποιητικό έργο, επίτευγμα υψηλής αισθητικής, με εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία και εντυπωσιακά πλάνα, ενορχηστρωμένα από τον πολυβραβευμένο και επιδραστικό Ούγγρο σκηνοθέτη.
Η κριτική της Πόλυς Λυκούργου:
«Ένας μοναχικός μεσήλικας άντρας ζει τη ζωή του εγκλωβισμένος στη βιομηχανική βροχερή του επαρχία. Καταδικασμένος να κοιτάει από μακριά - τόσο τα βαγονέτα του γειτονικού ορυχείου που τον απέλυσε, όσο και τη γυναίκα της ζωής του που τον παράτησε και παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Σε μία ύστατη προσπάθεια να την ξανακερδίσει, παγιδεύει τον άντρα της σ' ένα παράνομο κόλπο. Δεν υπάρχει όμως διέξοδο από το Κολαστήριο. Ειδικά αν το κουβαλάς μέσα σου.
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Λάζλο Κρασζναχορκάι, το οποίο διασκεύασε κινηματογραφικά ο ίδιος σε συνεργασία με τον Ταρ, η ταινία αποτελεί μία ληθαργική, ελεγειακή περιήγηση στην μεταβατική, μετα-κομμουνιστική Ουγγαρία, μια χώρα παρατημένη από την ιστορία, χαμένη όσο και οι κάτοικοί της. Ανθρωποι μονάχοι, κατεστραμμένοι από την αέναη κακουχία, βαθιά τσακισμένοι από την ανέχεια, χωρίς ελπίδα. Με τη βροχή να λασπώνει αλληγορικά κάθε όνειρο διαφυγής και την ομίχλη να «τρυπώνει ύπουλα από τα πνευμόνια στη ψυχή τους», οι αντιήρωες αυτού του κοινωνικοπολιτικού στιλιζαρισμένου νουάρ δεν ανταποκρίνονται σε καθιερωμένα κινηματογραφικά πρότυπα: το αρσενικό είναι απόλυτα loser, η femme fatale είναι μία θλιβερή κονσοματρίς νοικοκυρά. Αν το σινεμά της Δύσης παραμύθιαζε με νίκη του ενός απέναντι στο σύστημα και επικράτηση του αμερικανικού ονείρου, ο Ταρ περιέγραψε με κυνισμό το τοπίο της ανατολικής, κι όχι μόνο, Ευρώπης: οι συνθήκες - πολιτικές, γεωγραφικές, ακόμα και καιρικές- είναι η ζωή σου. Η ανεργία είναι η ζωή σου. Η ερωτική απόρριψη είναι η ζωή σου. Η βροχή είναι η ζωή σου.
Δύο δεκαετίες πριν ο Ταρ ήταν ακόμα πιο κυνικός, ωμά πεσιμιστής και απροκάλυπτα αγνωστικός - όλες οι θρησκευτικές αναφορές στο «Κολαστήριο» χρησιμοποιούνται με βαθιά ειρωνεία και επίγνωση ότι η τιμωρία είναι γύρω μας και μέσα μας - δεν μας περιμένει μετά θάνατον. Είναι πολύ ενδιαφέρον να επιστρέφει κανείς σ' ένα τόσο παλιότερο έργο του Ούγγρου δημιουργού και να συγκρίνει την πορεία του μέσα στα χρόνια: η νιχιλιστική κοσμοθεωρία του παραμένει αλώβητη, αλλά το βλέμμα του έχει μαλακώσει, η οργή του έχει καταλαγιάσει. Δεν τον ενδιαφέρει πια να είναι τόσο φλύαρος για την ανθρώπινη δυστοπία. Ο κινηματογραφικός διάλογος με το θεατή έχει περάσει σε άλλο, πολύ πιο αφαιρετικό, επίπεδο.
Ένα μόνο πράγμα παραμένει πανομοιότυπο: η αφοπλιστική ομορφιά του σινεμά του. Είναι αδιανόητο πόσο φωτογενής είναι η Κόλαση των πλάνων του. Με συνεργάτη τον φωτογράφο Γκαμπόρ Μεντβίγκι, ο Ταρ συνθέτει εξπρεσιονιστικά παιχνίδια με το φως ή την έλλειψή του, ενώ χρησιμοποιεί το ασπρόμαυρο δημιουργικά μέσα από τις αντιθέσεις, τις αποχρώσεις και τις γυαλάδες του. Τα δωμάτια είναι σκοτεινά γιατί απουσιάζει η ελπίδα. Οι εξωτερικοί χώροι θολώνουν από βρώμικο λασπωμένο λευκό γιατί δεν υπάρχει ορίζοντας. Ο Ταρ όμως ανακαλύπτει ομορφιά και στα χαλάσματα - ανθρώπινα ή οικοδομικά. Στήνει ατμοσφαιρικούς ληθαργικούς χορούς με την κάμερα σε νωχελικά αργόσυρτα τράβελινγκ, συνθέτει περίτεχνα κάδρα εικαστικής αρτιότητας, φωτίζει τα μάτια. Το αποτέλεσμα είναι ένα μελαγχολικό ποίημα. Τραγικό και αβάσταχτο, μεγαλοπρεπές και υποβλητικό»
Η κριτική του Πάρι Μνηματίδη:
«Ένα οπτικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται πολύ συχνά στο σπουδαίο αυτό φιλμ του Béla Tarr και που εμφανίζεται και στην εναρκτήρια σκηνή είναι να παρουσιάζεται ένα κάδρο σε όλο το εύρος του, απέραντο, μεγαλοπρεπές, και στη συνέχεια να καλύπτεται ασφυκτικά από μια λεπτομέρεια που καταλήγει να επικρατεί στο πλάνο. Δεδομένης και της πολιτικής στροφής της πλοκής προς το φινάλε, είναι πολύ πιθανό η προαναφερθείσα δημιουργική επιλογή να κρύβει και μια έμμεση τοποθέτηση του κινηματογραφιστή για την κατάσταση της Ουγγαρίας την εποχή που γύριζε το πόνημά του. Φαινομενικά από τις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ με ανοιχτές ευκαιρίες για προσωπική ευτυχία για τον καθένα λόγω της ιδιάζουσας εκδοχής σοσιαλισμού που εφάρμοζε ο Kádár η οποία διέφερε από τα σταλινικά πρότυπα, που συμβολίζονται από τις προαναφερθείσες εκ πρώτης όψεως θεαματικές λήψεις, μέχρι που αποκαλύπτονται οι παθογένειες που κρύβονται από κάτω με την καταπίεση των ατομικών ελευθεριών μεταξύ άλλων και η εικόνα αλλάζει, όπως αλλάζουν και οι λήψεις. Και το σημαντικό είναι πως, ενώ ο Tarr υπογράφει κάτι με πολύ ισχυρή σφραγίδα εντοπιότητας, που συνδέεται με ζητήματα που τον αφορούν με τον αμεσότερο δυνατό τρόπο λόγω εθνικού χαρακτήρα, υιοθετεί ταυτόχρονα μια γλώσσα η οποία, λόγω της μεγάλης ποικιλίας των επιρροών από τις οποίες δανείζεται, διαθέτει μια παγκόσμια εμβέλεια.
Ο Ούγγρος μετρ δεν χρυσώνει το χάπι όσον αφορά στο να δείξει όλο το εύρος της προσωπικής απελπισίας και απόγνωσης των ηρώων της πλοκής του, ειδικά του πρωταγωνιστή του. Ξεδιπλώνοντας την απαισιόδοξη οπτική του περί της ύπαρξης, την εντάσσει περισσότερο σε ένα κοινωνικό πλαίσιο (με αντίστοιχες αναφορές σε επίπεδο διαλόγων) παρά καθαρά φιλοσοφικό όπως για παράδειγμα στο «Άλογο του Τορίνο» μεταγενέστερα. Η αδυσώπητη ηχητική μπάντα, εξίσου επίμονη στο να υπογραμμίσει τόσο τον θόρυβο μιας μηχανής όσο και το υποτιθέμενο κέφι ενός γλεντιού, υπενθυμίζει συνεχώς τα ασφυκτικά πλαίσια που επικρατούν, τη μηχανιστική λογική των δομών και τη ρουτίνα που ισοπεδώνει κάθε περιθώριο απόδρασης από τη συλλογική θλίψη που μοιάζει να είναι η νόρμα. Η αφαίρεση που ακολουθείται σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιστορίας είναι εσκεμμένη, καθώς η έμφαση βρίσκεται στην ατμόσφαιρα και στη χρήση της κινηματογραφικής γλώσσας προκειμένου να περάσει στον θεατή το μαράζωμα των χαρακτήρων με τον μέγιστο δυνατό συναισθηματικό αντίκτυπο.
Πολλά κλασικά μοτίβα του νουάρ εντοπίζονται, από τη μοιραία γυναίκα μέχρι τον αλκοολισμό, αλλά όσο το «Κολαστήριο» κλείνει το μάτι στο συγκεκριμένο είδος άλλο τόσο το αποδομεί με πινελιές απρόσμενες, σαν να μη θέλει να μπει κάτω από ταμπέλες αλλά να λειτουργήσει υπερβατικά, ως ένας γενικότερος στοχασμός επάνω στον απονεκρωμένο αξιακά άνθρωπο και το περιβάλλον που τον οδηγεί σε αυτό το σημείο. Τα δε συμπεράσματα στα οποία οδηγείται το σενάριο γύρω από την αναπόδραστη παρακμή του ατόμου εντός μιας συνθήκης που του περιορίζει το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό ίσως να φαίνονταν υπερβολικά πεσιμιστικά ακόμη και για το γούστο ενός Billy Wilder όταν κινηματογραφούσε το «Με Διπλή Ταυτότητα».
Οι συμβολισμοί που χρησιμοποιούνται άλλοτε είναι περισσότερο προφανείς (το «Titanik Bar» στο οποίο περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου του ο πρωταγωνιστής) και άλλοτε λιγότερο (η ασταμάτητη βροχή, σίγουρα ένα στοιχείο που έχει ως πηγή έμπνευσης τον Tarkovsky, αποκτά σαφέστερο νόημα σε συνάρτηση με τις παραπομπές στην Παλαιά Διαθήκη που κάνει ένας εκ των επικουρικών χαρακτήρων της ταινίας). Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως έχουν ενταχθεί στο σύνολο με έναν τρόπο τέτοιο που ενδυναμώνει τη νοηματική ουσιαστικά (και όχι με πρόθεση έναν επιδερμικό εντυπωσιασμό για όσους «πιάσουν» την εκάστοτε αλληγορία) και παράλληλα προσθέτει στην κυριάρχη αισθητική.
Πάντως, ενώ το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο είναι πάρα πολύ συγκεκριμένο και αποτελεί τον κεντρικό άξονα της δραματουργίας, υπάρχει μια διαχρονικότητα στις διαπιστώσεις που εξάγονται, και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Tarr θα επέστρεφε σε παρόμοιους προβληματισμούς σε στιγμές στη φιλμογραφία του με διαφορετικές ιστορικές αφετηρίες. Και είναι αυτό ακριβώς το γνώρισμα που καθιστά την οδύνη του «Κολαστηρίου» βασανιστικά οικεία για τον κάθε θεατή, ανεξαρτήτως παραστάσεων».