Ένα ακόμη μνημείο πολιτισμού, ως αξιόλογο δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, αποκτά η Θεσσαλονίκη και μάλιστα μέσα στο λιμάνι. Η Αποθήκη 10, που βρίσκεται πίσω από το παλιό τελωνείο, στο οποίο σήμερα στεγάζεται ο επιβατικός σταθμός, χαρακτηρίζεται ως μνημείο και προστατεύεται από τους αντίστοιχους νόμους.
Το κτήριο, συνολικού εμβαδού 2010,12 τ.μ., κατασκευάστηκε μεταξύ του 1909 και του 1914 - σίγουρα πάντως πριν την πυρκαγιά του 1917- και ανήκει στην κυριότητα του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ Α.Ε.).
Η Διεύθυνση Προστασίας και Αναστήλωσης Νεότερων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, πρότεινε να χαρακτηριστεί ως μνημείο πολιτισμού, μετά την εκτίμηση ότι «αποτελεί αξιόλογο δείγμα βιομηχανικού κτηρίου των αρχών του 20ου αιώνα, της περιόδου της ανάπτυξης του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, διαθέτει χαρακτηριστικά ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, τεχνικής, και εν γένει ιστορικής και βιομηχανικής σημασίας καθώς, παρά τις μικρές αλλοιώσεις που έχει υποστεί, διατηρεί την τυπολογία του, διαθέτει αξιόλογα αρχιτεκτονικά στοιχεία βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, αποτελεί μοναδικό δείγμα κτηρίου με την δεδομένη κατασκευαστική δομή στην Θεσσαλονίκη και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός αρχιτεκτονικού συνόλου κτηρίων, ιδιαίτερα σημαντικού για τη διατήρηση της αρχικής φάσης κατασκευής του σύγχρονου λιμανιού της Θεσσαλονίκης και επομένως αποτελεί τεκμήριο της εξέλιξης της περιοχής από αρχιτεκτονική, ιστορική και οικονομική άποψη».
Η πρόταση έγινε δεκτή, ενώ είχε προηγηθεί η εισήγηση της Υπηρεσίας Νεοτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία κατέθεσε αιτήσεις για αλλαγή χρήσης και αναδιαμορφώσεις των όψεων και του εσωτερικού του κτηρίου.

Πληροφορίες της Voria.gr αναφέρουν πως η Αποθήκη 10 είναι μισθωμένη, ωστόσο στο εξής για οποιαδήποτε χρήση της θα πρέπει να ενημερώνονται οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού, ενώ εντός του λιμανιού έχουν χαρακτηριστεί από το 2000 ως ιστορικά κτήρια 4 κτίσματα από το συγκρότημα των στάβλων, καθώς και τα κελύφη δύο κτηρίων από το ίδιο συγκρότημα.
Η Αποθήκη 10 εντάσσεται στο κεντρικό τμήμα του λιμανιού, πίσω από το κτήριο του παλιού Τελωνείου και νυν επιβατικό σταθμό, το οποίο έχει χαρακτηριστεί από το ΥΠ.ΠΟ. ως «οίκημα χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας» με υπουργική απόφαση του 1977, ενώ επιπλέον βρίσκεται στο τμήμα του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκη που από το 1994 έχει χαρακτηριστεί και οριοθετηθεί ως ιστορικός τόπος.
Η ιστορία του λιμανιού Θεσσαλονίκης
Το λιμάνι Θεσσαλονίκης, ήταν από τους ρωμαϊκούς ακόμα χρόνους, αναπόσπαστο τμήμα της πόλης. Άκμασε στους βυζαντινούς χρόνους, ωστόσο με την οθωμανική κατάκτηση της πόλης (1430) και ειδικά στο πρώτο μέρος της οθωμανικής περιόδου, παρήκμασε καθώς ο πληθυσμός της πόλης μειώθηκε δραστικά.
Με τον σταδιακό εποικισμό της από χριστιανούς και μουσουλμάνους της Μικράς Ασίας και την έλευση των Εβραίων προσφύγων (κυρίως Σεφαραδίτες από την Ισπανία, μετά το 1492), ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε και η λειτουργία του λιμανιού ανέκαμψε. Το 1869 η οθωμανική κυβέρνηση κατεδάφισε το παραλιακό τείχος της πόλης προκειμένου να επεκτείνει το λιμάνι και να κατασκευάσει την προκυμαία του (1876), για τη διευκόλυνση του ελλιμενισμού των ατμόπλοιων. Το τότε λιμάνι της Θεσσαλονίκης, που εκτεινόταν από το Λευκό Πύργο μέχρι τη σημερινή Προβλήτα Α’ (που δεν ήταν στη σημερινή μορφή της), δεν κάλυπτε τις ανάγκες της πόλης.
Η κατασκευή του τεχνητού λιμανιού της Θεσσαλονίκης, απασχόλησε τις οθωμανικές αρχές από το 1872, με μία σειρά από σχέδια Γάλλων μηχανικών. Ωστόσο, μόλις το 1896 ανατέθηκε στην εταιρεία του Edmond Bartissol, η κατασκευή του λιμανιού, και μόλις το 1904, υπογράφηκε σχετική σύμβαση μεταξύ της οθωμανικής κυβέρνησης και της εν λόγω εταιρείας με την επωνυμία «Ανώνυμη Οθωμανική Εταιρεία Κατασκευής του Λιμένος Θεσσαλονίκης», για 40ετη εκμετάλλευση και ιδιοκτησία έκτασης 150.000 τ.μ. Στο πλαίσιο κατασκευής του λιμανιού Θεσσαλονίκης, από γαλλικές εταιρείες, επιχείρηση που διήρκησε από το 1896 έως το 1930, όταν και το ελληνικό κράτος εξαγόρασε το δικαίωμα λειτουργίας του, κατασκευάστηκε ένα μεγάλο μέρος των υποδομών του.

Η Αποθήκη 10
Η Αποθήκη 10, κατασκευάστηκε μεταξύ του 1909 και του 1914, όπως αποτυπώνεται σε φωτογραφία των γαλλικών αρχείων πριν τη φονική πυρκαγιά toy 1917. Έχει κάλυψη συνολικού εμβαδού 2019,12 τ.μ., είναι κτήριο ισόγειο, παραλληλόγραμμου σχήματος, διαστάσεων 75,20x26,85 μ.. και ύψους 7,40 μ. (με τη στέγη του σε ύψος 12,80 μ.), με εμφανή μεταλλικό φέροντα οργανισμό και πλήρωση με προκατασκευασμένα στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος.
Εσωτερικά ο χώρος είναι ενιαίος, με εξαίρεση την κατασκευή δύο μικρών διαστάσεων και ύψους νεώτερων χώρων, πιθανά γραφείων.
Η κατάσταση διατήρησης του κτηρίου κρίνεται, σε γενικές γραμμές, σχετικά καλή και λόγω της συνεχούς χρήσης του δεν καταγράφονται ουσιώδεις φθορές.
Η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας πρότεινε « … τον χαρακτηρισμό, ως μνημείο, της Αποθήκης 10, του Λιμένος Θεσσαλονίκης, φερόμενης ιδιοκτησίας ΟΛΘ ΑΕ, εντός του ιστορικού τόπου του δήμου Θεσσαλονίκης, και έναντι του χαρακτηρισμένου, από το ΥΠ.ΠΟ.Α., ως "οίκημα χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας" κτηρίου του παλιού Τελωνείου (νυν επιβατικός σταθμός), λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, τεχνικής, και εν γένει ιστορικής και βιομηχανικής σημασίας καθώς, ανεξαρτήτως των παρατηρούμενων τοπικών αλλοιώσεων, διατηρεί την τυπολογία του, διαθέτει αξιόλογα αρχιτεκτονικά στοιχεία βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, αποτελεί μοναδικό δείγμα κτηρίου με την δεδομένου κατασκευαστική δομή στην Θεσσαλονίκη, και πιθανά σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα, διατηρεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, την υλική υπόσταση και την αυθεντικότητά του, και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός αρχιτεκτονικού συνόλου κτηρίων, ιδιαίτερα σημαντικού για τη διατήρηση της αρχικής φάσης κατασκευής του σύγχρονου λιμανιού της Θεσσαλονίκης».
Μετά την εξέταση του σχετικού φακέλου η Διεύθυνση Προστασίας και αναστήλωσης Νεότερων και Σύγχρονων Μνημείων της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων του υπουργείου Πολιτισμού, έκρινε ότι το κέλυφος του κτηρίου της Αποθήκης 10, «πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για τον χαρακτηρισμό του ως μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού».