Ένας γενειοφόρος άντρας με μακριά μαλλιά, μανδύα πάνω από το ρούχο του και ημισφαιρικό ψηλό καπέλο, που παραπέμπει σε Πέρση αξιωματούχο ή απλό στρατιώτη, ενισχύει την περσική παρουσία στη Μακεδονία τον 5ο π.Χ. αιώνα.
Δύο μοναδικά αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν στην Τούμπα και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης αποκαλύπτουν άγνωστες ιστορίες από την παραμονή των Περσών στη Μακεδονία, κατά την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα.
Τα ευρήματα προέρχονται από τον αρχαίο οικισμό στην Τούμπα Θεσσαλονίκης, που ταυτίζεται με ένα από τα πολίσματα -πιθανόν το κεντρικό-, αυτό της αρχαίας Θέρμης. Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με τον γεωγράφο-ιστορικό-συγγραφέα και φιλόσοφο, Στράβωνα, ο Κάσσανδρος ίδρυσε τη Θεσσαλονίκη το 316/315 π.Χ., με τη μέθοδο του συνοικισμού, μεταφέροντας δηλαδή κατοίκους από 26 (ή μήπως 54;) κώμες και πολίσματα (οικισμούς και μικρότερες πόλεις) που βρίσκονταν σε μια ακτίνα 35 χιλιομέτρων περιμετρικά της νέας πόλης.
Τα δύο σπουδαία ευρήματα είναι ένα θραύσμα αγγείου τοπικού κεραμικού εργαστηρίου που εντοπίστηκε το 1986 στη διάρκεια των ανασκαφών στην Τούμπα, στο εσωτερικό ενός λάκκου, καθώς και ένα θραύσμα κεραμίδας το οποίο παρέδωσε την ίδια χρονιά στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, κάτοικος της περιοχής από την οδό Ορτανσίας.
Σύμφωνα με την ενημέρωση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, «στο πρώτο, διατηρείται το κεφάλι εγχάρακτης μορφής, η οποία φέρει ημισφαιρικό ψηλό κάλυμμα διακοσμημένο με λοξές γραμμές, ενώ ανάλογη μορφή υπάρχει και στο δεύτερο αντικείμενο. Πρόκειται για γενειοφόρο άνδρα με παρόμοιο κάλυμμα κεφαλής κάτω από το οποίο προβάλλουν τα μακριά μαλλιά του. Στέκεται κοιτάζοντας προς τα δεξιά, κρατώντας και με τα δύο χέρια του επίμηκες αντικείμενο. Φορά μακρύ ένδυμα και ένα είδος μανδύα πάνω από αυτό. Όσον αφορά στις επιγραφές που υπάρχουν και στα δύο αντικείμενα έχουν χαραχτεί από δεξιά προς τα αριστερά και αποτελούνται από σύμβολα, 11 στο πρώτο και δεκαέξι 16 στο δεύτερο, που δεν αντιστοιχούν στο ελληνικό αλφάβητο».
Άρα το μυστήριο περιπλέκεται όχι μόνον αναφορικά με την ταυτότητα των αντρών, αλλά και με τα μηνύματα που έστελναν οι δύο σημαντικές αρχαιότητες. Ποιοι εικονίζονται στο θραύσμα αγγείου και στο κομμάτι της κεραμίδας; Ήταν Πέρσες στρατιώτες ή αξιωματικοί του στρατού ξηράς ή του στόλου που έφτασε τον 5ο αι. π.Χ. στη μακεδονική ενδοχώρα ή Μακεδόνες που υπηρετούσαν στον περσικό στρατό; Μέχρι στιγμής μόνο η εποχή δεν αμφισβητείται, καθώς μιλάμε για τον 5ο αι. π.Χ., όπως επίσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η παρουσία του περσικού στρατού στον βορρά.
«Το κάλυμμα της κεφαλής με το καμπύλο περίγραμμα και των δύο μορφών, το μακρύ ένδυμα αλλά και ο τρόπος που κρατά η μορφή με τα δυο της χέρια το αντικείμενο, το οποίο θα μπορούσε να ερμηνευτεί είτε ως δόρυ είτε ως σκήπτρο, θυμίζουν αντίστοιχες μορφές στρατιωτών ή αξιωματούχων της περσικής αυλής, γνωστές από την τέχνη των Αχαιμενιδών, όπως είναι τα ανάγλυφα της Περσέπολης ή αυτά από τα Σούσα. Η ομοιότητα από την άλλη που παρουσιάζουν κάποια από τα σύμβολα της επιγραφής στην κεραμίδα με αυτά από την καρική επιγραφή που εντοπίστηκε στον αρχαίο οικισμό στο Καραμπουρνάκι, δεν αποκλείουν τη χρήση του καρικού αλφαβήτου», αναφέρει στην εξήγησή του το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης που φιλοξενεί τα δύο εκθέματα στη Μόνιμη Έκθεση «Θεσσαλονίκη Μακεδονίας Μητρόπολις».
Ο Γιάννης Ξυδόπουλος, καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο ΑΠΘ, και η Ευρυδίκη Κεφαλίδου, καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, μελέτησαν τα δύο θραύσματα και κατέληξαν πως οι επιγραφές που φέρουν είναι «σε μια άγνωστη γραφή/γλώσσα ή ίσως και γλώσσες».
Αναζητώντας την εθνικότητα των ανθρώπων που έγραψαν αυτές τις επιγραφές, εστίασαν στους διάφορους λαούς που ακολούθησαν τον στρατό του Ξέρξη κατά την εκστρατεία του στην Ελλάδα (480 π.Χ.).
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, «ὁ μὲν δὴ ναυτικὸς στρατὸς αὐτοῦ περὶ Ἄξιον ποταμὸν καὶ πόλιν Θέρμην καὶ τὰς μεταξὺ πόλιας τούτων περιμένων βασιλέα στρατοπεδεύετο, Ξέρξης δὲ καὶ ὁ πεζὸς στρατὸς ἐπορεύετο». Οι Πέρσες λοιπόν έφτασαν στη Μακεδονία, αλλά ποιοι ήταν αυτοί που καταπώς φαίνεται στρατοπέδευσαν στην Τούμπα;
Το κεραμίδι φαίνεται να προέρχεται από ένα τοπικό εργαστήριο της Τούμπας, ενώ το θραύσμα ανήκει σε αγγείο που είτε κατασκευάστηκε στην Τούμπα είτε προέρχεται από άλλο εργαστήριο της Μακεδονίας, είτε ακόμη και του βορείου Αιγαίου.
«Εάν η γραφή είναι κάποια μορφή ελληνικής, τότε πιθανοί υποψήφιοι που χάραξαν αυτές τις λέξεις (αν είναι πράγματι λέξεις) θα μπορούσαν να είναι:
α) οι αυτόχθονες πληθυσμοί της Χαλκιδικής, είτε άποικοι από τον νότο είτε ντόπιοι Χαλκιδείς,
β) Έλληνες που υπηρετούσαν στον περσικό στρατό,
γ) τοπικοί Μακεδόνες, που προσπαθούσαν να εξασκήσουν τη γραφή τους στα ελληνικά», σημειώνουν ο Γ. Ξυδόπουλος και η Ευρ. Κεφαλίδου.
Οι ίδιοι ωστόσο εκτιμούν πως η γραφή στις αρχαιότητες δεν είναι ελληνική και, σε μια τέτοια περίπτωση, αναφέρουν πως θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο στρατιωτών στον περσικό στρατό, που δεν ήταν Έλληνες.
Ανεξάρτητα από το ποιοι απεικονίζονται και τι μηνύματα θέλησαν να στείλουν, γεγονός είναι πως οι δύο αρχαιότητες υποδηλώνουν μια ισχυρή περσική παρουσία στη Μακεδονία από το 492 έως το 479 π.Χ. -και ίσως μια πιο διακριτική από το 513 έως το 492 π.Χ.
«Είτε Πέρσες είτε Μήδοι, είτε Λύκιοι, Λύδιοι, Κάρες, Φοίνικες, Ίωνες, Κύπριοι ή ντόπιοι, άφησαν τα αιώνια σημάδια τους –και ένα ακόμη άλυτο πρόβλημα– σε αυτό που μπορεί απλώς να ήταν μια άσκηση γραφής πάνω σε σπασμένα κεραμικά απορρίμματα. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύουμε ότι αυτά εγχάρακτα θραύσματα αποκαλύπτουν μια άλλη όψη του πολέμου· αυτήν κατά την οποία οι στρατιώτες είχαν πλήρη επίγνωση του τόπου όπου βρίσκονταν και κατανοούσαν τον ρόλο τους σε ένα σκληρό και αδυσώπητο περιβάλλον», καταλήγουν οι δύο ερευνητές.