Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Τα θρυλικά υφαντά της Όσσας αποκαλύπτονται για πρώτη φορά στο κοινό

Από το 1850 έως την τελευταία υφάντρα κυρά Βαγγελιώ Καμάρη, τα υφαντά της Όσσας αποτελούν σπάνιο δείγμα της βορειοελλαδίτικης λαογραφίας

Στις 30 του περασμένου Απριλίου, η κυρά Βαγγελιώ Πασχαλίδου Καμάρη φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 86 ετών.

Ήταν η τελευταία υφάντρα της Όσσας, και μέχρι και λίγο καιρό πριν κλείσει τα μάτια της για πάντα, συνέχιζε μια παράδοση που άρχισε από τα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχιζόταν έως τις μέρες μας.

Image

«Δουλεύω τον αργαλειό από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, γιατί η μάνα μου είχε καεί και δεν μπορούσε να μου κάνει την προίκα. Κάηκε από τον ασβέστη. Μόνο τρεις μήνες πήγα σχολείο και μετά, έπρεπε ας πούμε, να μάθω τις δουλειές του σπιτιού. Είχα μια γριούλα, είχε βάλει έναν αργαλειό χοντρό, κάτι μαλλιώτες κάπες κάνανε και μ’ έβαζε εκεί πρώτα πρώτα η γιαγιά, να μάθω τα πόδια. Από κει ξεκίνησα σιγά σιγά μόνη μου. Μόνη μου όταν αδειάζω και τις κλωστές, μόνη μου τα περνάω χωρίς δεύτερο άτομο», είχε πει κάποτε σε μια από τις συνεντεύξεις της.

Και εάν η κυρά Βαγγελιώ έφυγε παίρνοντας μαζί της όλη αυτήν την τέχνη και την παράδοση, η κληρονομιά και η φήμη των θρυλικών υφαντών της Όσσας που βγήκαν από αργαλειούς σε σπίτια σκορπισμένα στις πλαγιές του Βερτίσκου, παραμένει ζωντανή.

Image

Τα περίτεχνα εργόχειρα, βγήκαν από τα σεντούκια των Οσσαίων, όπου τα φύλαγαν σφαλισμένα «ως κόρη οφθαλμού» και για πρώτη φορά ταξίδεψαν στην Αθήνα ώστε να εκτεθούν στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη», στην Πλάκα.

Μια πρωτοβουλία που ανοίγει ένα νέο μεγάλο κεφάλαιο για την ελληνική λαογραφία, αφού τα έργα τέχνης που έβγαιναν τους περασμένους δύο αιώνες από τους αργαλειούς των γυναικών της Όσσας, ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό και δίνεται πια η ευκαιρία να εκτεθούν και φυσικά να καταγραφούν.

Τα κειμήλια του αργαλειού

Η Όσσα, ένα χωριό του νομού Θεσσαλονίκης περίπου 350 κατοίκων σκαρφαλωμένο στο όρος Βερτίσκος και σε υψόμετρο 650 μέτρων, είναι γνωστό σήμερα για τα τραγανά του κεράσια, αλλά και την πλούσια πολιτιστική και λαογραφική του παράδοση.

Από τον 18ο αιώνα, γίνεται γνωστό στην υπό οθωμανική τότε κατοχή περιοχή για τους ξακουστούς υποδηματοποιούς του.

Image

Σύμφωνα με συγγραφείς και άλλες πηγές του 20ού αιώνα, εκτός από τους φημισμένους παπουτσήδες, ιδιαίτερη σημασία από το 1850 περίπου και μετά, έδιναν οι γυναίκες στα υφαντά, τα οποία δημιουργούσαν.

Τα υφαντά αυτά μάλιστα πωλούνταν ενισχύοντας το εισόδημα των οικογενειών της εποχής.

Image

Όπως εξηγεί στην Voria.gr ο γραμματέας του Συλλόγου Οσσαίων «Η Αγία Κυράννα» Άγγελος Μήτσας και ιθύνων νους, μαζί με την πρόεδρο Σοφία Καραϊωάννου, της καθόδου των υφαντών στην Αθήνα, «επρόκειτο για εργόχειρα φτιαγμένα με ιδιαίτερη τέχνη, καθώς ήταν πλουμιστά όσον αφορά το σχέδιο, τα μοτίβα και τα χρώματα».

Τα σπάνια στρωσίδια και μπάντες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά το συμμετρικό σχέδιό τους, τα έντονα φυσικά χρώματα βαφής και τα νατουραλιστικά ή γεωμετρικά μοτίβα (ρόμβος, χελιδόνι -τα χελιδωνάτα), εντυπωσίαζαν εκείνα τα χρόνια και οι έχοντες, πλήρωναν πολλές φορές αδρά για να τα αποκτήσουν.

Image

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στο «Μακεδονικόν Ημερολόγιον» του 1909 αφιερώνεται ολόκληρη παράγραφος για τις υφάντρες της Όσσας, δείχνοντας έτσι ότι αυτές δεν είναι κάτι αμελητέο.

Η τέχνη του υφαντού συνέχισε στην Όσσα, πέρασε μέρες ευημερίας, ωστόσο η έλευση της βιοτεχνίας και των σύγχρονων μηχανών την οδήγησε σε μαρασμό. Υφαντά υφαίνονταν στην Όσσα σε ευρεία κλίμακα έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60, με τα σχέδια ωστόσο να απλοποιούνται και να μην θυμίζουν τα άλλοτε πλουμιστά δημιουργήματα.

Κληρονομιά και ανάδειξη

Με εξαίρεση την κυρά Βαγγελιώ που κράτησε την παράδοση μέχρι τον θάνατό της, νέα υφαντά δεν έγιναν στην Όσσα, ωστόσο αυτά που είχαν γίνει στο πέρασμα των δεκαετιών φυλάχθηκαν κληρονομήθηκαν στους νεότερους και σήμερα αποτελούν έργα ιδιαίτερης αξίας.

Image

«Τα υφαντά περνούν ως κληρονομιά από γενιά σε γενιά και είθισται ορισμένοι να τα βγάζουν σε ειδικές περιστάσεις και γιορτές», αναφέρει ο κ. Μήτσας, ενώ σύμφωνα με τον ίδιο στο μουσείο Χατζημιχάλη εκτίθενται υφαντά που χρονολογούνται από την εποχή της τουρκοκρατίας.

«Η καταγραφή τους δεν έχει γίνει ποτέ και είναι μια ευκαιρία για την επιστημονική κοινότητα να τα μελετήσει, ώστε να αναδειχθούν περισσότερο», τονίζει ο πρόεδρος του Συλλόγου Οσσαίων.

Image

Μάλιστα ο δραστήριος Πολιτιστικός Σύλλογος έχει ήδη ξεκινήσει την επαγγελματική φωτογράφηση και την καταγραφή των υφαντών, ώστε να εκδοθεί το επόμενο διάστημα ένα λεύκωμα που θα εμπεριέχει όλα τα έργα τέχνης που έχουν παραμείνει αναλλοίωτα στα σπίτια της Όσσας.

Η έκθεση των υφαντών της Όσσας στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη», Αγγ. Χατζημιχάλη 6, στην Πλάκα, θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι τις 14 Ιανουαρίου 2024, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Παρασκευή 11:00-16:00, Σάββατο-Κυριακή 10:00-15:00, Δευτέρα κλειστά

Image