Στη φυλακή επιστρέφει η 63χρονη από τη Βουλγαρία που κατηγορείται για εξαπάτηση ηλικιωμένων, καθώς και άλλων πολιτών μέσω τηλεφώνου.
Διαβάστε - Θεσσαλονίκη: Η σπείρα απατεώνων, η λεία 300.000 ευρώ και ο... κάδος στην Αγίας Σοφίας
Η κατηγορούμενη καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 12 ετών από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης που δεν της αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό και αποφάσισε να μην αναστείλει την ποινή της.
Όπως είχε γράψει χθες η Voria.gr, συνολικά 18 άνθρωποι εξαπατήθηκαν μέσα σε ένα τρίμηνο από τη δράση του κυκλώματος, στο οποίο συμμετείχε η 63χρονη. Από τον Οκτώβριο του 2021 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2022 η σπείρα των απατεώνων - τα υπόλοιπα μέλη της οποίας δεν έχουν ταυτοποιηθεί - κατάφερε να αποσπάσει 286.000 ευρώ, 46 χρυσές λίρες και πολλά χρυσαφικά από ανυποψίαστους πολίτες με το πρόσχημα τροχαίου ατυχήματος συγγενικού τους προσώπου ή το ενδεχόμενο σύλληψης κάποιου οικείου τους.
Η αστυνομία έφτασε στα ίχνη της 63χρονης και τη συνέλαβε μέσω ενός... κάδου στην περιοχή της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη μετά από αλλεπάλληλες καταγγελίες, καθώς φαίνεται πως ήταν το πιο συχνό σημείο όπου άφηναν τα χρήματα τα θύματα μετά από υποδείξεις του κυκλώματος.
Την 63χρονη, που φέρεται να είχε τον ρόλο της συλλογής των χρημάτων από τα μέρη που τα άφηναν τα θύματα, αναγνώρισαν τουλάχιστον 10 εξαπατημένοι πολίτες, ενώ και η ίδια παραδέχθηκε τη συμμετοχή της. Ωστόσο, όπως ισχυρίστηκε, το έκανε μετά από εκβιασμό και μάλιστα επισήμανε πως δεν γνωρίζει τα υπόλοιπα μέλη, παρά μόνο μία συμπατριώτισσά της.
Κατά τη διάρκεια της απολογίας της, η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε πως ένας άνδρας, τον οποίο όπως είπε δεν είχε δει ποτέ, βρήκε μία αγγελία που είχε αναρτήσει η ίδια για δουλειά και της τηλεφώνησε, προσφέροντάς της εργασία. Όπως υποστήριξε, αυτό που της είπαν ότι έπρεπε να κάνει είναι να παραλαμβάνει τα χρήματα δήθεν ασθενών ενός επιφανούς ορθοπεδικού για διάφορες ιατρικές υπηρεσίες.
Σημειώνοντας πως δεν θα έκανε ποτέ κάτι παράνομο, ισχυρίστηκε πως στη συνέχεια δεχόταν απειλές για τη ζωή της, αλλά και των συγγενών της, αν δεν συνέχιζε τη συνεργασία με το κύκλωμα. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η ίδια αποκόμισε περίπου 2.000 ευρώ.
«Θέλω να ζητήσω συγγνώμη για αυτό που έκανα. Για πρώτη φορά συμβαίνει αυτό. Συγγνώμη σε όλους», είπε.
«Θα μπορούσε να πάει στην αστυνομία. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε, δεν είχε καμία ηθική αναστολή», είπε στην αγόρευσή της η εισαγγελέας που πρότεινε την ενοχή της.
Τα επίμαχα τηλεφωνήματα
Χαρακτηριστική ήταν η κατάθεση μίας ηλικιωμένης, η οποία δέχθηκε τηλεφώνημα αγνώστων, σύμφωνα με το οποίο ο εγγονός της «ήταν στην Ασφάλεια με Αλβανούς και θα πήγαινε φυλακή».
«Κάποιος μέσα έκλαιγε. Είπα "αγόρι μου, μη στεναχωριέσαι, εδώ είμαι εγώ". Στην αρχή μου ζήτησαν 1.500 ευρώ. Τα έβαλα σε μία τσάντα και τα κατέβασα στα κάγκελα του σπιτιού. Έβλεπα από το παράθυρο και μετά ήρθε αυτή και τα πήρε. Μιλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο», είπε μεταξύ άλλων η ηλικιωμένη.
Μάλιστα, η ίδια εμφανώς ταραγμένη γύρισε προς το μέρος της κατηγορούμενης και φώναξε «μην κουνάς το κεφάλι. Πήρες τα λεφτά μου».
Όπως αποκάλυψε η ηλικιωμένη, στη συνέχεια της ζήτησαν 6.000 ευρώ και μετά ακόμα 25.000 ευρώ. «Αυτά τα τύλιξα σε χαρτιά από το σούπερ μάρκετ και τα άφησα σε έναν κάδο στην Αγίας Σοφίας, όπως μου είπαν. Είπα, "Θεέ μου, βάζω τα λεφτά μου στα σκουπίδια"», σημείωσε η ηλικιωμένη και μάλιστα ανέφερε πως όταν σήκωσε από την τράπεζα τις 25.000 ευρώ, ένας υπάλληλος προσπάθησε να την προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να είναι απάτη. Τόνισε όμως πως δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο πέρα από τον εγγονό της. Τελικά, σύμφωνα με όσα περιέγραψε, πληροφορήθηκε πως ο εγγονός της ήταν εκδρομή με ένα από τα άλλα εγγόνια της και έτσι κατάλαβε πως εξαπατήθηκε.