Απάντηση στο υπόμνημα σωματείου εργαζομένων (ΣΕΕΚΘ) στην «ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ», στο οποίο κατήγγειλαν σειρά προβλημάτων που αφορούν τις γραμμές αστικής συγκοινωνίας του νομού, δίνει η εταιρεία.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η διοίκηση της «ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ» σχετικά με τις καταγγελίες των εργαζομένων για μηχανικές βλάβες στα λεωφορεία, «πρέπει να ληφθεί υπόψη ο όγκος του έργου που αναλαμβάνει η εταιρεία μας».
Συγκεκριμένα, η εταιρεία επισημαίνει πως «χρησιμοποιεί για τα δρομολόγιά της περίπου 300 λεωφορεία, τα οποία συντηρούνται άψογα και ελέγχονται διαρκώς, από ιδιόκτητο συνεργείο της εταιρείας μας, το οποίο υφίσταται για αυτόν ακριβώς το σκοπό. Καθημερινά εκτελούνται εκατοντάδες δρομολόγια προς προορισμούς τόσο εντός όσο και εκτός νομού, καλύπτοντας αποστάσεις χιλιάδων χιλιομέτρων. Είναι απόλυτα λογικό και ουσιαστικά αναπόφευκτο να παρουσιάζονται κατά καιρούς (ειδικά σε περιόδους με πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές θερμοκρασίες) κάποια τεχνικά ζητήματα σε μεμονωμένα λεωφορεία, τα οποία αντιμετωπίζονται άμεσα και αποτελεσματικά. Υφίσταται μάλιστα και ρητή σαφής οδηγία της διοίκησης προς τους οδηγούς να μην εκτελείται κανένα δρομολόγιο αν έχει παρουσιαστεί το παραμικρό πρόβλημα κατά τον έλεγχο και να ενημερώνουν άμεσα την εταιρεία, ακόμα και αν το πρόβλημα παρουσιαστεί εν κινήσει, οπότε και το δρομολόγιο διακόπτεται και άμεσα προστρέχει βοήθεια». «Σε καμία περίπτωση οι μεμονωμένες και απόλυτα αναμενόμενες τέτοιες βλάβες δεν συνιστούν μια εικόνα διάλυσης και εγκατάλειψης των λεωφορείων, όπως παρουσιάζεται από το σωματείο» τονίζει η εταιρεία.
Αναφορικά με την καταγγελία για στάσεις με ελλιπή φωτισμό, η «ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ» σημειώνει πως «θα πρέπει να τονιστεί ότι το ζήτημα του φωτισμού και γενικότερα της συντήρησης των στάσεων (εγκαταστάσεις, καθίσματα, καθαριότητα) εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας/ευθύνης της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αποκλειστική υποχρέωση της εταιρείας μας είναι η εγκατάσταση των σημάτων που ορίζουν το σημείο ως στάση. Σε κάθε περίπτωση, η εταιρεία μας ενδιαφέρεται για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και κατά τη διαμονή του στις στάσεις και συντάσσεται με τα αιτήματα για την μέριμνα σχετικά με την ακαταλληλότητά τους».
Για την αναφορά στην ανάγκη τοποθέτησης χημικής τουαλέτας στο σημείο έναρξης των δρομολογίων των λεωφορείων στο σταθμό των τρένων (οδός Μαργαροπούλου), η εταιρεία τονίζει πως «έχει προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ικανοποίηση του αιτήματος, οι οποίες όμως προσκρούουν στην άρνηση της ΓΑΙΟΣΕ. Ο μοναδικός χώρος στον οποίο θα μπορούσε να τοποθετηθεί τουαλέτα – και στον οποίον προτρέπουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να τοποθετηθεί αυτή – αποτελεί έκταση που ανήκει στη ΓΑΙΟΣΕ. Η εταιρεία μας έχει υποβάλει δεκάδες φορές το αίτημα για την χορήγηση άδειας προκειμένου να τοποθετήσει χημική τουαλέτα στην εν λόγω έκταση, πλην όμως η ιδιοκτήτρια εταιρεία αρνήθηκε να δώσει τη συναίνεσή της, σημειώνοντας ότι λίγα μέτρα πιο πέρα, εντός του σταθμού, υπάρχουν δημόσιες τουαλέτες που μπορούν να χρησιμοποιούν οι οδηγοί».
Προσθέτει δε πως το χρονοδιάγραμμα των δρομολογίων που εκτελεί η εταιρεία καθορίζεται από τον ΟΣΕΘ, «ο οποίος μάλιστα έχει χρονομετρήσει τους χρόνους που απαιτούνται για την εκτέλεση κάθε δρομολογίου, με τη συνδρομή ειδικών επιστημόνων. Συνεπώς, δεν γνωρίζουμε εάν και γιατί οι οδηγοί επιλέγουν να κινούνται με μεγαλύτερες ταχύτητες σε ορισμένα σημεία της διαδρομής, αλλά σίγουρα μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι αυτό δεν συμβαίνει γιατί δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στον προορισμό τους με φυσιολογικές ταχύτητες, ούτε υπάρχει σχετική οδηγία από την εταιρεία μας». Μάλιστα, συνεχίζει η εταιρεία, «πρέπει να σημειωθεί ότι τα όποια τυχόν πρόστιμα προκύψουν για υπερβολική ταχύτητα πληρώνονται αποκλειστικά από την ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε., συνεπώς η εταιρεία μας όχι μόνο δεν έχει κάποιο συμφέρον να χορηγήσει εντολές για κίνηση των οδηγών με μεγαλύτερες ταχύτητες, τουναντίον ζημιώνεται από τέτοιες συμπεριφορές και συνιστά την αποφυγή τους τόσο για λόγους ασφαλείας όσο και για την αποφυγή δυσμενών οικονομικών επιπτώσεων».
Κλείνοντας η «ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ» τονίζει ότι «το σωματείο εργαζομένων "ΣΕΕΚΘ", το οποίο συνέταξε το δημοσιευθέν υπόμνημα και έχει εδώ και καιρό ανοίξει ένα κύκλο αντιπαραθέσεων με την εταιρεία μας, εκπροσωπεί μια συγκεκριμένη μερίδα εργαζομένων, των οποίων κύρια συνδικαλιστική επιδίωξη είναι η μετατροπή των συμβάσεών τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Αν και η θέση της εταιρείας μας είναι ότι η απασχόλησή τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου τυγχάνει απολύτως νόμιμη, καθώς η απασχόλησή τους συνδέεται άρρηκτα με την ανάληψη των σχετικών έργων μεταφορών και συγκοινωνιών από την εταιρεία μας, εντούτοις η πρόταξη του όποιου συνδικαλιστικού αιτήματος είναι καταρχήν αναφαίρετο δικαίωμά τους». Ωστόσο, συμπληρώνει η εταιρεία, «το εν λόγω σωματείο αξιοποιεί αθέμιτους τρόπους προκειμένου να πιέσει την εταιρεία μας προς την επίτευξη των επιδιώξεών τους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και μια καμπάνια γενικής δυσφήμησης της εταιρείας μας σε κάθε πτυχή της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Η εν λόγω πρακτική, που έχει ως προφανή στόχο να μην επιτύχει η εταιρεία μας στον επικείμενο διαγωνισμό για την ανάληψη του έργου μέρους των αστικών συγκοινωνιών της πόλης, πέραν από ανεύθυνη και ανήθικη, σίγουρα είναι πολύ βολική για αλλότρια συμφέροντα ανταγωνιστών που προσβλέπουν στον ίδιο στόχο» καταλήγει η «ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ».
«Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι ο συντάκτης του άρθρου προέβη στην ανάρτηση των καταγγελιών του σωματείου, το οποίο βρίσκεται εν μέσω συνδικαλιστικών δράσεων για την πρόταξη διεκδικήσεων προς την εταιρεία μας και συνεπώς έχει λόγους να αμαυρώνει την εικόνα της με σκοπό να ενισχύσει την πίεση προς αυτήν, δίχως όμως να τηρήσει βασικές αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Είναι δεδομένο ότι εάν σκοπός ενός δημοσιεύματος είναι η αντικειμενική πληροφόρηση του κοινού, είναι απαραίτητη η ισότιμη παρουσίαση των επιχειρημάτων αμφότερων των πλευρών, και δη της απάντησης του καταγγελλόμενου, όταν πρόκειται για καταγγελίες. Αυτό προϋποθέτει βέβαια την επικοινωνία και με τις δύο πλευρές μιας αντιπαράθεσης, προτού υπάρξει οποιαδήποτε δημοσίευση. Αντίθετα, με τον τρόπο που λειτούργησε ο συντάκτης του άρθρου – και κατά συνέπεια ο ιστότοπός σας – αντί να συμβάλει στην αντικειμενική πληροφόρηση του κοινού, στην πραγματικότητα, ηθελημένα ή μη, συνέβαλε στην ενίσχυση μιας εσφαλμένης εικόνας κατάρρευσης μιας εταιρείας που έχει επιφορτιστεί με το σημαντικότατο έργο των υπεραστικών συγκοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, την οποία εικόνα προωθεί το σωματείο εργαζομένων για δικούς του σκοπούς. Θα περιμέναμε από έναν αξιόπιστο δημοσιογραφικό ιστότοπο να έχει επιδείξει μεγαλύτερη υπευθυνότητα, όταν γνωρίζει ότι η διασπορά τέτοιων ειδήσεων έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην επιτέλεση του έργου των συγκοινωνιών και μεταφορών, καθώς δημιουργεί φόβο και ανασφάλεια στο επιβατικό κοινό», καταλήγει η επιστολή της «ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ»