Skip to main content

Το στιλ της… Άγριας Δύσης υπονομεύει την ανάπτυξη στη Βόρεια Ελλάδα

Σε ένα άνευ ορίων μπάχαλο, μπορεί να είναι δυνατή η εκτόνωση, αλλά δεν υπάρχουν συνθήκες για τίποτε το δημιουργικό και παραγωγικό.

Για όσους το ξεχνούν: η αστική δημοκρατία είναι κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Είναι ο πλέον αποδοτικός μέχρι σήμερα τρόπος πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών. Ταυτόχρονα η αστική δημοκρατία –τέτοια είναι η Ελλάδα, τουλάχιστον στα χαρτιά- συνιστά οικονομικό μέγεθος, αφού η λειτουργία πολιτικών και οικονομικών θεσμών είναι απολύτως αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη και τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Να το πάρουμε αλλιώς: σε συνθήκες κάθε μορφής ολοκληρωτικών καθεστώτων η οικονομία προορίζεται να ευεργετεί τις πάσης φύσεως νομενκλατούρες. Αντίθετα, ο λαός περιορίζεται στο να υπηρετεί ένα σύστημα πλήρως υποταγμένο στου λίγους.

Δεν είναι τυχαίο –για παράδειγμα- ότι οι σοβαροί ξένοι που ενδιαφέρονται να κάνουν δουλειές στην Ελλάδα, δηλαδή να επενδύσουν, ρωτούν κατά προτεραιότητα για τη λειτουργία της δικαιοσύνης και την ταχύτητα της απονομής της. Ή ρωτούν για τη σταθερότητα του φορολογικού συστήματος, δηλαδή πόσο συχνά αλλάζουν οι σχετικοί νόμοι. Προφανώς δεν τους αφήνουν αδιάφορους και τα υπόλοιπα στοιχεία που αφορούν την ανταγωνιστικότητα, όπως το ύψος των μισθών και του μη μισθολογικού κόστους, αλλά και τα ποσοστά των φορολογικών συντελεστών, αλλά οι επιχειρηματίες αντιλαμβάνονται πλήρως τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο να κάνεις μια δουλειά, στην οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσεις τα υφιστάμενα κόστη, έστω κι αν τα θεωρείς υψηλά, και στο να εμπλακείς στην… περιπέτεια, αλλά να μην καταφέρεις τελικά να κάνεις τη δουλειά επειδή μια δικαστική απόφαση –για παράδειγμα για μια αδειοδότηση- εκκρεμεί για χρόνια. Ή επειδή στην αφετηρία της επένδυσης οι φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις είναι 30% και μετά από λίγους μήνες, ένα ή δύο χρόνια, μπορούν να φτάσουν στο 50% ή στο 60%.

Εξίσου σημαντικές για την οικονομία και την ανάπτυξη, δηλαδή την παραγωγή, την διανομή και την αναδιανομή πλούτου, είναι οι κοινωνικές ισορροπίες. Η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος, μέσω των θεσμών της αστικής δημοκρατίας. Σε ένα άνευ ορίων μπάχαλο, μπορεί να είναι δυνατή η εκτόνωση, αλλά δεν υπάρχουν συνθήκες για τίποτε το δημιουργικό και παραγωγικό.

Στην Αμερική του 19ου αιώνα, την εποχή της Άγριας Δύσης, οι δουλειές γίνονταν με τα όπλα. Με τα περίστροφα και τα τουφέκια. Η Ελλάδα, όμως, δεν είναι Αμερική του 19ου αιώνα, ούτε η Βόρεια Ελλάδα έχει κάποια κοινά με την Άγρια Δύση. Δύο γεγονότα του τελευταίου διαστήματος αποδεικνύουν ότι το 2019 για την Ελλάδα –και ειδικότερα για τη Βόρεια Ελλάδα- τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ο προπηλακισμός του δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη δίπλα στο Λευκό Πύργο και η αφισοκόλληση σε πόλεις της Β. Ελλάδος με τις φωτογραφίες των βουλευτών που προτίθενται να υπερψηφίσουν τη συμφωνία των Πρεσπών, ανήκουν στην κατηγορία των ενεργειών που υπονομεύουν –τουλάχιστον εν μέρει και σε κάποιο βαθμό- την αστική δημοκρατία. Εν μέρει, διότι οι συγκεκριμένες ενέργειες έχουν δύο φάσεις. Η πρώτη είναι αυτές καθαυτές οι ενέργειες και η δεύτερη η αντίδραση του συστήματος. Και στη μεν περίπτωση Μπουτάρη όσοι ταυτοποιήθηκαν ότι συμμετείχαν στα επεισόδια οδηγούνται ήδη στη δικαιοσύνη, μαζί με όσους θεωρούνται ηθικοί αυτουργοί. Στη δε περίπτωση της «επικήρυξης»  άρχισαν οι συλλήψεις και πιθανόν θα ακολουθήσουν διώξεις. Βέβαια μέχρι στιγμής οι συλλήψεις έγιναν για το αδίκημα της παράνομης αφισοκόλλησης, κάτι πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Η συγκεκριμένη κίνηση σε μια χώρα, στην οποία οι πάντες, από τον πρωθυπουργό και όλα τα κόμματα μέχρι τον Σάκη Ρουβά και όλους τους τραγουδιστές και ηθοποιούς, μπορεί να τοιχοκολλά αφίσες οπουδήποτε χωρίς τιμωρία –χωρίς ούτε καν ενόχληση- μπορεί να θεωρηθεί προκλητική και υποκριτική, να ενοχλήσει, να εκνευρίσει και να ριζοσπαστικοποιήσει κάποιους. Το θέμα, όμως, εν προκειμένω (πρέπει να) είναι το περιεχόμενο των αφισών και αν στην παρούσα συγκυρία υποκρύπτει απειλή, πίεση, εκβιασμό, εκφοβισμό ή διασυρμό. Πρόκειται, δηλαδή, σαφώς για πολιτικό θέμα, το οποίο επιχειρείται να αντιμετωπιστεί όχι ως προς την ουσία του, αλλά ως… τεχνικό ζήτημα. Πάντως, το γεγονός ότι το σύστημα αντέδρασε στις παράνομες πράξεις είναι ενθαρρυντικό, όσο και αυτονόητο. Αλλά όταν κάποιοι ανάμεσά μας φτάνουν στο σημείο να δείρουν δήμαρχο και κάποιοι άλλοι –ή μήπως οι ίδιοι;- να επικηρύξουν βουλευτές σε στυλ «wanted» κάτι δεν πηγαίνει καλά.

Όπως κατ’ επανάληψη κάποιοι που διαφωνούν με την επένδυση του χρυσού στη Χαλκιδική οργανώνουν κινητοποιήσεις στην περιοχή, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, οι οποίες δεν είναι πάντα ειρηνικές. Οι σκηνές με τα κυνηγητά και τις φωτιές που έκαναν το γύρο του κόσμου, βρίσκονται στο ίντερνετ και στα αρχεία των τηλεοπτικών δικτύων. Η αυτοδικία και το πεζοδρόμιο είναι υπαρκτά φαινόμενα, που καλό είναι να παραμείνουν στο περιθώριο. Δεν γίνεται να αποτελούν οργανικό κομμάτι της αστικής δημοκρατίας, που παρέχει δικλείδες ασφαλείας στους διαφωνούντες, όσο σοβαρά κι αν είναι τα πράγματα. Πρωτίστως στη δημοκρατία υπάρχουν οι εκλογές και τα δικαστήρια. Για να περάσουν τα μηνύματα της κοινωνίας των πολιτών υπάρχουν τα ειρηνικά συλλαλητήρια, η συλλογή υπογραφών, τα social media. Πολλοί τρόποι που προάγουν το δημόσιο διάλογο και οδηγούν στη διαμόρφωση ενός σταθερού κοινωνικού περιβάλλοντος.

Προφανώς η συμφωνία των Πρεσπών συνιστά εθνικό θέμα. Όπως και η οικονομία, που για πολλούς ανάμεσά μας είναι μάλλον το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας. Διότι εάν η Ελλάδα ήταν σε μια κανονική οικονομική κατάσταση, πιθανόν τα ζητήματα με τους γείτονες της να ήταν λιγότερα. Το βέβαιον είναι ότι θα τα αντιμετώπιζε από διαφορετική, προφανώς καλύτερη θέση. Αλλά και η διαχείριση των εθνικών θεμάτων προβλέπεται στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Την πρωταρχική ευθύνη έχουν οι κυβερνήσεις, οι οποίες ενίοτε δεν κάνουν τις καταλληλότερες επιλογές. Ακολουθεί ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος που κρίνει, συμφωνεί ή διαφωνεί, αλλά κι αυτός ενίοτε δεν έχει καλή απόδοση. Τελευταίοι στη σειρά, αλλά ταυτόχρονα η αδιαμφισβήτητη βάση του συστήματος, είναι οι πολίτες. Διαμαρτύρονται, ξεσηκώνονται, παρεμβαίνουν ατομικά ή ομαδικά και όταν έρχεται η ώρα ψηφίζουν. Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού και με μαθηματική ακρίβεια λειτουργούν ως μπούμερανγκ, καθώς έχουν ανασταλτικά έως αρνητικά αποτελέσματα στην οικονομία και την ανάπτυξη.

ΥΓ. Στο διεθνές μπεστ σέλερ βιβλίο με τίτλο «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη) οι αμερικανοί οικονομολόγοι Ντάρον Ατζέμογλου, καθηγητής στο Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης και Τζέιμς Ρόμπενσον, καθηγητής στο Χάρβαρντ, ασχολούνται με τα «αίτια της φτώχειας και του πλούτου των κρατών». Σύμφωνα με τους δύο ακαδημαϊκούς για τη μοίρα των κρατών δεν ευθύνονται κυρίως η γεωγραφία, το κλίμα, οι παραδόσεις, ο πολιτισμός, η εθνική ιδιοσυγκρασία. Η πορεία μιας κοινωνίας προς την ευημερία εξαρτάται κατ’ εξοχήν από την ύπαρξη ή μη οικονομικών και πολιτικών θεσμών «ανοικτών», «συμμετοχικών», που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των ταλέντων, των επιχειρήσεων, των αγορών, σε συνάρτηση με τις οικονομικές και πολιτικές ελευθερίες. Κάπως έτσι –όπως αναφέρουν- τα δύο τμήματα της πόλης Νογκάλες, που ανήκει κατά το ήμισυ στην πολιτεία της Αριζόνα των ΗΠΑ και κατά το ήμισυ στο Μεξικό, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.