«Ντρέπομαι να πως στον κόσμο τις τιμές. Έρχονταν σε εμάς γιατί πουλάμε φθηνότερα ένα ποιοτικό προϊόν. Η τιμή όμως έχει διπλασιαστεί, αφού η πρώτη ύλη που αγοράζουμε είναι ακριβότερη».
Η Άννα, που εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση τυροκομίας στη Δυτική Θεσσαλονίκη, σκιαγραφεί με μία φράση την κατάσταση στο αγαπημένο τυρί του Έλληνα καταναλωτή, τη φέτα.
Οι εποχές που ο μέσος καταναλωτής αγόραζε κιλό ή δίκιλο έχουν περάσει, ίσως και ανεπιστρεπτί. Ο διπλασιασμός της τιμής της φέτας, είτε κατσικίσιας είτε αιγοπρόβειας την έκανε απλησίαστη για πολλά νοικοκυριά, που αγοράζουν ένα ντόπιο προϊόν με φειδώ και σε μικρές ποσότητες, όπως συμβαίνει στο εξωτερικό.
Από τη στιγμή που η φθηνότερη αιγοπρόβεια και μάλιστα σε προσφορά δεν πέφτει κάτω από τα 10-11 ευρώ/κιλό, είναι πλέον δύσκολο για το μέσο πορτοφόλι να κάνει αγορές με τα δεδομένα της προηγούμενης διετίας.
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν τάσεις σταθεροποίησης σε αυτό το ράλι τιμών σε ένα από τα εθνικά προϊόντα της χώρας.
Σταθερή η τιμή παραγωγού
Η ανησυχία στα μαντριά της Βόρειας Ελλάδας εμφανίζει τάσεις αποκλιμάκωσης. Όπως αναφέρει στη Voria.gr ο πρόεδρος του Συλλόγου Ενεργών Αιγοπροβατοτρόφων Επαρχίας Λαγκαδά, Δημήτρης Στραζέμης, «η τιμή που πουλάμε το γάλα έχει κλείσει μετά από συμφωνία στα 1,67 ευρώ το λίτρο». Ως εκ τούτου δεν υπάρχει πιθανότητα αύξηση στην τιμή της πρώτης ύλης.
Την ίδια σταθεροποίηση φαίνεται να ακολουθεί και το κόστος παραγωγής, αφού παρουσιάζεται μια έστω και μικρή αποκλιμάκωση στις τιμές των ζωοτροφών, ελαφρύνοντας με κάποιο τρόπο τους κτηνοτρόφους, που το προηγούμενο διάστημα σκέφτηκαν μέχρι και να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους.
Όπως δείχνουν τα στοιχεία, η νηνεμία που υπάρχει στην πρωτογενή παραγωγή, σε συνδυασμό με την εξισορρόπηση του ενεργειακού κόστους στις γαλακτοβιομηχανίες, στέλνουν μια αχτίδα φωτός για την τιμή του εθνικού τυριού της Ελλάδας.
Παράγοντες της αγοράς αναφέρουν στη Voria.gr, πως είναι εξαιρετικά δύσκολο για την τιμή της φέτας να βιώσει μία ακόμα αύξηση, αφού ο μέσος καταναλωτής με την αγοραστική του δύναμη καταβαραθρωμένη κατέληξε σε πολλές περιπτώσεις να αγοράζει με τα ίδια χρήματα μισό κιλό ή και ακόμη λιγότερο από ετικέτα φθηνότερη αυτής που αγόραζε, τη στιγμή που κάποιους μήνες νωρίτερα με τα ίδια χρήματα μπορούσε να βάλει στο ψυγείο του μέχρι και σχεδόν ένα κιλό.
Μείωση κοπαδιών και γάλακτος
Η μεγάλη πίεση που δέχθηκαν την περασμένη τριετία οι κτηνοτρόφοι και ειδικά οι αιγοπροβατοτρόφοι, οδήγησε τους περισσότερους στο να προχωρήσουν σε μείωση του αριθμού των ζώων στα κοπάδια, κάτι που αυτόματα σημαίνει και μείωση της γαλακτοπαραγωγής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, σε μια τριετία υπήρξαν απώλειες περίπου 870.000 προβάτων και 535.000 κατσικιών.
Αυτό είχε αντανάκλαση στη γαλακτοπαραγωγή, αφού το ίδιο χρονικό διάστημα η χώρα απώλεσε 174.000 τόνους πρόβειου και 160.000 τόνους κατσικίσιου γάλακτος.
Οι μέσες τιμές παραγωγού στο πρόβειο γάλα παρουσίασαν αύξηση 29,6% και στο γίδινο 28,6%.
Η συγκεκριμένη κατάσταση είχε αντίκτυπο και στις εξαγωγές, αφού μπορεί οι εταιρείες παραγωγής να έχουν αυξήσει την εξαγώγιμη ποσότητα, όμως δεν είναι λίγες οι φορές που οι παραγγελίες προς το εξωτερικό δεν μπορούν να διευθετηθούν στην ώρα τους, αφού το γάλα είναι πια λίγο και έτσι οι απαιτήσεις δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθούν άμεσα.
Ταυτόχρονα, παραγωγοί «φέτας», σε Χιλή, Καναδά και Αυστραλία καραδοκούν ώστε να καλύψουν αυτοί τα κενά της ελληνικής φέτας, την ώρα που οι ελληνικές αρχές δίνουν δικαστικούς αγώνες σε διεθνές επίπεδο ώστε να αποσύρεται άμεσα ο όρος FETA από τα συγκεκριμένα προϊόντα.