Skip to main content

Θλίψη για την απώλεια του Βασίλη Καρρά - Οι σταθμοί στη μεγάλη καριέρα του άρχοντα του λαϊκού τραγουδιού

Στο Κοκκινοχώρι Καβάλας η κηδεία του Βασίλη Καρρά - Σε λαϊκό προσκύνημα η σορός του στη Θεσσαλονίκη - Από το κέντρο «Πρόσφυγας» στον Εύοσμο στο ρεκόρ Γκίνες - Οι μεγάλες επιτυχίες του που λάτρεψε ο κόσμος

Θλίψη έχει σκορπίσει στο πανελλήνιο η είδηση για τον θάνατο του σπουδαίου Έλληνα λαϊκού τραγουδιστή, Βασίλη Καρρά.

ο αγαπημένος τραγουδιστής, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν με κορωνοϊό στην εντατική. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 17:00 το απόγευμα της Κυριακής 24 Δεκεμβρίου, παραμονή των Χριστουγέννων, από ανακοπή.

Όπως έγινε γνωστό, αύριο, Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου, στις 9 το πρωί θα μεταφερθεί στον Ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας και θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα ως τις 13.00.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλλεί την Τετάρτη στις 12 το μεσημέρι στη γενέτειρά του, το Κοκκινοχώρι Καβάλας, όπου και θα γίνει η ταφή του, όπως ήταν άλλωστε και η επιθυμία του.

Ο μεγάλος ερμηνευτής του λαϊκού ρεπερτορίου γεννήθηκε στο Κοκκινοχώρι Καβάλας, ενώ μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη με την οικογένειά του σε ηλικία 10 ετών. Το 1969, σε ηλικία 16 χρονών, έκανε την πρώτη του μουσική εμφάνιση στο νυχτερινό κέντρο «Πρόσφυγας» στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, όπου τραγουδούσε ποντιακά και λαϊκά, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων.

Από την επισκευή αυτοκινήτων, που ήταν τη δεύτερη του μεγάλη αγάπη μετά το τραγούδι, ο Βασίλης Καρράς έφτασε να γίνει ένα λαϊκό είδωλο, από τα μεγαλύτερα των τελευταίων δεκαετιών, μαζεύοντας χιλιάδες κόσμου στις συναυλίες του. Οι δίσκοι του έχουν γίνει χρυσοί και πλατινένιοι, ενώ η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία ήταν ο δίσκος «Μ' έχεις Κάνει Αλήτη», που σημείωσε πωλήσεις πάνω από 180.000 αντίτυπα, σε στίχους και μουσική του Μιχάλη Ρακιντζή.

Μία από αυτή και η συναυλία στο στάδιο Arena στη Σόφια της Βουλγαρίας, που μάζεψε 17.000 κόσμου, ενώ ακόμη 5.000 θεατές έμειναν απέξω χωρίς εισιτήριο.

Για τη συναυλία αυτή μάλιστα, ο «άρχοντας» του λαϊκού τραγουδιού είχε μπει και στο βιβλίο με ρεκόρ Γκίνες.

 

Οι σταθμοί στη ζωή και τη μεγάλη καριέρα του

Στα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακομίζει, στην πραγματικότητα μεταναστεύει στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης.

Στριμώχνεται σε ένα σπιτάκι στη Σταυρούπολη που κάθε τόσο πλημμυρίζει με τα νερά που ξεχειλίζουν ορμητικά από τον Δενδροπόταμο. Ο πατέρας του Λάζαρος είναι οικοδόμος, η μητέρα του Αννα καθαρίστρια. Ο μικρός Βασίλης έχει μεράκι με το τραγούδι. Ακούει Καζαντζίδη, Γαβαλά, Καίτη Γκρέυ, Μαρινέλλα, γοητεύεται από τις λαϊκές φωνές τους και θέλει με την παιδική του αθωότητα να τους μοιάσει. Στα 16 του κάνει την πρώτη του μουσική εμφάνιση στο νυχτερινό κέντρο «Πρόσφυγας» στη γειτονική συνοικία του Ευόσμου.

Ολη η γειτονιά του σπεύδει να τον ακούσει. Τραγουδάει Ποντιακά, αλλά ξεχωρίζει με το χάρισμά του στις λαϊκές ερμηνείες. Εναν χρόνο αργότερα ο πατέρας του πεθαίνει και ο ίδιος αντί για το πάλκο βγαίνει στη βιοπάλη. Παιδί για όλες τις δουλειές στον φούρνο της γειτονιάς, πλανόδιος κουλουρτζής, λαχειοπώλης και αμέτρητες άλλες εργασίες του ποδαριού.

Στενοχωριέται που η μάνα του γδέρνει τα γόνατά της στα ξενοσφουγγαρίσματα. Ακάματο παλικάρι, βοηθάει να συμμαζευτούν οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειας. Η δουλειά δεν τον τρομάζει, δεν μεμψιμοιρεί, ούτε βαρυγκομά. Παράλληλα, αεικίνητος, τελειώνει το Γυμνάσιο, γράφεται στην τεχνική σχολή «Δημόκριτος», αποφοιτά και από τη δραματική σχολή στην οποία έπαιξε τον Ιππόλυτο από τη τραγωδία του Ευριπίδη για να εισαχθεί.

Ψάχνεται επαγγελματικά, σκέφτεται να μπαρκάρει στα καράβια, βγάζει ναυτικό φυλλάδιο, αλλά δεν ανοίγεται στις θάλασσες. Τον συγκρατεί στη στεριά ο εφηβικός έρωτας. Αρραβωνιασμένος στα 18 του με τη Χριστίνα, παντρεύονται στα 20, και με τη σύζυγό του είναι πάντα μαζί έως σήμερα. «Γεννήθηκα παντρεμένος», λέει. Αλλά είναι γεννημένος και τραγουδιστής.

Πηγαίνοντας μαζί με την παρέα του ένα βράδυ σε ένα ταβερνάκι με υποτυπώδη ερασιτεχνική ορχήστρα, αρχίζει να τραγουδάει στο τραπέζι. Τον ακούει ένας μουσικός, τον πλησιάζει και τον προσκαλεί να πηγαίνει τα Σάββατα να λέει εκεί κάνα τραγουδάκι.

Ντρέπεται, αλλά τολμάει να δοκιμαστεί. Είναι-δεν είναι 20 χρόνων, λεπτός, κομψός, μελαχρινός, με μπόλικο ίσιο μαύρο μαλλί και χωρίστρα στη μέση. Στην πρεμιέρα του χαλάει ο κόσμος, αδιαχώρητο, το μαγαζί φισκάρει, μένουν πελάτες στον δρόμο για να τον ακούσουν έξω από την είσοδο.

Ούτε ο ίδιος περιμένει τέτοια ανταπόκριση. Καταλαβαίνει ότι η φωνή του κάνει γκελ, τα Ποντιακά και τα λαϊκά που ερμηνεύει έχουν απήχηση στο κοινό, αλλά δεν την ψωνίζει. Συνεχίζει να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων. Μουντζούρα, κατσαβίδια, γερμανοπολύγωνα κλειδιά στο συνεργείο, πιάνει δουλειά και στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ. Πρώτα το σταθερό μεροκάματο για βιοπορισμό, μετά η τέχνη για ψυχική αγαλλίαση. Οχι για φιγούρα.

 

karras__6_
Το «μπαμ» με τη «Νύχτα ξελογιάστρα»
Σιγά-σιγά γίνεται γνωστότερος ως τραγουδιστής. Το αξίζει. Τραγουδάει σε πανηγύρια στα χωριά, σε ταβέρνες στον Λαγκαδά, τα Γιαννιτσά, τη Βέροια, παντού όπου τον καλούν. Εχει ζήτηση. Διαθέτει στιβαρή, αντρίκια λαϊκή φωνή, σεμνή εμφάνιση, την άνετη και φυσική, χωρίς ακκισμούς και τσαλίμια, σκηνική παρουσία.

Υπάρχουν Σαββατοκύριακα που κάνει ταυτόχρονα τέσσερις εμφανίσεις τη βραδιά, αλλάζει ρούχα στο αυτοκίνητο για να ανέβει από το ένα πάλκο στο άλλο. Βαθμιαία βγαίνει και στις πίστες των μπουζουξίδικων της Θεσσαλονίκης. Μπαίνει στη δισκογραφία και χρηματοδοτεί από την τσέπη του τις πρώτες του ηχογραφήσεις.

Για τους πρώτους δέκα δίσκους του σε μια δεκαετία συνεργάζεται με την εταιρεία Vasipap του επίσης Πόντιου Βασίλη Παπαδόπουλου από τη Γουμένισσα Κιλκίς που έχει δημιουργήσει μικρή «αυτοκρατορία» στον χώρο της ποντιακής μουσικής. Το πρώτο του 45άρι single κυκλοφορεί με το τίτλο «Παράγκες και Παλάτια».

Στην πίσω πλευρά ερμηνεύει το τραγούδι «Βάζεις στον πόνο μου φωτιά» που είχε τραγουδήσει αρχικά η Μαριώ το 1976. Και περιμένει το σουξέ. Αργεί, αλλά έρχεται. Το «μεγάλο μπαμ» γίνεται το 1989 με το άλμπουμ «Αυτή τη νύχτα». Το 4ο τραγούδι του δίσκου με τίτλο «Νύχτα ξελογιάστρα» τον συστήνει στο πανελλήνιο ακροατήριο.

Εγκαταλείπει πια τις άλλες δύο δουλειές του και τραγουδάει αφοσιωμένος μέχρι το ξημέρωμα στη θρυλική «Καλύβα» πίσω από το Αγνό στη Σταυρούπολη, στα «Δειλινά» της Νεάπολης, στο «Ρομέο» της Ανω Ηλιούπολης. Είναι μια τοπική φίρμα της βορειοελλαδίτικης νύχτας. Ανιχνεύει, όμως, το έδαφος για να ανοιχτεί στα μαγαζιά της Αθήνας.

Εχει «φάει πακέτο» το 1978 όταν τον κατεβάζει από τη Θεσσαλονίκη σε αθηναϊκή δισκογραφική ο Μίμης Πλέσσας ο οποίος εμπιστεύεται τη φωνή του και θέλει να του γράψει τραγούδια. Από την εταιρεία ακούει ότι μόλις έχουν κλείσει λαϊκό τραγουδιστή, τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο. Αρα περισσεύει ένας ακόμη.

Επιστρέφει πικραμένος πίσω στην πόλη του και περιμένει να χτυπήσει ξανά η πόρτα του. Δεν απογοητεύεται που ο χτύπος καθυστερεί. Πεισματάρης, όπως είναι, αποφασίζει να τη χτυπήσει αυτός. Εχει τη σιγουριά του γνήσιου ταλέντου και την εμπειρία που αντλεί από τη διαδρομή του στο κουρμπέτι της νυχτερινής διασκέδασης. Κατεβαίνει πάλι στην Αθήνα για ολιγοήμερες εμφανίσεις στο «Μύλος» στο τέρμα Πατησίων. Χαμός.

Είναι πιο γνωστός στον Νότο απ’ όσο νομίζει. Ωστόσο, «τρώει» πόλεμο. Τον αντέχει. Διαθέτει το τσαγανό του ανθρώπου που έχει κινδυνέψει η ζωή του. Τον έχουν απαγάγει δύο φορές, κι ας μην έχει πειράξει στη ζωή του κανέναν. Κι ας έχει μάθει, από το παραδοσιακό ήθος της οικογένειάς του να παραδέχεται τα όποια λάθη του και να ζητάει ειλικρινά συγγνώμη γι’ αυτά.

 

karras__5_
Τον έχουν τσουβαλιάσει σε τσιμεντοσακιά, τον έχουν απειλήσει με περίστροφα, τον έχουν ληστέψει και ξεπαραδιάσει. Σιγά, λοιπόν, ο άνθρωπος που είδε τον θάνατο να τον ακουμπά, μην κωλώσει στη σύρραξη με τα αντίπαλα εμπορικά συμφέροντα. «Δεν πάω πουθενά», εδώ θα μείνω. Η επιτυχία που παραμονεύει να τον επισκεφθεί, καταφθάνει ρωμαλέα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Συνεργασίες με τους κορυφαίους συνθέτες και με τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής σκηνής σε αναρίθμητες μεγάλες πίστες, που τις πλημμυρίζουν χιλιάδες προσωπικοί θαυμαστές του. Και ακόμη, χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι, εκατοντάδες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, την Ευρώπη, την Αμερική, την Αυστραλία.

Εντέλει όλη η Ελλάδα έχει σιγοψιθυρίσει μαζί του τα «Λέγε ό,τι θες», «Μ’ έχεις κάνει αλήτη», «Αλλοθι, δεν έχεις άλλοθι», «Τηλεφώνησέ μου» και πληθώρα άλλων ασμάτων του. Το σημαντικότερο ήταν η προσωπική του στάση. Παρά τη θεαματική του απογείωση, τα μυαλά του δεν πήραν ποτέ αέρα. Είναι ο αμετάλλακτος εαυτός του. Αυτός που ανέκαθεν ήταν. Αυθεντικός. Στον πόνο, στις δυσκολίες, στις μεγάλες χαρές. Γι’ αυτό και ο κόσμος έχει βάλει τη φωνή του στην καρδιά και στο σπίτι του.

Ήταν ένας προσγειωμένος, κατασταλαγμένος, ανοιχτόκαρδος και προκομμένος άνθρωπος ο Βασίλης Καρράς, τονίζουν όσοι τον έχουν συναναστραφεί εκ του σύνεγγυς. Την ποιότητα της ευαισθησίας του την έχει αποδείξει πασχίζοντας να υλοποιήσει ένα όνειρό του πριν ολοκληρώσει την καριέρα του. Να φτιάξει το «Σπίτι του Τραγουδιστή», που θα φιλοξενεί τραγουδιστές και μουσικούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Ενα εκατ. δραχμές στα παιδιά
Λίγοι ακόμη γνωρίζουν τις αθόρυβες αγαθοεργίες του. Αρκεί μόνο ένα περιστατικό που έχει διηγηθεί ως αυτόπτης μάρτυρας ο μακαρίτης Μάνος Ξυδούς των Πυξ Λαξ. Οταν το γκρουπ του προόριζε τον Καρρά για ερμηνευτή του τραγουδιού του «Ασ’ την να λέει», ο Ξυδούς με τη μεσολάβηση του μουσικού παραγωγού Αχιλλέα Θεοφίλου, ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για να διαπραγματευτεί μαζί του.

Τον βρήκε στα καμαρίνια μεγάλης θεσσαλονικιάς πίστας. Εκείνο το βράδυ επισκέφθηκε τον Καρρά μια ολιγομελής ομάδα παιδιών από τη Βέροια που θα διοργάνωνε συναυλία υπέρ του συλλόγου τους για παιδιά με εδικές ανάγκες. Μια γνώμη, μια συμβουλή ζητούσαν από τον καλλιτέχνη, όχι τη συμμετοχή του στην εκδήλωση, ούτε χρήματα.

Ο Καρράς, αφού άκουσε, τα ρώτησε με πόσα λεφτά θα ήταν ευχαριστημένοι από τα έσοδα της συναυλίας. Του απάντησαν ότι θα ήταν ικανοποιημένα με 300.000 δραχμές. Ευθύς ο δημοφιλής τραγουδιστής φώναξε τον συνεργάτη του, τον Λέλεκα, και του είπε «κόψε ένα χαρτί», μεθερμηνευόμενο σε 1 εκατομμύριο δραχμές. Παρέδωσε την επιταγή και, κλείνοντας χαμογελαστός το μάτι στους παρευρισκόμενους συνεργάτες του, είπε δήθεν αυστηρά στο παιδί που την παρέλαβε «αν μάθει κανείς τίποτα, θα σου κόψω το λαρύγγι».

Οσο για το τραγούδι με το συγκρότημα των Πυξ Λαξ, έβαλε ως όρο να γίνει η ηχογράφηση στο στούντιο μεσημέρι και να υπάρχει εκεί ένα μπουκάλι ουίσκι, εξαιτίας της αδυναμίας του στο σκωτσέζικο αυτό απόσταγμα σιτηρών. Εφτασε στην Αθήνα ξενυχτισμένος, έγραψε το τραγούδι πρίμα βίστα σε έξι λεπτά, ήπιε το μισό μπουκάλι, γύρισε στη Θεσσαλονίκη, ζώστηκε το ζεμπίλι για να βοηθήσει στην οικοδόμηση της ιδιόκτητης μονάδας φιλοξενίας, ψυχαγωγίας και διασκέδασης που κατασκεύαζε στον λόφο της Καρδίας.

Την είχε βαφτίσει «Χωριό της Ειρήνης», από το όνομα της μοναχοκόρης του Χρυσοβαλάντως-Ειρήνης. Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, βγήκε γεμάτος ενέργεια να τραγουδήσει για το κοινό του στο κέντρο «Απόλλων», στη Θέρμη. Ακαταπόνητος.

 

 

thumbnail_preview-1_2
 

Η Karra’s Farm με τα βιολογικά προϊόντα
Όπως αναφέρει το protothema.gr, τα έσοδα από τη μακρά σταδιοδρομία του στο ελληνικό τραγούδι ο Καρράς δεν τα στοίβαξε σε θησαυροφυλάκιο. Τα αξιοποίησε επενδυτικά. Έριξε λεφτά και προσωπική δουλειά στο κτήμα της Καρδίας. Μέσα, όμως, στη γενικότερη οικονομική κρίση και τα μνημόνια που έπληξαν τη χώρα, η πτώση των δραστηριοτήτων του ψυχαγωγικού συγκροτήματος ήταν κάθετη. Με βαριά καρδιά πήρε την απόφαση να το πουλήσει.

Ωστόσο είχε δημιουργήσει στη γενέτειρά του στο Κοκκινοχώρι την Karra’s Farm που παράγει και πουλάει βιολογικά προϊόντα με τη δική της ετικέτα. Πιπεριές, κεράσια, σύκα και το επώνυμο παρθένο λάδι της. Στη διάρκεια της καραντίνας ο τραγουδιστής είχε αφοσιωθεί στη φάρμα του, η οποία διατηρεί παραδοσιακά σπίτια, χτιστούς φούρνους, μια τεχνητή λίμνη και ένα καφενείο-παντοπωλείο στο κέντρο της αγροτικής του έκτασης. Το κτήμα το διαχειρίζεται η κόρη του Ειρήνη που παντρεύτηκε τον αγαπημένο της Λάμπρο Αντράλα τον Σεπτέμβριο του 2019.
 

Το πάθος για τον ΠΑΟΚ

Ο Βασίλης Καρράς είχε αγάπη και πάθος για τον ΠΑΟΚ. Αλησμόνητες έχουν μείνει οι εποχές που σύσσωμη η Θύρα 4 της Τούμπας προσερχόταν σχεδόν ευλαβικά στο εκάστοτε κέντρο όπου εμφανιζόταν για να υποβάλλει τα σέβη της σε έναν φανατικό οπαδό του Δικεφάλου του Βορρά.