Skip to main content

Διασίδι: Η κορωνίδα της υφαντικής τέχνης αναβιώνει στο Παλαιοχώρι Χαλκιδικής

«Η αέναη τέχνη του διασιδιού» είναι ένα λεύκωμα-εγχειρίδιο που εκδόθηκε πριν από μερικές ημέρες και βήμα βήμα κατευθύνει τον αναγνώστη στο ταξίδι του σημαντικότερου σταδίου στην υφαντική τέχνη, που μετατρέπει την απλή βαμβακερή κλωστή ή το κουρελόνημα, δηλαδή το στημόνι, σε θεμέλιο της ύφανσης στον αργαλειό

«Αν και πέρασαν χρόνια από το τελευταίο διασίδι, δεν έχω ξεχάσει πώς στήνεται. Πώς να το ξεχάσω; Πολλά από τα όνειρά μου ακόμη και σήμερα είναι στα αλώνια να διάζουμι μαζί με τη μάνα μου». Τα λόγια αυτά ανήκουν στην 80χρονη κάτοικο του Παλαιοχωρίου Χαλκιδικής, Μαρία Στωΐκου-Αραμπατζή, στην εμπειρική γνώση της οποίας βασίστηκε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έκδοση, που μετρά μερικές ημέρες κυκλοφορίας, με τίτλο «Βορειοανατολική Χαλκιδική: η αέναη τέχνη του Διασιδιού». Πρόκειται για ένα λεύκωμα-εγχειρίδιο που βήμα βήμα κατευθύνει τον αναγνώστη στο ταξίδι του διασιδιού, του σημαντικότερου σταδίου στην υφαντική τέχνη, που μετατρέπει την απλή βαμβακερή κλωστή ή το κουρελόνημα, δηλαδή το στημόνι, σε θεμέλιο της ύφανσης στον αργαλειό.

Ψυχή του εγχειριδίου για το διασίδι είναι η Παλαιοχωρινή Φωτεινή Μιχαλέου, μηχανικός περιβάλλοντος, που είχε μνήμες της τέχνης αυτής από παιδί και θεώρησε καθήκον της να την κρατήσει ζωντανή, καθώς, αν και πολύ λιγότερο γνωστή από το στάδιο της ύφανσης στον αργαλειό, αποτελούσε ανέκαθεν θεμέλιο λίθο για τον πλούτο των καλλιγραφένιων στρωσιδιών του Παλαιοχωρίου. Έτσι, με τη συμβολή μιας ομάδας γυναικών από το Παλαιοχώρι, την καθοδήγηση της Μαρίας Στωΐκου-Αραμπατζή, αλλά και με τη στήριξη του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Παλαιοχωρίου Χαλκιδικής και τη χορηγία της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, αυτό που ξεκίνησε ως μια live αναπαράσταση της διαδικασίας του διασιδιού, για να μην ξεχάσουν οι παλαιότεροι και να μάθουν οι νεότεροι, μετατράπηκε σε μια έκδοση μνήμης για τις μελλοντικές γενιές.

«Το διασίδι είναι κάτι πραγματικά συναρπαστικό. Πρόκειται για έναν πολύπλοκο αλγόριθμο, για μια μαθηματική διαδικασία που έχει γεωμετρία» λέει στη Voria η Φωτεινή Μιχαλέου, υπεύθυνη για τη σχεδίαση και εκτέλεση του λευκώματος, που ελπίζει η εν λόγω έκδοση να βοηθήσει, ώστε αυτή η τέχνη να μην χαθεί. Μάλιστα, η ανάγκη να διατηρηθεί η παράδοση των καλλιγραφένιων του Παλαιοχωρίου ήταν αυτή που άνοιξε δίαυλο επικοινωνίας και με τη Σχολή Καλών Τεχνών της Στοκχόλμης, ώστε εντός του 2024 να έρθουν στην περιοχή καθηγητές που ασχολούνται με την υφαντική και να διερευνήσουν τη δυνατότητα προσαρμογής των υφαντών στις ανάγκες του σήμερα.  

 

Τα πέντε στάδια του διασιδιού

Το διασίδι αποτελούνταν από πέντε εργασίες, κάποιες κύριες και κάποιες βοηθητικές, όλες όμως απαραίτητες για το σωστό αποτέλεσμα.

Πρώτη χρονικά εργασία, υποστηρικτική, ήταν το καλάμισμα. Το νήμα έπρεπε να καλαμιστεί, από τα τλυγάδια του εμπορίου δηλαδή να τυλιχτεί γύρω από τα καλάμια.

 

Το επόμενο στάδιο, η αρχή και βάση των υφαντών, ήταν η σταύρωση, η ραχοκοκαλιά του διασιδιού. Εδώ αν γινόταν λάθος, δεν μπορούσε να καλυφθεί, αλλά έπρεπε να ξηλωθεί όλη η εργασία. Γι’ αυτό κάθε μάνα που ετοίμαζε τα προικιά για την κόρη της διάλεγε τη μαστόρισσα που εμπιστευόταν. Το διασίδι που θα προέκυπτε έπρεπε να έχει το σωστό φάρδος και το απαραίτητο μήκος. Το φάρδος εξαρτιόταν από τον σωστό αριθμό κλωστών, για να βγει το σχέδιο. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο λεύκωμα, αν δεν έβγαινε σωστό το σχέδιο και οι κλωστές του διασιδιού ήταν λιγότερες στο ένωμα με το διπλανό φύλλο, το λάθος «φώναζε» από μακριά. Το μήκος έπρεπε να είναι τόσο όσο χρειαζόταν, για να βγει τελειωμένο το υφαντό και να έχει και περιθώριο για να γίνουν τα κρόσσια.

Το τύλιγμα στο αντί ήταν η επόμενη εργασία, υποστηρικτικού χαρακτήρα. Μεταφέροντας προσεκτικά τη σταύρωση μαζί με όλο το στημόνι, η αρχή περνιόταν στο αντί, το πίσω αντί. Τα αντί ήταν δύο ειδών: αυτό που έμπαινε στο πίσω μέρος του αργαλειού και δεν είχε κενό στη μέση παρά μόνο μία αυλακιά και το αντί που έμπαινε μπροστά και τυλιγόταν το υφαντό. Το αντί τοποθετούνταν πάνω σε δύο φούρκες μπηγμένες βαθιά στο έδαφος, αφού έπρεπε να είναι σταθερό. Διαφορετικά το τύλιγμα θα στράβωνε και το διασίδι δεν θα «καθόταν» σωστά στον αργαλειό. Όταν στράβωνε μάλιστα, ήταν συνήθης η φράση «βλέπει κατά τ`ν σμπιθέρα». Όταν τυλίγονταν όλα τα μέτρα του στημονιού στο αντί είχε τελειώσει όλη η προεργασία του διασιδιού στον εξωτερικό χώρο.

Μία από τις κύριες εργασίες του διασιδιού ήταν το παραμάτισμα, το οποίο γινόταν στο σπίτι. Ήταν η εργασία όπου το στημόνι θα περνιόταν στα μ`τάρια και στο χτένι, μια επίπονη δουλειά που χρειαζόταν σχεδόν μία μέρα για να πραγματοποιηθεί. Το στημόνι που είχε τυλιχτεί στο αντί μεταφερόταν και τοποθετούνταν στο πάτωμα. Σε δύο καρέκλες κρεμιούνταν τα μ`ταρια και πάνω από αυτά το χτένι. Το στημόνι, τα μ`ταρια, το χτένι κεντράρονταν και το παραμάτισμα ξεκινούσε.

Το στήσιμο στον αργαλειό ήταν η τελευταία εργασία του διασιδιού. Το στημόνι είχε πλέον εξελιχθεί σε διασίδι και ήταν έτοιμο να στηθεί στον αργαλειό προτού οι υφάντρες ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους στα καλλιγραφένια στρωσίδια. Πρώτα τοποθετούνταν το πίσω αντί, ακολουθούσαν τα μ`ταρια, μετά το χτένι που έμπαινε στο ξυλόχτενο και η αρχή του διασιδιού που δενόταν στο μπροστινό αντί. Οι πατήτρες δένονταν από τα μ`ταρια στο σωστό ύψος, για να κινείται σωστά το άνοιγμα του διασιδιού, όπως επίσης καθοριζόταν και το ύψος που κρέμονταν τα μ`ταρια. Το διασίδι είχε ολοκληρώσει το ταξίδι του. Η μαστόρισσα του διασιδιού ξεκινούσε τον έλεγχο στον αργαλειό, για να διαπιστώσει αν όλη η δουλειά της έχει το σωστό αποτέλεσμα.

«Το στήσιμο του διασιδιού ήθελε γνώση και προσήλωση. Γι’ αυτό ήταν συγκεκριμένος ο αριθμός των γυναικών που παρευρίσκονταν στην διαδικασία. Η μαστόρισσα που γνώριζε όλη την δουλειά έπρεπε να είναι συγκεντρωμένη στην δουλειά της και οι ελάχιστες γυναίκες της οικογένειας που βοηθούσαν ήταν οι υφάντρες» λέει η Φωτεινή Μιχαλέου.