Skip to main content

Η ιστορία ενός «Βραχνού προφήτη» που σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι

Ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος εξηγεί στη Voria.gr γιατί έγραψε το βιβλίο «Αέρας πεχλιβάνης», που είναι αφιερωμένο στον δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Βραχνός προφήτης»
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Στην Ελλάδα τα βιβλία που είναι αφιερωμένα σε κάποιο μουσικό έργο ή έναν δίσκο είναι λίγα. Μετρημένα στα δάχτυλα. Συνήθως τα τραγούδια βρίσκουν από μόνα τους τον δρόμο και φυσικά παίρνουν τις διαστάσεις που κάθε ακροατής θέλει και μπορεί να τους δώσει, συχνά για τον εαυτό του και μόνο. Με αυτή την έννοια το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσάβαλου «Αέρας πεχλιβάνης» (Εκδόσεις Μεταίχμιο) είναι πρωτότυπο.

Είναι αφιερωμένο στον δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Βραχνός προφήτης», που κυκλοφόρησε το 2000. Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, ο δίσκος και τα τραγούδια έχουν αποδείξει την ανθεκτικότητά τους στον χρόνο, αλλά κυρίως την επιδραστικότητά τους, τόσο στο έργο του ίδιου του Παπακωνσταντίνου που ακολούθησε, όσο και αρκετών ακόμη τροβαδούρων. Ο συγγραφέας επιχειρεί ένα μεγάλο ρεπορτάζ για τις συνθήκες δημιουργίας του δίσκου, μέσα από μαρτυρίες των συντελεστών σε κάθε επίπεδο, τις οποίες εμπλουτίζει με αξιολογικές κρίσεις, ενώ αναπόφευκτα πληροφορίες και απόψεις εκτείνονται στο παρελθόν και στο μέλλον. Το ενδιαφέρον -και ταυτόχρονα η επιτυχία της προσπάθειας- είναι ότι η ανάγνωση του βιβλίου δεν απαιτεί την εκ των προτέρων ακρόαση του δίσκου. Ίσως να οδηγήσει εκεί, αλλά ακόμη κι αν αυτό δε συμβεί το διάβασμα αξίζει τον κόπο. Στο κάτω κάτω για τα μεγάλα παιδιά κάθε ιστορία έχει τη σημασία που τα ίδια της δίνουν. Στη συνέντευξη του στη Voria.gr o χειμαρρώδης Κωνσταντίνος Τσάβαλος εξηγεί όσα εξηγούνται και αφήνει χαραμάδες και παράθυρα που οδηγούν στα υπόλοιπα. Χαλαρώστε και απολαύστε τον.     

Τι σας οδήγησε να γράψετε διεξοδικά την ιστορία του «Βραχνού Προφήτη»;

Υπάρχουν άλμπουμ που τα καταναλώνεις και τελειώνουν. Και υπάρχουν δίσκοι που σε καταναλώνουν, σε τρώνε αργά, σαν καθημερινό βάσανο (με την καλή έννοια πάντα). Ο «Βραχνός Προφήτης» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι αντικείμενο, είναι περισσότερο μια ηχητική περιοχή, ένα μέρος όπου μπαίνεις μέσα, περπατάς, χάνεσαι, και κάθε τόσο βρίσκεις ένα σημάδι που το είχες προσπεράσει την προηγούμενη φορά. Κάποια στιγμή λοιπόν, αυτό το πράγμα δεν είναι απλώς ακρόαση. Καταντάει σχέση. Και οι σχέσεις, όταν σοβαρέψουν, θέλουν αφήγηση, όχι τόσο για να εξωραϊστούν, αλλά για να εξηγηθεί το πώς άντεξαν στον χρόνο. Και το άλμπουμ αυτό αντέχει ήδη 25 χρόνια - ζωή νάχει - και θα αντέξει άλλα 25, 50, 100. Με οδήγησε, λοιπόν, αφενός η αίσθηση ενός μουσικολογικού/συγγραφικού κενού και αφετέρου ένα παράδοξο: μιλάμε χρόνια για τον δίσκο αυτό, τον επικαλούμαστε συχνά, τον αγιοποιούμε ή τον χλευάζουμε, αλλά σπάνια τον αντιμετωπίζουμε ως ιστορικό συμβάν. Κι όμως, εκεί ακριβώς βρίσκεται το ενδιαφέρον (μου): πώς ένα μουσικό δημιούργημα τόσο «εσωτερικό» καταφέρνει να γίνει δημόσιο γεγονός. Αυτό το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό είναι το μυστήριο κάθε σπουδαίου άλμπουμ, αλλά και κάθε μεγάλης τέχνης εν γένει. Θα τολμήσω εδώ να υποστηρίξω ότι η τέχνη δεν σώζει. Αλλά αποκαλύπτει τι δεν σώζεται. Και αυτό, για έναν άνθρωπο που γράφει καθημερινά, όπως κάνω εγώ, είναι πειρασμός. Τέλος, στην όλη παραφιλολογία του «Βραχνού Προφήτη», υπάρχει και κάτι πιο πεζό: η ανάγκη να καταγραφεί η προφορική παράδοση του δίσκου πριν καταντήσει κάτι σαν θρύλος χωρίς αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες. Οι μουσικές ιστορίες στην Ελλάδα έχουν ένα ελάττωμα: είτε λέγονται σαν παραμύθια, είτε θάβονται σαν ντροπή. Εγώ πάλι ήθελα μια τρίτη οδό: να ειπωθούν με την αξιοπρέπεια της μαρτυρίας. Γιατί ο χρόνος είναι ο καλύτερος πλαστογράφος. Αν δεν προλάβεις να ακούσεις τους ανθρώπους όσο θυμούνται, μετά θα θυμούνται ό,τι τους συμφέρει. Κι έτσι οι δίσκοι, από έργα, γίνονται άλλοθι.

Image

 

Γιατί είναι «περιβόητος» ο «Βραχνός προφήτης» και πώς επηρέασε την ελληνική τραγουδοποιία τα τελευταία 25 χρόνια;

Η λέξη «περιβόητος» έχει μια ηθική σκιά να την καλύπτει. Για παράδειγμα, δεν λέμε «περιβόητη» μια ωραία μέρα. Λέμε «περιβόητο» κάτι που προκάλεσε, που έβαλε τους ανθρώπους να πάρουν θέση, να διχαστούν, να υπερασπιστούν ή να ειρωνευτούν. Ο «Βραχνός Προφήτης» έγινε περιβόητος επειδή, σε μια εποχή που άρχιζε να κυριαρχεί η ευκολία, έφερε πίσω την έννοια της δυσκολίας ως αξία. Όχι τη δυσκολία του ντεμέκ, αλλά τη δυσκολία του αναγκαίου: τα πράγματα που δεν λέγονται απλά γιατί στην πραγματικότητα… δεν είναι απλά. Κατ' εμέ - και αυτό βγαίνει πολύ στην ανάγνωση του βιβλίου - το άλμπουμ επηρέασε με έναν τρόπο υπόγειο, έως οριακά ανήθικο θα το χαρακτήριζα, γιατί μας έδειξε ότι μπορείς να είσαι λαϊκός χωρίς να κολακεύεις το λαϊκό αίσθημα. Ότι μπορείς να είσαι ποιητικός χωρίς να ζητάς συγγνώμη που δεν είσαι «πιασάρικος» ή ψευτοποιητικός. Και ότι μπορείς να έχεις βαθιές μουσικές ρίζες χωρίς να πουλάς εθνικοφροσύνη. Αυτό το τρίπτυχο είναι σπάνιο στην Ελλάδα, επειδή εδώ αγαπάμε τις ταμπέλες περισσότερο από τα έργα. Τούτων δοθέντων, ο δίσκος του Θανάση έκανε κάτι άβολο: πήρε τις πάσης φύσεως μουσικές ταμπέλες και τις ανακάτεψε μέχρι να μην μπορείς να τις αναγνωρίσεις. Και όταν συμβαίνει αυτό, αρχίζουν οι μιμήσεις. Πολλοί δίσκοι των τελευταίων δεκαετιών —άλλοι τίμιοι, άλλοι ευκαιριακοί— κουβαλούν κάτι από το «δικαίωμα» που μεταλαμπάδευσε και καθιέρωσε ο «Βραχνός Προφήτης»: το δικαίωμα στη χαμηλή - ενδεχομένως και άτεχνη - φωνή, στη σπασμένη αφήγηση, στο σκοτεινό χιούμορ, στη γλώσσα που δεν γυαλίζει, αλλά τα περνάει και τα ξύνει όλα με γυαλόχαρτο. Αλλά υπάρχει και η άλλη επίδραση: το ίδιο το άλμπουμ έγινε κριτήριο. Το μέτρο αντιπαραβολής. Από ένα σημείο και μετά, όποιος (ευαγγελιζόταν ότι) έγραφε ένα ελληνικό τραγούδι με κάποιες συγκεκριμένες αξιώσεις έπρεπε να τοποθετηθεί και να αντιπαρατεθεί απέναντι στον «Βραχνό Προφήτη».

Μουσική, στίχοι, ηχοχρώματα, ερμηνείες: τι συνέβαλε περισσότερο στο άλμπουμ; 

Η ερώτηση που μου κάνετε είναι απολύτως λογική, αλλά ο δίσκος ο ίδιος την αρνείται πεισματικά – τόσο την ίδια, όσο και την απάντησή της. Είναι σαν να ρωτάς ποιο μέρος του σώματος κάνει τον άνθρωπο ζωντανό. Η καρδιά; Τα πνευμόνια; Οι νευρώνες; Αν αφαιρέσεις ένα, δεν έχεις «λιγότερο» άνθρωπο· έχεις πτώμα. Έτσι λειτουργεί κι εδώ: η επιδραστικότητα εδώ δεν είναι πρόσθεση στοιχείων, είναι περισσότερο μια χημεία που προέκυψε ανάμεσα στον Θανάση και τον Μπάμπη Παπαδόπουλο. Δεν μιλάμε απλώς για «καλά τραγούδια». Μιλάμε για μια ειδική ατμόσφαιρα που απέκτησε μορφή. Αν πάντως έπρεπε να ξεχωρίσω ένα στοιχείο του όλου δίσκου, θα έλεγα το εξής: η ενότητα. Ο δίσκος δεν έχει «τραγούδια» που μπαίνουν σε playlist. Έχει σταθμούς μιας ενιαίας εμπειρίας. Γι’ αυτό και επηρέασε τόσο: γιατί έδειξε ότι ακόμη μπορεί να υπάρξει «δίσκος» ως αφήγηση, όχι ως συρραφή - παρόλο δε, που ξεκίνησε, όπως θα διαβάσετε αναλυτικά στο βιβλίο, από τα κομμάτια-απομεινάρια περασμένων ετών του Παπακωνσταντίνου. 

Image

 

Τα δύο σημαντικότερα τραγούδια του άλμπουμ και οι λόγοι γι’ αυτά

Η επιλογή δύο τραγουδιών είναι πάντα κάπως ανέντιμη, γιατί οι μεγάλοι δίσκοι αντιστέκονται στη μερική αγάπη. Παρ’ όλα αυτά, θα διαλέξω με βάση όχι το «ωραιότερο», αλλά το «κεντρικό»: αυτό που κρατάει το όλο μουσικοηχητικό σύστημα σε λειτουργία. Το πρώτο είναι εκείνο που συμπυκνώνει το ήθος του δίσκου: αυτό είναι σίγουρα ο «Πεχλιβάνης». Στα σχεδόν έξι λεπτά του το τραγούδι δεν είναι ψυχαγωγία, είναι περισσότερο κάτι σαν ομαδική απόφαση -και ας το έχει μέχρι σήμερα μισο-αποκηρυγμένο ο ίδιος ο Παπακωνσταντίνου (θα διαβάσετε μέσα στο βιβλίο τους λόγους, δεν κάνω spoiler). Το δεύτερο είναι το «Όταν Χαράζει» επειδή ανοίγει την πιο καθαρή χαραμάδα προς το συλλογικό. Εκεί καταλαβαίνεις γιατί ο δίσκος δεν ανήκει μόνο σε όσους τον άκουσαν τότε, σε real time συνθήκες, αλλά και σε όσους τον βρίσκουν αργότερα: γιατί μιλά για πράγματα που δεν παλιώνουν, μόνο αλλάζουν πρόσωπο. Είμαι επίσης πεπεισμένος, μετά από σχεδόν 30 χρόνια ενασχόλησής μου με την μουσική, ότι σπουδαίο τραγούδι είναι αυτό που, όταν τελειώνει, δεν τελειώνεις εσύ.

Πόσο επηρέασε τον ίδιο τον Θανάση Παπακωνσταντίνου;

Ο «Βραχνός Προφήτης» ήταν ένα σημείο χωρίς επιστροφή όχι μόνο για τον Θανάση αλλά και γενικά για όλη την ελληνική μουσική και τραγουδοποιία. Όχι γιατί «ανέβασε τον πήχη», όπως λένε οι κοινοτοπίες, αλλά γιατί επέβαλε σε μια ολόκληρη σκηνή (εννοώ αυτήν του εντέχνου τραγουδιού, με ή χωρίς εισαγωγικά στο «έντεχνου») μια ταυτότητα που δεν μπορούσε πια να αποτινάξει. Υπάρχουν έργα που σε καθιερώνουν και έργα που σε καταδικάζουν. Ε λοιπόν, ο δίσκος αυτός έκανε και τα δύο: καθιέρωσε τον Παπακωνσταντίνου ως δημιουργό ενός συγκεκριμένου βάθους, αλλά τον καταδίκασε να αντιμετωπίζεται πάντα μέσα από εκείνο το πρίσμα. Κάθε επόμενη κίνησή του συνομιλούσε με κάποιον τρόπο με τον «Βραχνό Προφήτη». Από την άλλη, ωστόσο - και αυτό είναι κρίσιμο για την πορεία του Θανάση - τον απελευθέρωσε με έναν παράδοξο τρόπο: όταν έχεις πει κάτι ουσιώδες, δεν χρειάζεται πια να αποδεικνύεις ότι «μπορείς». Αυτό σου δίνει χώρο να πειραματιστείς, να στραβοπατήσεις, να αλλάξεις υλικά - όπως και έκανε στην συνέχεια της πλούσιας καλλιτεχνικής του καριέρας. Άλλωστε, η δημιουργική πορεία ενός μουσικού μετά από ένα έργο-ορόσημο είναι πάντα μια διαπραγμάτευση: πώς θα μείνεις ίδιος χωρίς να επαναλαμβάνεσαι και πώς θα αλλάξεις χωρίς να προδώσεις αυτό που σε γέννησε σε μια δεδομένη στιγμή στον καλλιτεχνικό σου χρόνο.

Ένας δίσκος αναφοράς στηρίζεται στην αξία του δημιουργού ή είναι αποτέλεσμα της εποχής και της συγκυρίας;
Ούτε το ένα ούτε το άλλο μόνο του. Η αξία χωρίς συγκυρία μπορεί να μείνει αόρατη, ενώ με την σειρά της η συγκυρία χωρίς αξία παράγει πυροτεχνήματα. Ένα έργο αναφοράς γεννιέται όταν ο δημιουργός έχει μια εσωτερική αναγκαιότητα και η εποχή έχει μια αντίστοιχη ανάγκη να την ακούσει. Δηλαδή όταν η προσωπική επιμονή συναντά μια συλλογική έλλειψη. Στην Ελλάδα, ειδικά, η συγκυρία είναι συχνά αόριστη: μεταπολιτευτικές ματαιώσεις, αστικοποίηση, πολιτισμική ενοχή, ανάγκη να βρούμε τις μουσικές μας ρίζες χωρίς να χρειαστεί να το γυρίσουμε σε μνημόσυνο ή μοιρολόι – όλα αυτά συνέβησαν από το 1975 μέχρι το 1999-2000, έτος δημιουργίας του «Βραχνού Προφήτη». Ένα έργο που καταφέρνει να δώσει μορφή σε αυτό το αόριστο (ό,τι και αν είναι αυτό) γίνεται αυτοστιγμεί σημείο αναφοράς, γιατί προσφέρει όνομα σε ένα συναίσθημα που μέχρι τότε ήταν βουβό ή έστω άναρθρο. Αυτό πάντως που πίστευα ανέκαθεν και σίγουρα ισχύει 100% στην περίπτωση του «Βραχνού Προφήτη» είναι ότι η εποχή γεννά την πείνα και ο δημιουργός βρίσκει στην συνέχεια τη γεύση.

Στην εποχή του Διαδικτύου μπορούν να υπάρξουν έργα αναφοράς;

Μπορούν, αλλά πρέπει να παλέψουν με τον θόρυβο. Το Διαδίκτυο είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα για τη διάδοση και ένα τεράστιο μειονέκτημα για την εμβάθυνση. Η διάδοση σήμερα είναι εύκολη. Η μνήμη – και δη η ανθρώπινη - είναι δύσκολη. Και «έργο αναφοράς» σημαίνει μνήμη: σημαίνει ότι κάτι επιστρέφει, ξανακούγεται, ξαναδιαβάζεται, ξανασυζητιέται. Σημαίνει ότι αποκτά βαρύτητα, όχι απλώς ακροατήριο. Στο ψηφιακό περιβάλλον όμως, η κατανάλωση ευνοεί το στιγμιαίο και το αποσπασματικό. Ο δίσκος ως format ή ενότητα υποχωρεί. Όμως η ανάγκη για ενότητα δεν πεθαίνει. Απλώς αλλάζει δρόμους. Ένα έργο αναφοράς σήμερα ίσως χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αναγνωριστεί, γιατί πρέπει να επιβιώσει από συνεχόμενα στρώματα και κύματα περιεχομένου που το σκεπάζουν. Αλλά αν είναι πραγματικά «έργο αναφοράς», θα επιμένει. Η επιμονή είναι η μόνη μορφή αθανασίας που μας επιτρέπεται με κάποιο τρόπο σήμερα, όπου όλα γίνονται εύκολα γνωστά και δύσκολα αναγκαία.

Image

 

 

Τι φιλοδοξεί να προσφέρει το βιβλίο «Αέρας Πεχλιβάνης» σε μυημένους και μη;

Σε όσους αγαπούν τον Παπακωνσταντίνου, δεν επεδίωξα επουδενί να προσφέρω άλλη μια αγιογραφία. Οι αγιογραφίες είναι ευκολία: κάνουν τον καλλιτέχνη άγαλμα και τον αναγνώστη προσκυνητή. Εμένα με ενδιαφέρει ο άνθρωπος και το εργαστήριό του, το πώς κάτι άναρχο γίνεται μορφή, το πώς σχηματοποιείται το χάος, το πώς η αβεβαιότητα και η ένταση μετατρέπονται σε τραγούδι. Θέλω λοιπόν να δώσω στους μυημένους «Θανασικούς» μια άλλη ακρόαση, όχι απαραίτητα πιο «σωστή», αλλά σίγουρα πολύ πιο σύνθετη. Να δουν τις αντιφάσεις, τις τριβές, τις συμπτώσεις, τις αποφάσεις που δεν φαίνονται όταν ακούμε μόνο το τελικό αποτέλεσμα. Σε όσους πάλι δεν τον ξέρουν ή δεν έχουν εμβαθύνει στο έργο του Παπακωνσταντίνου, φιλοδοξώ να προσφέρω μια είσοδο που δεν απαιτεί εξεζητημένους κωδικούς. Να μην πω «πρέπει να τον αγαπήσεις», αλλά «έλα να δεις γιατί κάποιοι τον κουβαλούν μέσα τους τόσα χρόνια». Και ένα βιβλίο σαν κι αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα: να δείξει ότι πίσω από τον όποιο μύθο (με ή χωρίς εισαγωγικά, ξανά) υπάρχει δουλειά, εποχή, ανθρώπινες φωνές, πολύς ιδρώτας, αλλά και μπόλικη τύχη. Και κυρίως να δείξει ότι ένα έργο αναφοράς δεν είναι σώνει και ντε «το καλύτερο» με όρους ύποπτους και αμφίσημους. Είναι αυτό που άγγιξε ανθρώπους σε σημείο να τους αλλάξει τη γλώσσα με την οποία μιλούν για τη ζωή τους. Και τέλος καλό είναι να μην ξεχνάμε κάτι πολύ βασικό: ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με έναν δίσκο. Αρκεί να φτάσει στο σημείο να καταλάβει γιατί κάποιοι δεν μπορούν να τον ξεχάσουν.