Skip to main content

Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται άλλα γραφεία, χρειάζεται ενιαία διοίκηση

Άρθρο του Χρήστου Αβδελλά, συμβούλου της Α’ Δημοτικής Κοινότητας του δήμου Θεσσαλονίκης

* Του Χρήστου Αβδελλά

Από το 2016, όταν το Πρωθυπουργικό Γραφείο στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα προκαλώντας τότε θεμιτές επιφυλάξεις για τον ρόλο και τη σκοπιμότητά του, η πρακτική αυτή όχι μόνο διατηρήθηκε αλλά και επεκτάθηκε.

Την τελευταία δεκαετία, τόσο κυβερνητικές όσο και κομματικές ηγεσίες απέκτησαν εκτός έδρας γραφεία στην πόλη, χωρίς όμως αυτά τα σχήματα να αποκτήσουν καθορισμένο θεσμικό πλαίσιο, σαφή αποστολή ή δημόσιο απολογισμό. Σε μια σύγχρονη δημόσια διοίκηση, καμία δομή δεν νοείται χωρίς αποτίμηση του έργου της. Αλλιώς, η παρουσία της παραμένει περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική. Η διεύρυνση των γραφείων υπήρξε περισσότερο άσκηση πολιτικής παρουσίας παρά δομή με μετρήσιμο αποτέλεσμα ή θεσμική συνέχεια. Και αυτό θέτει σήμερα, πιο καθαρά από ποτέ, το ερώτημα της πραγματικής τους προστιθέμενης αξίας.

Η συζήτηση όμως δεν επανέρχεται τυχαία. Βρισκόμαστε πλέον στη φάση διαμόρφωσης και επικείμενης δημόσιας διαβούλευσης του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που θα καθορίσει το εύρος των αρμοδιοτήτων και των θεσμικών δυνατοτήτων των πόλεων για τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, μεγάλα έργα υποδομής βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο μετάβασης από τις εξαγγελίες στην υλοποίηση. Σε αυτή τη φάση αναδεικνύεται πόσο αναγκαία είναι η ύπαρξη ενός ενιαίου κέντρου διοίκησης και συντονισμού, που μπορεί να παρακολουθεί, να παρεμβαίνει και να οργανώνει τις αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο. Η στιγμή είναι καθοριστική για το πώς θα λειτουργήσει η πόλη την επόμενη δεκαετία.

Γιατί, παρά την προβολή που τα συνοδεύει, τα γραφεία αυτά δεν αποτελούν τη φωνή της Θεσσαλονίκης προς την Αθήνα. Ο ρόλος τους είναι ακριβώς αντίστροφος: αποτελούν προέκταση της κεντρικής εξουσίας μέσα στην πόλη. Δεν εκπροσωπούν τους τοπικούς θεσμούς, δεν διαμορφώνουν συλλογικές προτεραιότητες, δεν αναλαμβάνουν διοικητικές ευθύνες και δεν λογοδοτούν για το έργο τους. Είναι πολιτικές δομές. Όχι μηχανισμοί διοίκησης. Και αυτό δεν αφορά προθέσεις, αλλά τη θεσμική πραγματικότητα: η πολιτική παρουσία δεν υποκαθιστά την πολιτική διοίκηση.

Αυτό δεν τα απαξιώνει. Μας υποχρεώνει όμως να μην τα συγχέουμε με κάτι που δεν είναι. Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται περισσότερη πολιτική παρουσία. Χρειάζεται περισσότερη πολιτική διοίκηση. Χρειάζεται μηχανισμούς με αρμοδιότητες, κέντρο ευθύνης, πόρους και λογοδοσία. Δομές που μπορούν να παράγουν αποτέλεσμα, όχι απλώς να εκφράζουν προθέσεις. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης για κάθε σύγχρονη μητροπολιτική περιοχή.

Η πόλη, μια ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή άνω του ενός εκατομμυρίου κατοίκων, αντιμετωπίζει προκλήσεις που ξεπερνούν τα όρια ενός δήμου ή μιας περιφέρειας. Υποδομές, συγκοινωνίες, χωρική συνέχεια, ανισορροπίες μεταξύ δήμων, έργα που επηρεάζουν ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα. Σήμερα, για ένα μεγάλο έργο ή ακόμη και για τη διαχείριση μιας κρίσης στη Θεσσαλονίκη, εμπλέκονται ταυτόχρονα πολλαπλοί φορείς: οι δήμοι, η Περιφέρεια, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, οργανισμοί κοινής ωφέλειας και τα αρμόδια υπουργεία στην Αθήνα. Αυτό το μωσαϊκό αρμοδιοτήτων δημιουργεί καθυστερήσεις, επικαλύψεις και συχνά κενά ευθύνης. Αυτές οι ανάγκες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με παράλληλες πολιτικές παρουσίες που λειτουργούν δίπλα στους θεσμούς, αλλά απαιτούν ενιαίο κέντρο σχεδιασμού και υλοποίησης.

Σε αυτό το περιβάλλον, η τοποθέτηση του δημάρχου Θεσσαλονίκης, Στέλιου Αγγελούδη, υπέρ της θεσμοθέτησης μητροπολιτικού βαθμού διοίκησης, με πρόβλεψη στον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι ως αυτονόητη λύση, αλλά ως θεσμικό αίτημα που τοποθετεί τη συζήτηση στο σωστό επίπεδο. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η ανάγκη για μητροπολιτική αρχιτεκτονική τίθεται από την ίδια τη διοίκηση της πόλης και εντάσσεται σε πλαίσιο ευρωπαϊκών πρακτικών και όχι απλώς τοπικών πιέσεων. Πόλεις όπως η Λυών, η Λιλ, το Πόρτο ή το Μάντσεστερ δείχνουν ότι ο ενιαίος σχεδιασμός, η ενιαία ευθύνη και η ενιαία φωνή απέναντι στην κεντρική κυβέρνηση δεν είναι θεωρητικές έννοιες, αλλά λειτουργικά εργαλεία διοίκησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τα γραφεία αποκτά καθαρότερους όρους. Δεν είναι ότι η ύπαρξή τους είναι προβληματική. Είναι ότι δεν μπορούν να καλύψουν το δομικό κενό της πόλης. Μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, να διευκολύνουν επαφές, να υποστηρίξουν τη σχέση με την Αθήνα. Αλλά δεν είναι και δεν θα γίνουν ποτέ φορέας στρατηγικού σχεδιασμού και διοίκησης.

Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται λιγότερες παράλληλες παρουσίες και περισσότερη θεσμική συνοχή. Χρειάζεται δομές που παράγουν αποτέλεσμα, όχι εντύπωση. Χρειάζεται στρατηγική συνέχεια, όχι αποσπασματικές πρωτοβουλίες. Χρειάζεται μια διοικητική αρχιτεκτονική που θα της επιτρέψει να λειτουργήσει ως αυτό που ήδη είναι: μια ενιαία μητροπολιτική περιοχή με κοινές ανάγκες και κοινές προκλήσεις.

Το ζήτημα δεν είναι ποιος ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη.

Το ζήτημα είναι πότε η Θεσσαλονίκη θα αποκτήσει τη δομή που θα της επιτρέψει να κατεβαίνει με μία ενιαία, σαφή και θεσμικά ισχυρή φωνή εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Image

* Ο Χρήστος Αβδελλάς είναι σύμβουλος της Α’ Δημοτικής Κοινότητας του δήμου Θεσσαλονίκης, Project Manager reframe.food & Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών