Skip to main content

Όταν οι συναυλίες καθορίζουν την πορεία των ανθρώπων και ξορκίζουν την Τεχνητή Νοημοσύνη

Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου μιλάει στη Voria.gr για τη δύναμη της μουσικής και για το πώς οι συναυλίες φωτίζουν και αντανακλούν τη στιγμή, την εποχή, τις ζωές και τα θέλω των ανθρώπων
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Η δύναμη της μουσικής, που είναι μεγάλη και συχνά καθοριστική στην εξέλιξη των ανθρώπων πρωταγωνιστεί στη συλλογή διηγημάτων του δικηγόρου και εγκληματολόγου, Παναγιώτη Παπαϊωάννου, με τίτλο «30 Εισιτήρια» και υπότιτλο «Χίλιες ζωές σε κάθε live 1980 -2027» (Εκδόσεις Δίαυλος). Πρόκειται για ιστορίες με φόντο 30 σημαντικές -κυρίως ροκ- συναυλίες, καλλιτεχνών που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα τα τελευταία 45 χρόνια -η μία θα γίνει του… χρόνου.

Οι πρωταγωνιστές είναι κυρίως νέοι άνθρωποι που βιώνουν έντονα -με καθόλου τουριστική διάθεση- τα μουσικά ερεθίσματα. Που αναπνέουν, αναστενάζουν, εκστασιάζονται και… λιποθυμούν για τον αγαπημένο τους ήρωα, αλλά ταυτόχρονα συνεχίζουν τη ζωή τους. Με αρκετή φαντασία και πολύ καλή διάθεση τα διηγήματα αυτά διαβάζονται και σαν σπονδυλωτό μυθιστόρημα, που επαναφέρει στο προσκήνιο συγκλονιστικά μουσικά γεγονότα, που ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. 

Για όλα όσα τον κινητοποιούν μίλησε στη Voria.gr ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου με ορμή και αναζωογονητική εφηβική διάθεση. Απολαύστε τον!  


Το βιβλίο «30 Εισιτήρια» περιέχει διηγήματα που γράψατε με αφορμή και φόντο συναυλίες σημαντικών μουσικών. Για ποιο λόγο θελήσατε να δέσετε αυτές τις ιστορίες με τη μουσική;

H μουσική διατρέχει καθένα από τα διηγήματα, όπως ένα σάουντρακ τις κινηματογραφικές ταινίες. Στην προκειμένη περίπτωση, η ζωντανή μουσική και οι συγκεκριμένες συναυλίες, υπήρξαν, η καθεμία στην εποχή της, κορυφαίο μουσικό γεγονός για την Ελλάδα. Οι ζωές των χαρακτήρων κάθε διηγήματος περιστρέφονται γύρω απ’ αυτά τα σημαδιακά live, καθώς είναι αλήθεια ότι κάθε μουσικόφιλος θεωρεί την συναυλία μια σημαντική ημερομηνία. Την μαθαίνει από πριν, την σημειώνει, κανονίζει πώς θα πάει, με ποιους, φαντάζεται τι θέλει να δει, συνδέεται με το παρελθόν του, βλέπει μέσα από τη ζωντανή μουσική της συναυλίας και τα όσα εκπροσωπεί ο καλλιτέχνης, άλλοτε ένα παράθυρο προς το μέλλον του, άλλοτε έναν καθρέφτη που αντανακλά εκείνο που χαρακτήρας είναι εκείνη την δεδομένη στιγμή. Τις αγωνίες, τις επιθυμίες, τις αδυναμίες του. Είναι μια καλειδοσκοπική συνθήκη η συναυλία. Φωτίζει και αντανακλά την στιγμή, την εποχή, τις ζωές και τα θέλω των ανθρώπων. Αυτό υπάρχει σε κάθε ιστορία του βιβλίου.

Υπάρχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό στα μουσικά live ανεξαρτήτως είδους μουσικής και εμβέλειας καλλιτέχνη που θελήσατε να αναδείξετε στα κείμενά σας;

Δεν υπάρχει, πλην του ότι δεν θα βρει μέσα στο βιβλίο συναυλίες ελληνικών ονομάτων. Αυτό που ενοποιεί τις ιστορίες που αφηγούνται τα «30 Εισιτήρια» είναι η μοναδικότητα κάθε μιας. Ορισμένες είναι οι πρώτες (Motorhead, Scorpions, Metallica), άλλες οι μοναδικές (Police, Gallagher, Pink Floyd, Tina Turner, Aerosmith, ZZ Top) και κάποιες άλλες οι τελευταίες φορές (Screaming Jay Hawkins, Phil Collins, Leonard Cohen), που είδαμε κάποιον καλλιτέχνη στην χώρα μας. Λίγες είναι αυτές που δεν μπήκαν στο βιβλίο με αυτό το κριτήριο, αλλά με σκοπό να πουν μια ιστορία για την επιρροή της μουσικής στη ζωή των χαρακτήρων σε δεδομένη χρονική στιγμή. To live των τριών κιθαριστών Di Meola / DeLucia / McLaughlin τη βραδιά που κηδεύεται ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η επίσκεψη των U2 στην Αθήνα του πρώτου Μνημονίου. Η επάνοδος των Godfathers πάνω στην φάση που ο κόσμος επανέρχεται στην κανονικότητα των παθών και των λαθών του, στην μετα-Covid 19 εποχή. Μια συναυλία best of των θρυλικών Waterboys στο εγγύς μέλλον. Για ονόματα που είναι διαχρονικά αγαπημένα στην Ελλάδα όπως ο Eric Burdon και ο Iggy Pop η αφήγηση επικεντρώνεται στον κεντρικό χαρακτήρα και εξελίσσεται σε saga: Πώς, λ.χ. ένα πανκιό των καταλήψεων καταλήγει δεκαετίες αργότερα στέλεχος φαρμακευτικής εταιρίας ενώ ακόμη νιώθει το άγριο κάλεσμα του μουσικού ήρωά του.

Να δείρουμε το ΑΙ!

Πέραν της συναυλιακής ατμόσφαιρας υπάρχει κάποιο «αόρατο νήμα» που συνδέει αυτά τα διηγήματα;

Μια ανάγκη να μαζευτούμε και να δείρουμε το ΑΙ (σσ. Την Τεχνητή Νοημοσύνη), με το οποίο μας πολιορκούν από παντού ότι θα γίνονται πλέον τα πάντα, ότι θα γράφονται βιβλία, θα φτιάχνεται ο καφές, θα φυτρώνει το μυαλό εκεί όπου δεν υπάρχει και τα συναφή. Οπότε, ναι, το αόρατο νήμα είναι η ανάγκη για κατάθεση αυθεντικής, ατυποποίητης, προσωποποιημένης μέσα από τους χαρακτήρες, το αντι-ΑΙ, τη μνήμη. Ένα χρονικό πώς μέσα από τις συναυλίες φτάσαμε, ως μουσικό κοινό και ως πολίτες αυτής της χώρας, από το 1980 ως εδώ. Όσο για την ατμόσφαιρα, αυτή κάθε φορά είναι ιδωμένη μέσα από τα μάτια των χαρακτήρων και δεν θα μπορούσε να είναι ενιαία. Λ.χ. στον Λυκαβηττό το καλοκαίρι του ’85 εμφανίζεται ο Miles Davis και τον παρακολουθεί ένας φιλόδοξος μαθητής Λυκείου. Στην Μαλακάσσα το 2008 ο Leonard Cohen δίνει την τελευταία στα μέρη μας –και αξέχαστη- παράστασή του με τον κεντρικό χαρακτήρα να πελαγοδρομεί μεταξύ των αναπολήσεων και του αβέβαιου μέλλοντός του.

Image


 
Σε ποιον βαθμό θα χαρακτηρίζαμε τα κείμενα αυτοβιογραφικά;

Εύλογη ερώτηση, αλλά απευθυνόμενη προς έναν άνθρωπο που γράφει, όχι ρεπορτάζ, δηλαδή όχι ειδήσεις από τις ζωές των άλλων, αλλά ιστορίες, μοιάζει με την επικίνδυνη ερώτηση για το πώς φτιάχνονται τα λουκάνικα. Στα «30 Εσιτήρια» η γραφή είναι αποσυνδεδεμένη από το προσωπικό βίωμα. Οι χαρακτήρες έχουν προσωπικές συντεταγμένες, μένουν σε συγκεκριμένα μέρη, έχουν ανθρώπινα περιβάλλοντα, μερικές φορές δεν χρειάζεται να έχουν όνομα, αλλά γνωρίζουμε το τι προτιμούν, τι δουλειά κάνουν, τι έχει συμβεί στη ζωή τους την ώρα που κατευθύνονται στην συναυλία ή που αφήνονται σ’ αυτήν. Οι ζωές κάποιων χαρακτήρων στην πορεία συμπλέκεται με άλλων σε επόμενες ιστορίες. Ο αναγνώστης παρατηρεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες, μερικές φορές βλεπει πώς σκέφτεται ή τι έχει περάσει ένας χαρακτήρας μετά από χρόνια, σε επόμενη συναυλία. Όπως γράφει και στο εξώφυλλο, τα «30 Εισιτήρια» διαβάζονται «όπως παρακολουθείται μια ταινία του Ρόμπερτ Ώλτμαν».

Από τους Saxon στον Rod Stewart 

Από τις συναυλίες που έχετε παρακολουθήσει ποιες είναι οι δύο που σας έχουν εντυπωθεί περισσότερο; Και από αυτές που δεν έχετε παρακολουθήσει ποιες δεν θα θέλατε να έχετε χάσει;

Είναι μάλλον αδύνατον να διαλέξω, καθώς όλες όσες μπορώ να θυμηθώ ως σημαντικές, αποτελούν στάδια μιας διαδρομής, από την οποία δεν αισθάνομαι την ανάγκη να προσπεράσω ή να απαρνηθώ κανένα. Η πρώτη μου ήταν στην Ριζούπολη όταν έπαιξαν οι Saxon με σαπόρτ τους δικούς μας, τους Spitfire, τις ημέρες της τοξικής βροχής από το Τσέρνομπιλ, 11 Μαΐου 1986 και η πιο πρόσφατη του Rod Stewart, ο οποίος ήταν εκπληκτικός. Έχω χάσει πολλές συναυλίες στις οποίες θα ήθελα να παρευρεθώ, όμως η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία 40 χρόνια έχω βρεθεί στις περισσότερες απ’ όσες επιθυμούσα. Δυστυχώς, πολλές φορές το να δεις ή να ξαναδεις κάποιον καλλιτέχνη καθορίζεται από τις υποχρεώσεις της επόμενης ημέρας. Το να είσαι μαχόμενος δικηγόρος απαιτεί να είσαι προετοιμασμένος, προσηλωμένος και στον τόπο της αναμέτρησης από πριν. Το να αναλαμβάνεις να εκπροσωπήσεις έναν άνθρωπο ενώπιον του νόμου, ιδίως ένα θύμα εγκλήματος, δεν επιτρέπει περισπασμούς και χαλαρότητες. Ωστόσο, δεν έχω παράπονο. Πέρσι, ας πούμε, μέσα στην ίδια εβδομάδα είδα τους Stranglers στο Ηρώδειο και τους The Hooters στο Gagarin 205. Και την ίδια εβδομάδα πραγματοποίησα δύο ταξίδια στην επαρχία για δικαστήρια τα οποία μάλιστα κράτησαν πολλές ώρες. Οι συναυλίες σχεδόν πάντα με ανανεώνουν. 
 
Η μουσική με ποιους τρόπους επηρεάζει έναν άνθρωπο;  

Το σίγουρο είναι ότι έχει επηρεάσει με πολλούς τρόπους τους χαρακτήρες του βιβλίου. Σε καθεμιά από τις ιστορίες που περιέχονται στα «30 Εισιτήρια», αυτός που πάει σε μια συναυλία, ιδίως ενός καλλιτέχνη που ήδη γουστάρει, βιώνει μια λυτρωτική, απελευθερωτική εμπειρία. Το μουσικό γεγονός προσδιορίζει στα μάτια του αναγνώστη το από που έρχονται οι χαρακτήρες, το πού βρίσκονται και το πού θέλουν να πάνε. Ο φοιτητής των ΚΑΤΕΕ στην συναυλία των Police, ο χούλιγκαν στους Motorhead, η νοσηλεύτρια, ο νεόπλουτος και το γηραλέο απολειφάδι στους Rolling Stones, ο νταλικιέρης στους ZZ Top και ο φωτογράφος που αποδρά από το χρυσό του κλουβί έχοντας δει τον Billy Idol, έχουν ο καθένας τα δικά τους κίνητρα, τo δικό τους υπόβαθρο και φορτίο. Στις συναυλίες, είτε το θες είτε όχι, πας με όλη σου τη ζωή – εξ ου και ο υπότιτλος «χίλιες ζωές σε κάθε live». 


Συναυλίες ίσον ροκ 


Η ατμόσφαιρα μιας συναυλίας εξαρτάται περισσότερο από το είδος της μουσικής, την αξία του καλλιτέχνη ή τη διάθεση και το… ταλέντο του κοινού; 

Όσο κι αν τα στοιχεία που αναφέρετε συμπράττουν, πάντα πομπός είναι ο καλλιτέχνης και δέκτης το κοινό. Η αλληλεπίδρασή τους μπορεί να γεννήσει καταστάσεις, σκέψεις και συναισθήματα που εντυπώνονται σε χιλιάδες διαφορετικούς ψυχισμούς. Εντάξει, είναι γεγονός ότι συναυλίες ίσον, κατά βάση, ροκ. Στη συναυλία, ο καλλιτέχνης συνυπάρχει τη συγκεκριμένη βραδιά με το κοινό του, φέρνει μαζί του στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο την μουσική του πραμάτεια, τη συγκεκριμένη στιγμή της φάσης της καριέρας του και την εκθέτει στο κοινό. Και γιατί αυτή η κάπως δεδομένη συνθήκη να έχει σημασία, θα ρωτήσει κανείς. Γιατί σήμερα, περισσότερο ίσως από ποτέ, η ζωντανή επαφή και η διάδραση με τη μουσική μοιάζει να έχει μεταλλαχθεί. Ειδικά σε ποπ συναυλίες, αλλά και σε μεγάλες συναυλίες ροκ με στοιχεία ποπ, μεγάλο μέρος του κοινού νομίζει ότι συμμετέχει ως πρωταγωνιστής σε ριάλιτι. 

Στα χρόνια που διαπερνάτε στα διηγήματά σας, με συναυλίες από το 1980 μέχρι του… χρόνου, πόσο και πώς έχουν αλλάξει τα μουσικά live;

Βλέπεις το κοινό να παρακολουθεί τις συναυλίες μέσα από την οθόνη του κινητού του, ενώ βρίσκεται εκεί. Να έχει ψάξει από πριν το πλέϊ-λιστ για να μην εκπλήσσεται και να μπορεί να παραπονεθεί «ναι, αλλά δεν παίξανε το χ κομμάτι». Το χειρότερο απ’ όλα: να βγάζει σέλφι από την πρώτη σειρά με την πλάτη στον καλλιτέχνη. Όχι, δεν θα υπεκφύγουμε από την συζήτηση με ένα «κάθε εποχή έχει τα δικά της». Η σημερινή εποχή περιφρονεί την υπεραξία της τέχνης και τη σημασία της και υπερτιμά τη δική της –αμφίβολη- αξία ως υπέρτατη τέχνη. Όλο και περισσότερο, η αυθεντικότητα υποκαθίσταται από την προκαθορισμένη στιγμιοτυπική ευμάρεια του Instagram story. Κατά προέκταση, επειδή και οι καλλιτέχνες είναι άνθρωποι της εποχής τους, βλέπουμε τα συγκροτήματα να παίζουν «με laptop» και να μην μπορούν χωρίς αυτά. Εκεί που κάποτε ήταν ντροπιαστικό να υπάρχουν προηχογραφημένα μέρη, πλέον δεν ενοχλεί κανέναν, αφού «δεν ενοχλεί το κοινό». Όμως, δεν ήταν πάντα έτσι. Αυτό υπενθυμίζουν τα διηγήματα του βιβλίου. Βάζοντας την υποσημείωση ότι τίποτε δεν έχει τελειώσει, όσο ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότητμα αποφασίζει να εκτεθεί ζωντανά πάνω στη σκηνή και υπάρχει τουλάχιστον ένας θεατής που έχει αποφασίσει να αφεθεί σ’ αυτό. Ευτυχώς, πολλά από τα ονόματα που έχουν σημαδέψει τις ιστορίες του βιβλίου είναι ακόμη ζωντανά: Οι Metallica, οι Cure (και οι δύο έρχονται στην Ελλάδα το 2026), ο Bryan Adams δεν παίρνει χαμπάρι ότι έκλεισε τα 18, οι Stranglers, oι Waterboys, o Billy Idol, ο Sting, ο Springsteen, οι Godfathers και, οι παλιότεροι όλων, οι Rolling Stones.


Πέρα από τη μουσική, τα νομικά και η εγκληματολογία είναι δύο ακόμη μεγάλες σας αγάπες. Πώς… παντρεύονται αυτά τα δύο με τη μουσική;

Προϋπάρχει η σχέση με τη μουσική, αυτή δημιουργείται από μικρή ηλικία. Το επάγγελμα έρχεται αργότερα, όπως και οι επιστημονικές ιδιότητες. Για να αξιοποιήσω τους όρους «παντρεύονται» και «αγάπες» (ο πληθυντικός δημιουργεί κάποια εγγενή αντιξοότητα, όπως όλοι καταλαβαίνουμε), θα το έθετα ως εξής: Η μουσική είναι η πεθερά που φιλοξενεί τις νύφες στο σπίτι της (πρώτος όροφος – ισόγειο και τα λοιπά, όπως στις ελληνικές ταινίες) και δεν χάνει ευκαιρία να τους υπενθυμίζει: «Νύφη, όπως μας βρήκες, έτσι θα πάει. Θα συνηθίσεις». Θεωρώ ότι ο καθένας με την προσωπικότητα που έχει διαμορφώσει εμποτίζει τις κοινωνικές του ιδιότητες, η πιο καίρια από τις οποίες είναι η επαγγελματική. Η μουσική είναι στάση  ζωής, δεν είναι απλή τουριστική προτίμηση, δεν «ακούω τα πάντα, ανάλογα με την ώρα». Γι’ αυτό και θεωρώ αυτονόητο πως δεν είναι γραμμένο πουθενά ότι είσαι πιο σοβαρός επαγγελματίας ή πιο επιστημονικά καταρτισμένος αν ακούς μόνο Μάλερ, new age ή έντεχνα μοιρολόγια περουβιανών βοσκών των αρχών του 2ου αιώνα. Ούτε πιστεύω ότι για να γίνεις κοινωνικά αποδεκτός ή να «κάνεις κονέ» πρέπει «να πας μπουζούκια». Είμαι παιδί της Gen-X, της γενιάς των ανθρώπων που σε όλον τον δυτικό κόσμο γαλουχήθηκαν με το ροκ στις καλύτερες εκδοχές του. Και το ροκ, μεταξύ άλλων, σημαίνει να έχεις ταυτότητα, να μάθεις να λες όχι στο αγοραίο, σε όλα τα επίπεδα.