Είναι αρχές δεκαετίας του 1980 και σε ένα κτήμα στον Σβορώνο Πιερίας ο δαιμόνιος, όπως αποδείχθηκε, γεωπόνος Τάσος Μίχος από την Καστοριά φυτεύει δέκα δενδρύλλια που καρποφορούν ένα παράξενο φρούτο από την Κίνα με τριχώδη καφέ φλοιό, πράσινη σάρκα και γλυκόξινη γεύση. Κόβοντας το νέο φρούτο στη μέση, ο κ. Μίχος διαπιστώνει ότι μοιάζει με ακτινωτή ρόδα ποδηλάτου. Έτσι, έγιναν τα βαφτίσια του φρούτου που δεν ήταν άλλο από το ακτινίδιο.
Τα χρόνια πέρασαν και το ακτινίδιο άρχισε να κερδίζει έδαφος τόσο καλλιεργητικά όσο και εμπορικά λόγω της υψηλής διατροφικής του αξίας.
Όταν ο Τάσος Μίχος φεύγει το 2023 από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών η Ελλάδα είχε μετατραπεί σε leader στην παραγωγή ακτινιδίου παγκοσμίως: Η παραγωγή την καλλιεργητική περίοδο 2023/24 φτάνει τους 313.000 τόνους και οι προοπτικές είναι εξαιρετικές.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με το στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας, το 2022 παρήγαγε το 7,6% της παγκόσμιας παραγωγής, πίσω από την Κίνα (55,7%), τη Νέα Ζηλανδία (17,7%) και την Ιταλία (15,2%).
Η συγκυρία μάλιστα είναι ιδανική όσον αφορά την εξωστρέφεια του ελληνικού ακτινιδίου, αφού ο κύριος ανταγωνιστής της χώρας μας, η Ιταλία, έχει προχωρήσει σε μια εμφατική μείωση της παραγωγής, ειδικά σε πράσινο ακτινίδιο.
Όπως τόνισε κατά τη διάρκεια Workshop στο πλαίσιο της Freskon ο καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Δενδροκομίας του τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ Αθανάσιος Μολασιώτης, η βασική μείωση των καλλιεργειών στην Ιταλία προήλθε από το βακτηριακό έλκος που κατέστρεψε τεράστιες εκτάσεις κίτρινου ακτινιδίου κυρίως στον βορρά, ενώ παράλληλα παρατηρείται το φαινόμενο της κατάρρευσης των ακτινιδίων (Moria).
Παράλληλα, οι καλλιέργειες ακτινιδίου στη γειτονική χώρα αφορούν όλο και περισσότερο τις κίτρινες ποικιλίες, που από 14.600 τόνους το 2015 έφτασαν τους 72.414 το 2020 και συνεχίζουν ανοδικά.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να έρθει ως μπαλαντέρ και να καλύψει τα κενά των Ιταλών, προσελκύοντας μεγάλα consortia παραγωγής και logistics ακτινιδίου όπως η Zespri, η Jingold και η Kikoka.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ανοίξει η βεντάλια καλλιεργειών και ποικιλιών στη χώρα μας, που ναι μεν βασίζεται στην καλλιέργεια του κλασικού πράσινου ακτινιδίου Hayward, ωστόσο η δυναμική παρουσία των κίτρινων ακτινιδίων στην παγκόσμια αγορά έχει οδηγήσει ήδη τις πολυεθνικές εταιρείες να συμπεριλάβουν αρκετούς παραγωγούς ανά την επικράτεια, προχωρώντας σε σημαντικές επενδύσεις με πειραματικές καλλιέργειες, συσκευαστήρια, ψυκτικούς θαλάμους και επιπλέον φυτεύσεις.
Σύμφωνα με το κ. Μολασιώτη, «η συγκυρία είναι ευνοϊκή, αφού η χώρα έχει τεχνογνωσία πάνω στο πράσινο ακτινίδιο, καλύπτοντας το κενό που άφησαν Ιταλία και Νέα Ζηλανδία, που στρέφονται δυναμικά στο κίτρινο».
Ο χάρτης του ελληνικού ακτινιδίου
Το ακτινίδιο Hayward, με την εξέλιξη που έχει στην Ελλάδα, έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο κερδοφόρους καρπούς του πρωτογενούς τομέα.
«Με τιμή παραγωγού στο 1 ευρώ/ κιλό, μέση παραγωγή τους 3.000 τόνους και κόστος παραγωγής 0,40 ευρώ ανά κιλό, ο Έλληνας παραγωγός δύσκολα θα αφήσει το πράσινο ακτινίδιο για να πάει στο κίτρινο», υποστήριξε ο κ. Μολασιώτης.
Αυτή τη στιγμή η βαριά βιομηχανία του ακτινιδίου βρίσκεται στη Βόρεια Ελλάδα, με την Κεντρική Μακεδονία να έχει σχεδόν το 50% της εγχώριας παραγωγής (Πιερία 2.896 παραγωγοί, Ημαθία 1.445, Πέλλα 972) και την Καβάλα το 22% (1.185 παραγωγοί). Πυλώνας παραγωγής είναι και η Άρτα με 18% (1.770 παραγωγοί).
Οι εκτιμήσεις για τη φετινή παραγωγή κάνουν λόγο για 336.000 τόνους, ενώ το 2028 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τους 400.000.
Παρά το γεγονός ότι η χώρα είναι leader στο πράσινο ακτινίδιο, σε θέμα εξαγωγών ακολουθεί την τακτική του ελαιολάδου, εξάγοντας χύδην προϊόν στην Ιταλία. «Πρόκειται για το παράδοξο ο τρίτος να εξάγει στον δεύτερο, ακριβώς όπως με το ελαιόλαδο», είπε ο Μολασιώτης. Αυτό συμβαίνει όπως είπε λόγω της έλλειψης διεισδυτικότητας της χώρας μας στις διεθνείς αγορές, δίνοντας τον ρόλο του διαχειριστή στους πιο εξελιγμένους σε επίπεδο logistics Ιταλούς.
Την ίδια ώρα, πολλοί Έλληνες παραγωγοί ακτινιδίου δείχνουν σκεπτικισμό στην ένταξή τους σε ένα consortium ακτινιδίου.
«Η Ελλάδα έχει περάσει από το στάδιο του αναδυόμενου αστέρα σε αυτό του πρωταθλητή. Επομένως πρέπει να συμπεριφερθεί ανάλογα με καινοτομία, χωρίς να αντιγράφει Ιταλούς και Νεοζηλανδούς, αλλά να παράγει νέα γνώση. Χρειάζεται επένδυση σε υποδομές, δηλαδή ψυκτικούς θαλάμους, αλλά και σε ανθρώπινο δυναμικό και ηγέτες», τόνισε ο κ. Μολασιώτης.
Το κίτρινο ακτινίδιο
Την ώρα που το κίτρινο ακτινίδιο αποτελεί το 70% των καλλιεργειών τόσο σε Ιταλία όσο και σε Νέα Ζηλανδία, η Ελλάδα επιμένει να καλλιεργεί συντριπτικά πράσινο, με τις καλλιέργειες κίτρινου να περιορίζονται σε λίγα στρέμματα.
Σύμφωνα με τον Αθανάσιο Μολασιώτη, αυτό δεν είναι ανεξήγητο, αφού το κίτρινο ακτινίδιο θέλει άλλες καλλιεργητικές μεθόδους και είναι πιο απαιτητικό, θέλοντας δακτυλιώσεις, θερινά κλαδέματα και εμβολιασμούς. Ωστόσο, ίσως αποτελέσει ευκαιρία καλλιέργειας για νοτιότερα σημεία της χώρας, αφού ως δέντρο απαιτεί λιγότερες ώρες ψύχους από το πράσινο ακτινίδιο.
Σε κάθε περίπτωση ο καθηγητής χαρακτήρισε τις δύο κατηγορίες ακτινιδίων «άσπονδους φίλους», αφού απευθύνονται σε άλλα κοινά καταναλωτών.
Η ιταλική Jingold για περισσότερα από δέκα χρόνια δραστηριοποιείται στην Ελλάδα όσον αφορά την παραγωγή του κίτρινου ακτινιδίου και τις ποικιλίες Jintao και η Jinyan, ενώ έχει υπό τη σκέπη της και την πράσινη ποικιλία Boerica.
Ήδη πραγματοποιούνται αρκετές πειραματικές καλλιέργειες κίτρινου ακτινιδίου ενώ η παραγωγή συνολικά ξεπερνά τους 25.000 τόνους.
Σημειώνεται ότι ο κολοσσός του ακτινιδίου έχει κάτω από το brand του πάνω από 2.000 φυτείες, με τάσεις ανάπτυξης την επόμενη πενταετία.
Με τη Jingold Greece συνεργάζονται πάνω από 120 παραγωγοί σε όλη τη χώρα, με τις συνολικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις να φτάνουν τα 3.000 στρέμματα.
Οι εταιρείες που συνεργάζονται είναι η Fruit Project, η Elite, ο Alpha Greek Foods, η ΑΣ Καβάλας, η Mithras και η MJF.
Όπως τόνισε ο τεχνικός σύμβουλος της Jingold Greece Αθανάσιος Πισαλίδης, «υπάρχει καθετοποιημένη δομή από τον παραγωγό, το συσκευαστήριο, τις πωλήσεις και τον τελικό πελάτη».
Στα θετικά του κίτρινου ακτινιδίου συγκαταλέγεται, εκτός των μικρών απαιτήσεων σε ψύχος, η υψηλή παραγωγικότητα, αφού σύμφωνα με τον κ. Πισαλίδη «το ποσοστό έκπτυξης οφθαλμού είναι υψηλό και φτάνει ακόμα και το 90%».
Την ίδια ώρα, τόσο η Zespri όσο και η Kikoka έχουν ήδη αναπτύξει το επενδυτικό τους πλάνο στο κίτρινο ακτινίδιο, αγοράζοντας φυτείες, ώστε να πειραματιστούν στις δικές τους ποικιλίες.