Η δεκαετία του 1950 είναι μία από τις ενδιαφέρουσες του 20ού αιώνα. Η ανθρωπότητα, έχοντας ξεπεράσει σε σημαντικό βαθμό τις συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε να βλέπει το μέλλον με την αισιοδοξία κάποιου που έχει δει -μετά βεβαιότητος- τα χειρότερα. Όσο για την Ελλάδα, προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του εμφυλίου και ταυτόχρονα να σταθεί στα πόδια της. Μια διαδικασία στη διάρκεια της οποίας πολλοί Έλληνες -κυρίως νέοι άνθρωποι- αναζήτησαν καλύτερη τύχη μακριά από την πατρίδα. Άλλοι μετανάστευσαν. Πολλοί αποφάσισαν να βγουν στη θάλασσα, που εκείνη την εποχή αποτελούσε διέξοδο για όσους οι προοπτικές εντός των συνόρων ήταν περιορισμένες.
Η δεκαετία του 1950 είναι -συγχρόνως- υποφωτισμένη, αφού τη διαδέχθηκε η εκρηκτική δεκαετία του 1960, που σε σημαντικό βαθμό επισκίασε ό,τι είχε προηγηθεί, αλλά -μέχρι ενός σημείου- και ό,τι ακολούθησε.
Όλα αυτά, η ανάσταση του δυτικού κόσμου, ο αγώνας επιβίωσης των Ελλήνων και η συγκλονιστικά δημιουργική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1950 συνυπάρχουν σε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, που μόνο τύποις εντάσσεται σε αυτό που ονομάζουμε ναυτική λογοτεχνία. Το Porto Tango του Νίκου Σούλια, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1999 και φέτος επανεκδίδεται από τις εκδόσεις KAKTOS στην 25η επέτειο της πρώτης του έκδοσης, είναι ένα βιβλίο για την προσπάθεια ενός νέου τότε Έλληνα να κερδίσει τη ζωή του μέσα στη θάλασσα. Το γεγονός ότι πρόκειται για αυτοβιογραφική διήγηση -ο συγγραφέας ορκίζεται ότι το 98% όσων περιγράφει στις 830 σελίδες, μαζί με το ναυτικό λεξικό και τη βιβλιογραφία, είναι πραγματικά γεγονότα και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις κάτι μικρές λεπτομέρειες είναι προϊόν μυθοπλασίας, ώστε να υπάρχουν γέφυρες που θα διευκολύνουν τον αναγνώστη-, δίνει στο βιβλίο τον χαρακτήρα της μαρτυρίας και του ντοκουμέντου. Διότι μπορεί η επίσημη ιστορία να γράφεται από χρονική απόσταση, με κρύο αίμα και προσήλωση στα ντοκουμέντα, αλλά πάντα θα έχει ανεκτίμητη αξία αυτός που μπορεί να πει «ήμουν κι εγώ εκεί».
Αν και χωρίς αμφιβολία πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα ναυτικής λογοτεχνίας, το Porto Tango, που λόγω θέματος και ατμόσφαιρας διαβάζεται καλύτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Πρωτίστως είναι μια ιστορία δρόμου -θαλασσινού και στεριανού-, που εξελίσσεται με ταχύ, κινηματογραφικό ρυθμό. Ο συγγραφέας διηγείται όσα είδε, όσα πέρασε κι όσα έζησε στα καράβια, στα λιμάνια, στους ωκεανούς, αλλά και τις περιπλανήσεις του στην Αμερική, που εκείνη την εποχή έκτιζε τον σύγχρονο μύθο της που αντέχει ακόμη.
Μόνο που ο Νίκος Σούλιας, ο καπετάν Νίκος για τους φίλους του στην Κρήτη, όπου ζει σήμερα, στις Σπέτσες απ’ όπου κατάγεται, στον Πειραιά όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε και σε όλον τον κόσμο όπου βρέθηκε λόγω δουλειάς, δεν περιορίζεται στη διήγηση όσων έζησε. Εξηγεί και όσα κατάλαβε από πρώτο χέρι. Για παράδειγμα βρισκόταν στην Αβάνα, όταν ο Φιντέλ Κάστρο έμπαινε θριαμβευτής στην πρωτεύουσα της Κούβας, έχοντας εκδιώξει τον Μπατίστα. Αναλύει πολιτικές καταστάσεις, κάνει κοινωνικά σχόλια, αναφέρεται σε οικονομικά δεδομένα, ενώ δεν διστάζει ούτε να παινέψει, αλλά ούτε και να ασκήσει κριτική στο σινάφι του. Στους ναυτικούς, στους πλοιοκτήτες, στους διοικητικούς των εφοπλιστικών εταιρειών. Όλοι αυτοί αποτελούν έναν ξεχωριστό κόσμο, σχεδόν αθέατο από τη στεριά και τους στεριανούς.

Η ιστορία καλύπτει την περίοδο 1955 – 1960, τα πρώτα πέντε χρόνια που ο Νίκος Σούλιας βρέθηκε στη θάλασσα και ταξίδευε σχεδόν διαρκώς, χωρίς να επιστρέψει ούτε μία ημέρα στην Ελλάδα. Είναι η περίοδος που ο ίδιος παίρνει για τα καλά το… βάπτισμα του πυρός, όχι μόνο στη θάλασσα, αλλά και στην ίδια τη ζωή. Ένας έφηβος μεγαλώνει, γίνεται νεαρός άνδρας και παίρνει τη ζωή του στα χέρια του. Μαγεία! Κι όλα αυτά πέραν του Ατλαντικού, στην αμερικανική ήπειρο, στις ΗΠΑ, στην Καραϊβική, στην Λατινική Αμερική, σε κόσμους μακρινούς και πολύ διαφορετικούς από την Ελλάδα. Και γι’ αυτό δύσκολους, αν και γοητευτικούς. Πέρα και πάνω απ’ όλα, το Porto Tango, το οποίο είναι εξαιρετικά γραμμένο, είναι η ιστορία της επιβίωσης, της ενηλικίωσης και της προόδου ενός ανθρώπου που πιστεύει στον εαυτό του, αλλά παλεύει μόνος, χωρίς ασφάλεια και χωρίς… καβάντζες. Ως εκ τούτου το μήνυμα είναι διαχρονικό. Όπως διαχρονική παραμένει και η γοητεία της αφήγησης του Σούλια, που προβάλλεται με φόντο τα εξωτικά χρώματα της αμερικανικής ηπείρου κι έχοντας ως σάουντρακ τη μουσική της εποχής και κυρίως το λάτιν κύμα που σάρωνε -και εξακολουθεί να σαρώνει- την περιοχή.
«Ένα χρονικό ζωής, όπου οι θαλασσοδαρμένοι ναυτικοί των ωκεανών, οι μικροσυμμορίες παρανόμων της Νέας Υόρκης, οι αισθησιακές κρεολές των λιμανιών είναι ισότιμοι πρωταγωνιστές, πλάι στους ηγέτες και τους επαναστάτες μιας εποχής που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία», αναγράφεται στο σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου και είναι ακριβές.
Όπως ακριβές είναι αυτό που σημειώνει προλογίζοντας το βιβλίο ο Κώστας Ζουράρις, ο οποίος δεν συνηθίζει να προλογίζει βιβλία συγγραφέων ή δημοσιογράφων, αλλά έκανε μια εξαίρεση διότι -όπως λέει- ο Σούλιας είναι ναύτης. Γράφει, λοιπόν: «Ο Νίκος Σούλιας, μέσα από τούτο το θαλασσόπλαγκτον Χρονικό της αυτογνωσίας του, μας διδάσκει μεγάλη διδαχή: πως, εμείς, οι Ελληνορωμιοί, θαλασσοκρατήσαμε, "πάσαν μεν θάλασσαν και γην εσβατόν τη ημετέρα τόλμη καταναγκάσαντες γενέσθαι". Και, πάλι κατά το συναμφότερον, πως οφείλουμε να θαλασσοκρατούμε πάνω στις θάλασσες των παθών και των ατιμιών μας. Όλο το Χρονικό του, ένας τέτοιος μεγάλαθλος κόσμος είναι».