Τα τελευταία χρόνια και ειδικά μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τις πολύ σοβαρές οικονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, οι Έλληνες άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τις διεθνείς εξελίξεις. Απόδειξη ότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης -εφημερίδες, ραδιοτηλεοπτικά, διαδικτυακά- όχι μόνο αφιερώνουν περισσότερο χώρο και χρόνο στις διεθνείς εξελίξεις, αλλά τα τοποθετούν και πιο ψηλά στην ιεραρχία της ειδησεογραφίας. Κάπως έτσι άνθρωποι που εδώ και πολλά χρόνια παρακολουθούν και καταγράφουν τα διεθνή γεγονότα και τις επιπτώσεις τους, διαθέτουν, πλέον, μια επιπλέον ευχέρεια να επικοινωνούν τις ιδέες τους με το κοινό τους πολίτες.
Ανάμεσα τους εξέχουσα θέση κατέχει ο δημοσιογράφος Πέτρος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος μίλησε στη Voria.gr με αφορμή το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πολεμικός καπιταλισμός» και υπότιτλο «Η δεύτερη εποχή των Αυτοκρατοριών» (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ) για τα μεγάλα πολιτικά, γεωπολιτικά και πολεμικά θέματα της εποχής μας, που έχουν σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις κι έτσι επηρεάζουν εμφανώς την καθημερινότητα σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα. Ο συγγραφέας αναρωτιέται «Πώς φτάσαμε να παρακολουθούμε επί δύο χρόνια σε ζωντανή μετάδοση από τη Γάζα την πρώτη γενοκτονία του 21ου αιώνα; Πού οδηγεί τον κόσμο η σύγκρουση Ρωσίας-ΝΑΤΟ στην Ουκρανία; Ποιοι και γιατί καλλιεργούν κλίμα ψυχροπολεμικής παράνοιας στην Ευρώπη; Πώς κατέληξε ο γάμος συμφέροντος των δύο οικονομικών υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και Κίνας, σε ένα άγριο διαζύγιο; Τι προοιωνίζεται ένας Τραμπ που βλέπει τον εαυτό του ως σερίφη της οικουμένης, όπως έδειξε με την πειρατική επιδρομή στη Βενεζουέλα; Γιατί ένα παγωμένο νησί μόλις 57.000 κατοίκων έγινε εστία αντιπαράθεσης μεταξύ όλων των μεγάλων δυνάμεων;». Με βάση τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα στις 280 σελίδες του βιβλίου εξηγεί: «Η δίδυμη κρίση της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και της αμερικανικής παντοδυναμίας φέρνει τον κόσμο του Νταβός στο τέλος του. Στη θέση του, αναδύεται ένας πλανήτης ρηγματωμένος, πολυπολικός και συγκρουσιακός, πάνω στο κοινό υπόστρωμα ενός είδους «πολεμικού καπιταλισμού». Ανατέλλει μια δεύτερη Εποχή των Αυτοκρατοριών, ύστερα από εκείνη του κλασικού ιμπεριαλισμού, που οδήγησε την ανθρωπότητα στα σφαγεία δύο παγκοσμίων πολέμων, αλλά και σε κοσμογονικές επαναστάσεις και ανατροπές».
Κύριε Παπακωνσταντίνου, ποιος είναι ο στόχος σας με το βιβλίο «Πολεμικός Καπιταλισμός»;
Αντικείμενο του βιβλίου είναι η επικίνδυνη εκτροπή των διεθνών εξελίξεων στην κατεύθυνση του μιλιταρισμού, του εθνικισμού και του πολέμου. Θεωρώ ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στην πιο επικίνδυνη στιγμή από την κρίση των πυραύλων στην Κούβα, το 1962. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, σε αντίθεση με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, όπου υπήρξε ισχυρή αντίδραση από ένα φιλειρηνικό κίνημα με μεγάλη δύναμη πίεσης στις κυβερνήσεις, σήμερα στις περισσότερες χώρες της Δύσης- και οπωσδήποτε στην Ελλάδα- το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται σε κατάσταση περίεργης χαύνωσης και παθητικότητας. Ένας από τους λόγους βρίσκεται ίσως στον καταιγιστικό ρυθμό των εξελίξεων, τις οποίες δυσκολευόμαστε να μεταβολίσουμε και να κατανοήσουμε. Ελπίζω ότι αυτό το βιβλίο θα είναι μια ελάχιστη συμβολή στη μεγάλη προσπάθεια να βάλουμε τάξη στο χάος που μας περιβάλλει και να το αντιμετωπίσουμε.
Ποια είναι τα σημαντικότερα γεγονότα των τελευταίων ετών που οδηγούν σε αυτή τη νέα -όπως την χαρακτηρίζετε- εποχή των Αυτοκρατοριών;
Το πρώτο σημείο καμπής ήταν οι πόλεμοι των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, το 2001 και στο Ιράκ, το 2003, όταν οι νεοσυντηρητικοί της κυβέρνησης Μπους εκμεταλλεύτηκαν το εθνικό σοκ από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου για να στερεώσουν μακροπρόθεσμα την αμερικανική, πλανητική ηγεμονία. Από τότε οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες, που είχαν πάρει την κατιούσα μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, το 1989-1991, άρχισαν να αυξάνονται και πάλι, ενώ η προς Ανατολάς διεύρυνση του ΝΑΤΟ έφερε σε τροχιά ρήξης τη Δύση με τη Ρωσία.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχουμε μια απότομη επιτάχυνση της στροφής προς τον μιλιταρισμό, τον εθνικισμό, τους οικονομικούς και πραγματικούς πολέμους- πρώτα με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ύστερα με τη γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα και τελικά με τα επακόλουθα της επανεκλογής Τραμπ. Οι απειλές του Αμερικανού προέδρου για βίαιη προσάρτηση ευρωπαϊκού εδάφους, στη Γροιλανδία, η γκαγκστερική επιδρομή και απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα και ο απρόκλητος πόλεμος ΗΠΑ- Ισραήλ εναντίον του Ιράν απειλούν να γυρίσουν την ανθρωπότητα πίσω στην εποχή της διπλωματίας των κανονιοφόρων, την περίοδο του κλασικού ιμπεριαλισμού (1875-1914), που περιγράφει ο διάσημος Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ στο εξαιρετικό έργο του «Η Εποχή των Αυτοκρατοριών». Από εκεί και η έμπνευση για τον υπότιτλο του βιβλίου μου.
Χωρίς αμφιβολία οι μεγάλοι επιτιθέμενοι στις μέρες μας είναι η Ρωσία του Πούτιν στην Ουκρανία, το Ισραήλ του Νετανιάχου στη Γάζα και οι ΗΠΑ του Τραμπ στο Ιράν. Υπάρχει κάποιας μορφής δίκιο στην επιθετικότητα αυτών των τριών δυνάμεων;
Δεν θα έβαζα στον ίδιο παρονομαστή τις τρεις κρίσεις στις οποίες αναφέρεστε. Η βάρβαρη εκστρατεία του Ισραήλ στη Γάζα ξεχωρίζει με μεγάλη απόσταση από οτιδήποτε άλλο έχουμε ζήσει στη διάρκεια της ζωής μας. Είναι η πρώτη γενοκτονία του 21ου αιώνα, την οποία παρακολουθούσε σε ζωντανή μετάδοση επί δύο χρόνια ολόκληρη η ανθρωπότητα, χωρίς κανένα ελαφρυντικό για όσους έδρασαν ως συνένοχοι ή έμειναν αδιάφοροι.
Ούτε ο Τραμπ έχει, βέβαια, το παραμικρό ελαφρυντικό σχετικά με το Ιράν. Αντίθετα, δύο φορές, μία τον Ιούνιο του 2025 και μία τον Φεβρουάριο του 2026, η Αμερική εμφανίστηκε ως κοινός απατεώνας, να διαπραγματεύεται με το Ιράν διπλωματική λύση στο θέμα του πυρηνικού προγράμματος, τη στιγμή που προετοίμαζε παρασκηνικά, μαζί με το Ισραήλ, τον ανηλεή βομβαρδισμό του και τη δολοφονία ηγετών του. Οι τεράστιες δυσκολίες που συναντά ο Τραμπ στον πόλεμο εγγράφουν στην ημερήσια διάταξη το ισχυρό ενδεχόμενο να υποστεί σκληρή πολιτική τιμωρία, αλλά οι λαοί του Ιράν και του Λιβάνου θα έχουν πληρώσει ούτως ή άλλως βαρύ τίμημα.
Στο θέμα της Ουκρανίας, ο Βλαντίμιρ Πούτιν μπορεί να επικαλεστεί τη δρομολογημένη πορεία για ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, με κίνδυνο αμερικανικοί πύραυλοι Tomahawk, φορτωμένοι με πυρηνικές κεφαλές, να μπορούν να πλήξουν τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να δεχθεί οποιαδήποτε ρωσική κυβέρνηση, όπως δεν δέχθηκε η κυβέρνηση του Τζον Κένεντι την εγκατάσταση σοβιετικών πυραύλων απέναντι από το Μαϊάμι. Ωστόσο η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ δεν ήταν επικείμενη, επομένως οι νόμιμες ανησυχίες της Ρωσίας δεν δικαιολογούν την παραβίαση του διεθνούς δικαίου με την εισβολή και την κατοχή ουκρανικών εδαφών. Ακόμη περισσότερο που ο Πούτιν σε κάποιες ομιλίες του αμφισβήτησε και την ίδια την υπόσταση της Ουκρανίας ως κυρίαρχου έθνους- κράτους.
Ο τίτλος του βιβλίου «Πολεμικός Καπιταλισμός», πέρα από ζητήματα ισχύος, παραπέμπει και σε οικονομικά συμφέροντα. Μπορούμε να τα εντοπίσουμε;
Θίγετε ένα πελώριο θέμα, το οποίο με απασχολεί εκτενώς στο βιβλίο μου και δεν είναι εύκολο να συμπυκνωθεί σε λίγες γραμμές. Η πιο προφανής πλευρά είναι ότι η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού ευνόησε μεν τις αμερικανικές πολυεθνικές που πήγαν στην Κίνα, στο Μεξικό και σειρά άλλων χωρών αποκομίζοντας μυθώδη υπερκέρδη, αλλά ζημίωσαν διπλά το αμερικανικό κράτος: πρώτον, γιατί γέννησαν στο εσωτερικό του ένα τεράστιο αποσταθεροποιητικό ρεύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας λόγω της αποβιομηχάνισης, των απολύσεων και της αύξησης των μεταναστευτικών ροών και δεύτερον, γιατί ανέδειξαν για πρώτη φορά έναν παγκόσμιο ανταγωνιστή, την Κίνα, που διεκδικεί με αξιώσεις την οικονομική και τεχνολογική ισοδυναμία με τις ΗΠΑ. Η ανάδειξη του Τραμπ, ιδίως στη δεύτερη προεδρία του, ήταν η απάντηση μεγάλου μέρους των αμερικανικών ελίτ στη διπλή αυτή πρόκληση.
Στο εξώφυλλο του βιβλίου οι βόμβες είναι σηματοδοτημένες με το δολάριο, το ευρώ και τη στερλίνα. Η σήμανση αυτή δείχνει την αιτία του προβλήματος;
Είμαι ευγνώμων στον εξαιρετικό γραφίστα Δημήτρη Αρβανίτη που μου χάρισε το εμπνευσμένο εξώφυλλο, το οποίο μιλάει, πιστεύω, από μόνο του. Άλλη μια φορά, μια εικόνα αξίζει όσο χιλιάδες λέξεις.

Η Κίνα αναδύεται ως υπερδύναμη στην νέα εποχή, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει εμπλακεί πολεμικά. Πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο;
Μετά τον πόλεμο της Κορέας, η Κίνα δεν ήρθε ποτέ σε στρατιωτική αντιπαράθεση με χώρα της Δύσης, ενώ ενεπλάκη σε ελάχιστες, περιορισμένες χωρικά και χρονικά συγκρούσεις με γείτονές της όπως η ΕΣΣΔ, το Βιετνάμ και η Ινδία. Οι εδαφικές διαφορές της με χώρες του γεωγραφικού της περίγυρου είναι κληρονομιά των εκκρεμοτήτων που άφησε πίσω της η κατάρρευση της γιαπωνέζικης αποικιοκρατίας και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις τις θέσεις του Πεκίνου υποστηρίζει και η Ταϊβάν. Καθώς η Κίνα συνεχίζει να κερδίζει έδαφος στα πεδία της οικονομίας και της τεχνολογίας, δεν έχει λόγο να ρισκάρει τη θέση και τις διεθνείς σχέσεις της με εξωτερικούς τυχοδιωκτισμούς, αντίθετα έχει κάθε λόγο να προβάλλει εαυτήν ως απείρως πιο υπεύθυνη και προβλέψιμη διεθνή δύναμη από την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ. Έχει καταστήσει όμως σαφές ότι είναι αποφασισμένη να ολοκληρώσει την εθνική της ενοποίηση με την επανένταξη της Ταϊβάν στον εθνικό κορμό, κατά το πρότυπο του Χονγκ Κονγκ και του Μακάο. Οι Αμερικανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να μη συμβεί κάτι τέτοιο, κάτι που συντηρεί το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ της εγκατεστημένης και της αναδυόμενης υπερδύναμης.
Η παρουσία του Τραμπ στο Λευκό Οίκο είναι καταλυτική ή οι εξελίξεις θα έπαιρναν έτσι κι αλλιώς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση;
Είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να εικάσει με σιγουριά πώς θα εξελισσόταν η Ιστορία αν δεν είχε μεσολαβήσει το τάδε ή το δείνα ιστορικό συμβάν. Είναι γεγονός ότι σε πολλά, καίρια στοιχεία της πολιτικής του ο Τραμπ δεν ήταν πολύ διαφορετικός, επί της ουσίας, από Δημοκρατικούς προκατόχους του. Η «στροφή στην Ασία» (pivot to Asia) ξεκίνησε από τον Μπαράκ Ομπάμα και τη Χίλαρι Κλίντον. Η συνενοχή της Αμερικής στη γενοκτονία των Παλαιστινίων ήταν έργο του Τζο Μπάιντεν, ο οποίος δήλωσε ανοιχτά ότι είναι «Αμερικανός σιωνιστής». Ακόμη και στο εσωτερικό μέτωπο, οι απελάσεις μεταναστών επί προεδρίας Ομπάμα ήταν ακόμη περισσότερες από ό,τι επί Τραμπ.
Η διαφορά του Τραμπ με τους προκατόχους του δεν είναι ότι μας πήγε «από έναν κόσμο της διεθνούς τάξης, βασισμένης σε κανόνες, σε έναν κόσμο όπου βασιλεύει το δίκαιο του ισχυρού», όπως αφελώς λέγεται και γράφεται. Είναι ότι εφαρμόζει τις πολιτικές του με τρόπο εντελώς βάναυσο, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να τηρήσει κανένα πρόσχημα και επιδεικνύει ιδιαζόντως αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί περισσότερο σύμπτωμα των αμερικανικών παθογενειών παρά την αιτία τους.
Βεβαίως, ο Τραμπ, το επιτελείο του και τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που τον στηρίζουν -θυμίζω ότι στην ορκωμοσία του παρατάχθηκαν τα περισσότερα αφεντικά της Σίλικον Βάλεϊ- υποστηρίζουν πολιτικές διαφορετικές από εκείνες των προηγούμενων προέδρων σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα. Στο Ιράν ο Τραμπ ήταν εκείνος που ανατίναξε τη συμφωνία που είχε κλείσει ο Ομπάμα, ενώ στο Ουκρανικό ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος όντως επιθυμεί να μια συμφωνία με τον Πούτιν για να αποσπάσει τη Ρωσία από τη συμμαχία της με την Κίνα- άλλο αν είναι ρεαλιστικό να το πετύχει.
Σε αυτό το ζοφερό σκηνικό η Ευρώπη, στην οποία ανήκει η Ελλάδα, είναι τόσο αδύναμη όσο δείχνει;
Η Ευρώπη βρίσκεται σε καθοδική τροχιά στη διεθνή αλυσίδα ισχύος, πρώτα απ’ όλα στον οικονομικό και τεχνολογικό τομέα όπου χάνει διαρκώς έδαφος σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Ένας από τους λόγους βρίσκεται στον ζουρλομανδύα του Συμφώνου Σταθερότητας, στις Δρακόντειες δημοσιονομικές πολιτικές που επέβαλε το Βερολίνο, με αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Ένας άλλος ήταν η δουλική προσκόλληση των Ευρωπαίων στην ουρά της κυβέρνησης Μπάιντεν κατά την ουκρανική κρίση, με συνέπεια την εκτόξευση του κόστους ενέργειας.
Η επιθετική, αλαζονική συμπεριφορά του Τραμπ και οι απειλές του να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ έχουν αναθερμάνει τα σενάρια για πολιτική και αμυντική χειραφέτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, αλλά εδώ υπάρχουν δύο κίνδυνοι. Ο πρώτος είναι αυτό το όνειρο να μη γίνει ποτέ πραγματικότητα, όπως δεν έγινε στα 75 χρόνια της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ο ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος είναι το όνειρο να γίνει πραγματικότητα, μόνο για να αποδειχθεί εφιάλτης, παρασύροντας την Ευρώπη στη δίνη του μιλιταρισμού, των εθνικισμών και των πολέμων. Βεβαίως υπάρχουν δυνάμεις που αναζητούν έναν τρίτο δρόμο, στην κατεύθυνση μιας ευρωπαϊκής χειραφέτησης που θα στηρίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και τη φιλειρηνική πολιτική, αλλά δεν είναι αυτές οι δυνάμεις που βάζουν τη σφραγίδα τους στην πολιτική των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών αυτή τη στιγμή.
