Skip to main content

Τα αισιόδοξα μηνύματα ενός συνεδρίου και η ψυχρή αλήθεια για τις εξαγωγές και τη Θεσσαλονίκη

Ποιο είναι το δυσκολότερο εμπόδιο για την ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών

Εξαιρετικά αισιόδοξοι για την πορεία των ελληνικών εξαγωγών, αλλά και την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκαν χθες κατά τη διάρκεια Συνέντευξης Τύπου τόσο ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ) Σίμος Διαμαντίδης, όσο και ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Παναγιώτης Χασάπης. Μακάρι οι εκτιμήσεις και οι… προφητείες τους στα δύο αυτά επίπεδα να επιβεβαιωθούν, αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και διεθνώς είτε να αλλάξουν κάποια πράγματα, είτε να μην επιβεβαιωθούν προβλέψεις που γίνονται και συζητούνται τις τελευταίες ημέρες, μετά την εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ.

Κατ’ αρχάς σε ό,τι αφορά τις ελληνικές εξαγωγές το ποτήρι είναι μεν μισογεμάτο, αλλά ταυτόχρονα είναι και… μισοάδειο. Διότι τα τελευταία δέκα και περισσότερα χρόνια -συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων- οι ελληνικές εξαγωγές αυξάνονται, επειδή πολλές μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις στράφηκαν στο εξωτερικό από ανάγκη και όχι από προτεραιότητα. Επειδή κατέρρευσε η εσωτερική αγορά και δεν μπορούσαν να βολευτούν στην ευκολία των εσωτερικών πωλήσεων υποχρεώθηκαν για να μην κλείσουν να αναζητήσουν ξένες αγορές.

Η συγκεκριμένη τάση επιδείνωσε τα στατιστικά ως προς το πώς κατανέμονται οι ελληνικές εξαγωγές. Λίγο περισσότερες από 100 εταιρείες πραγματοποιούν τον μεγάλο όγκο των ελληνικών εξαγωγών και μερικές χιλιάδες άλλες μοιράζονται τα λίγα που απομένουν. Είναι προφανές ότι για να διαχυθούν τα οφέλη των ελληνικών εξαγωγών στο σύνολο της οικονομίας θα πρέπει αυτή η ανισορροπία να αποκατασταθεί, έστω εν μέρει. Επίσης, το περιεχόμενό τους θα πρέπει να βελτιωθεί, αφού σήμερα -κυρίως λόγο πρώτων υλών και ενέργειας- η άνοδος των εξαγωγών αγαθών οδηγεί σε μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών και άρα στην ανησυχητική διεύρυνση του ελλείματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Το δυσκολότερο, όμως, εμπόδιο στην ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών σε αυτή τη βάση -το πιο πρακτικό πρόβλημα- είναι ότι είναι προσανατολισμένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδιαίτερα στις μεγάλες χώρες τής Ευρωζώνης, αφού οι τέσσερις καλύτεροι πελάτες για τα ελληνικά προϊόντα είναι η Ιταλία, η Γερμανία και η Γαλλία, οι οποίες επίσης τροφοδοτούν γενναιόδωρα τον ελληνικό τουρισμό, που συνιστά εξαγωγή υπηρεσιών. Οι χώρες αυτές ήδη πλήττονται από καχεκτική έως μηδενική ανάπτυξη και φλερτάρουν με την ύφεση, ενώ θα είναι οι πρώτες που θα πληγούν σε περίπτωση που ο Ντόναλντ Τραμπ επιβάλλει αυξημένους δασμούς σε ορισμένα προϊόντα (αυτοκίνητα, μέταλλα κλπ.), αφού και οι τρεις είναι προμηθευτές της αμερικανικής αγοράς.

Το σενάριο αυτό που από την περασμένη Τετάρτη συζητείται εντόνως -και απασχόλησε επί διήμερον χθες και προχθές τους ηγέτες της ΕΕ στην Βουδαπέστη- θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη οικονομική κρίση της Ευρώπη και σε καταναλωτική υποχώρηση τους Ευρωπαίους, οι οποίοι φυσικό κι επόμενο είναι να περιορίσουν την κατανάλωση και τις εισαγωγές τους. Σε αυτή την καθόλου απίθανη περίπτωση οι ελληνικές εξαγωγές θα αρχίσουν να ασθμαίνουν, εάν κάτι τέτοιο δεν έχει ήδη συμβεί εντός του 2024. Θα πρέπει, λοιπόν, να αναπροσανατολιστούν και να αναζητήσουν άλλες, τρίτες αγορές, κάτι που δεν είναι ούτε απλό, ούτε εύκολο. Επίσης, προκειμένου να προωθηθούν ακόμη περισσότερο οι εξαγωγές -όπως υποστηρίζουν και τα στελέχη του ΣΕΒΕ- θα πρέπει να αλλάξει το παραγωγικό αλλά και το επιχειρηματικό πρότυπο της χώρας. Να υπάρξει προσανατολισμός στην παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά και αντίστοιχη παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών, ενώ οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να αποκτήσουν σημαντικό μέγεθος μέσω εξαγορών, συγχωνεύσεων ή συνεργασιών (clusters), πεδία στα οποία η χώρα μας υστερεί λόγω νοοτροπίας. Πόσο εύκολο είναι να γίνουν ή να διορθωθούν όλα αυτά, όταν δεν έγιναν και δεν διορθώθηκαν σε καλύτερες εποχές;

Φυσικά η ζωή προχωράει, η οικονομία και οι επιχειρήσεις εξελίσσονται, αλλά είναι κοινό μυστικό ότι στην Ελλάδα δεν αρκεί ο αυτόματος πιλότος, τα όρια του οποίου είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Η χώρα χρειάζεται άλματα, που τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθεί, αλλά  δυσκολεύεται να κάνει.    

Όσο για τη Θεσσαλονίκη, στο ΣΕΒΕ δείχνουν να πιστεύουν ότι η ατζέντα 2030, η πιο πρόσφατη από αυτές που κατά καιρούς υπερασπίζονται τα πολιτικά και αυτοδιοικητικά πρόσωπα, θα εφαρμοστεί. Δηλαδή δεν θα… αναβληθεί όπως διάφορες άλλες ημερομηνίες στο παρελθόν. Μακάρι, λοιπόν, να προχωρήσει γρήγορα η υλοποίηση της επέκτασης της 6ης προβλήτας της ΟΛΘ ΑΕ και οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις του λιμανιού, να πάρει σάρκα και οστά το Τεχνολογικό Πάρκο 4ης Γενιάς Thes Intec, να υλοποιηθεί το εμπορευματικό κέντρο στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου, να εγκριθούν τα τοπικά περιφερειακά χωρικά σχέδια, ώστε να υπάρχει καθαρό πλαίσιο για τις επενδύσεις, να επεκταθεί η ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου, να οργανωθεί η μεγάλη άτυπη επιχειρηματική συγκέντρωση του Καλοχωρίου, να προχωρήσουν οι αναπλάσεις, να προωθηθεί η ενοποίηση του παραλιακού μετώπου για να στηριχθεί ο τουρισμός. Να, να, να… Υπάρχει κάποιος προσγειωμένος άνθρωπος στη Θεσσαλονίκη που να πιστεύει ότι όλα αυτά -έστω τα περισσότερα- θα έχουν ολοκληρωθεί σε εύλογο χρόνο; Πως μέσα σε λίγα χρόνια η πόλη θα αποκτήσει -ή αν θέλετε θα ανακτήσει- την παραγωγική της ταυτότητα και τον εξαγωγικό της δυναμισμό; Μακάρι, αλλά ούτε οι αντικειμενικοί παράγοντες συνηγορούν, ούτε οι πρόσφατες εμπειρίες εγγυώνται κάτι τέτοιο.

Το 10ο Export Summit του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ), που θα πραγματοποιηθεί την προσεχή Πέμπτη 14 Νοεμβρίου στο Hyatt, αλλά όσοι θέλουν μπορούν να το παρακολουθήσουν και διαδικτυακά, έχει στο επίκεντρο τις επενδύσεις, ως τον μοναδικό δρόμο για την ανάπτυξη. Προφανώς αυτό ισχύει. Χωρίς επενδύσεις κανένα οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να προσβλέπει σε πρόοδο. Ασφαλώς τα μηνύματα που θα μεταδοθούν οφείλουν να είναι θετικά, ενώ μετά βεβαιότητος θα ειπωθούν ενδιαφέροντα πράγματα, ιδίως από τους ανθρώπους της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας, που πλαισιώνουν τα πάνελ. Άλλωστε η Ελλάδα είναι μια χώρα σε μετάβαση και πιθανόν σε κάποια χρόνια τα πράγματα να είναι διαφορετικά.

Αλλά μέχρι τότε για τις μεν εξαγωγές η χώρα εξαρτάται από τις διεθνείς -και ιδιαίτερα τις ευρωπαϊκές- εξελίξεις και δυστυχώς ζούμε σε ταραγμένους καιρούς, που ενδεχομένως -αλλά όχι σίγουρα- να μην έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμη πόσο ταραγμένοι είναι.

Όσο για τη Θεσσαλονίκη, στην ουσία υφίσταται τις συνέπειες ενός συγκεντρωτικού αθηνοκεντρικού υπερτροφικού συστήματος 100 και παραπάνω ετών, που έχει οδηγήσει σε θηριώδεις περιφερειακές ανισότητες, οι οποίες είναι αμφίβολο εάν είναι αναστρέψιμες. Οι προσπάθειες γίνονται, αλλά -όπως αποδεικνύεται τα τελευταία χρόνια και μακάρι αυτό να αλλάξει- ο συνδυασμός ενός κράτους βραδείας καύσεως και ενός συντηρητικού και χωρίς όραμα ιδιωτικού τομέα που δραστηριοποιείται στην περιοχή, έχει οδηγήσει το… κάρο στη λάσπη. Από την οποία παλεύει να ξεκολλήσει.