«Βαθιές μεταρρυθμίσεις» στην ελληνική αγορά εργασίας έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η ανεργία και να ενισχυθεί η ανάπτυξη βρίσκονται στο «μενού» της δεύτερης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος σύμφωνα με την Ευρωπαία επίτροπο για θέματα Απασχόλησης, Μαριάν Τάισεν.
Η Βελγίδα επίτροπος, σε συνέντευξη στο ΑΠΕ - ΜΠΕ τονίζει την ανάγκη αποκατάστασης του κοινωνικού διαλόγου, ο οποίος αποδυναμώθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Επισημαινει ωστόσο πως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όπως είναι η απελευθέρωση των συλλογικών απολύσεων και η αλλαγή της νομοθεσίας για τις απεργίες είναι δύσκολες αλλά απαραίτητες έτσι ώστε να επιστρέψει η ανάπτυξη και να τονωθούν οι επενδύσεις.
«Δεν είναι μόνο η Ελλάδα που έχει κάποιες σημαντικές μεταρρυθμίσεις μπροστά της. Πολλά κράτη-μέλη πρέπει να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις και αυτό που προωθούμε εμείς είναι η ανάπτυξη ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας. Ο στόχος μας δεν είναι άλλος από τη δημιουργία θέσεων εργασίας και ξέρουμε ότι για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε μακροοικονομικές πολιτικές», υπογραμμίζει.
Όπως αναφέρει η Βελγίδα Επιτροπος, «στην Ελλάδα αν δει κανείς πως λειτουργεί το σύστημα, οι συντάξεις, οι μισθοί και πως ο ένας τομέας επηρεάζει τον άλλο, είναι ξεκάθαρο πως χρειαζόμαστε βαθιές μεταρρυθμίσεις».
Ερωτηθείσα για το ποιες είναι οι βαθιές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να κάνει η Ελλάδα, η κ. Τάισεν υπογράμμισε: «Πρώτ' απ' όλα η ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου. Και αυτό γιατί έτσι μπορούν να σχεδιαστούν καλύτερα οι πολιτικές καθώς επίσης και να εφαρμοστούν. Κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν πολύ δύσκολος αυτός ο διάλογος γι' αυτό και πιέζουμε τώρα για την αποκατάστασή του. Επίσης, χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις στο νόμο για τις απεργίες, αλλά πρέπει να γίνει με συλλογικό τρόπο, στη νομοθεσία για τον ιδιωτικό τομέα, τις συλλογικές απολύσεις που είναι πραγματικά ένα εμπόδιο στις επενδύσεις, την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας. Στη δεύτερη αξιολόγηση αυτό που πιστεύω ότι έχει σημασία είναι ότι η Ελλάδα βγαίνει από μια μεγάλη κρίση που την προκάλεσε όχι μόνο η οικονομική συγκύρια αλλά και κάποια διαρθρωτικά προβλήματα που είχε και δεν είχε αντιμετωπίσει για δεκαετίες. Γι' αυτό πιστεύω και ότι πλήρωσε η Ελλάδα διπλά το κόστος της κρίσης.
»Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπολογιστεί και το κοινωνικό κόστος που κλήθηκε να πληρώσει η Ελλάδα. Γι΄αυτό και η Επιτροπή Γιούνκερ για πρώτη φορά εισήγαγε την αξιολόγηση των κοινωνικών επιπτώσεων των προγραμμάτων. Ξέρουμε ότι βραχυπρόθεσμα οι μεταρρυθμίσεις έχουν επιπτώσεις στον κοινωνικό τομέα, οι οποίες πρέπει να μετριαστούν. Για παράδειγμα, είπαμε ότι ναι μεν πρέπει να αλλάξει το ασφαλιστικό, αλλά τονίσαμε ότι πρέπει να προστατευθούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι».
Σημειώνει ότι «οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι ποτέ κάτι εύκολο και πως οι πολιτικοί στην Ελλάδα πρέπει να δώσουμε στον κόσμο να καταλάβει ότι είναι προς το δικό τους συμφέρον οι αλλαγές αυτές, γιατί έτσι θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας».
«Δεν είναι κανενός η θέση να πει οι «κακοί Έλληνες» πρέπει να κάνουν αυτό. Όπως είπε ο πρόεδρος Γιούνκερ λίγες ημέρες πριν, είμαστε με το μέρος των Ελλήνων. Θα υποστηρίξουμε, θα βοηθήσουμε την Ελλάδα με τα απαραίτητα κεφαλαία και τις πολιτικές για μεταρρυθμίσεις που θα υπηρετούν το συμφέρον των πολιτών. Και βλέπουμε, ότι οι μεταρρυθμίσεις δουλεύουν. Και στην Ελλάδα, από τα ποσοστά ανεργίας των νέων ή μακροχρόνιας ανεργίας καταλαβαίνει κανείς πως δουλεύουν» ανέφερε.