Τη γεωπολιτική διάσταση των ορυκτών πρώτων υλών (ΟΠΥ), την εθνική στρατηγική έρευνας και αξιοποίησης, καθώς και τη συμβολή της ακαδημαϊκής κοινότητας στην ανάδειξη του ορυκτού πλούτου, παρουσίασαν διακεκριμένοι επιστήμονες και ειδικοί της χώρας στην επιστημονική εκδήλωση με τίτλο «Κρίσιμες και Στρατηγικές Ορυκτές Πρώτες Ύλες: Προκλήσεις και Προοπτικές» που διοργάνωσε η Ελληνική Γεωλογική Εταιρεία, μέσω της Επιτροπής Οικονομικής Γεωλογίας, Ορυκτολογίας και Γεωχημείας, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης στο Μουσείο που βρίσκεται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκη.
Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο των δράσεων της Επιτροπής για την προώθηση της επιστημονικής γνώσης και της έρευνας στον τομέα των ορυκτών πόρων και αποσκοπούσε στην ανάδειξη του καθοριστικού ρόλου των κρίσιμων και στρατηγικών ορυκτών πρώτων υλών στη σύγχρονη οικονομία, την ενεργειακή μετάβαση και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Για τα νέα πεδία ερευνών σε στρατηγικά μέταλλα, τη στρατηγική σημασία τους αλλά και τη δυναμική κυκλικής οικονομίας μίλησε ο Νίκος Κούκουζας, Διευθυντής Ερευνών στο ΕΚΕΤΑ και Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικής Γεωλογίας, Ορυκτολογίας και Γεωχημείας της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας. «Η Ελλάδα έχει αρκετό ορυκτό πλούτο, χρειάζεται όμως περισσότερη έρευνα. Για παράδειγμα έχει βωξίτες εξ ου και αλουμίνα, όπου εκεί υπάρχουν κρίσιμες σπάνιες ύλες, αλλά και γάλλιο, ένα από τα πιο σπάνια μέταλλα, που είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη σύγχρονων τεχνολογιών, όπως η ηλιακή ενέργεια, και τα LED, ενώ και στη Χαλκιδική εντοπίζονται τέτοιες ύλες πλην του χρυσού και του χαλκού».
Ο κ.Κούκουζας σημείωσε ότι «η Ελλάδα βρίσκεται στο σταυροδρόμι των κρίσιμων πρώτων υλών. Πλέον όλος ο κόσμος, όλη Ευρώπη ψάχνουν, καθώς αυτές υπάρχουν παντού σε εφαρμογές όπως τα smartphones, η τηλεόραση, τα αεροπλάνα. Αυτή τη στιγμή η Κίνα είναι βασικός παραγωγός σε ποσοστό 90% των κρίσιμων πρώτων υλών και αυτό θέλουμε να αλλάξει στην Ευρώπη για να μην είναι εξαρτημένη». Τόνισε επίσης ότι ο ευρωπαϊκός χώρος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ανακύκλωση για την παραγωγή τέτοιων υλών, ή ακόμη και τα εγκαταλειμμένα ορυχεία.
Παρουσιάζοντας τον περιβαλλοντικό και οικονομικό αντίκτυπο των ορυκτών πρώτων υλών, επισήμανε πως αυτές θα μπορούσαν να φέρουν «προστιθέμενη αξία 5 έως 7 δισ. ευρώ την επόμενη δεκαετία (ΙΟΒΕ 2023) ενώ εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν 3.000 έως 5.000 άμεσες και 15.000 έως 20.000 έμμεσες θέσεις εργασίας, κυρίως υψηλής εξειδίκευσης και τεχνικού χαρακτήρα. Η ζήτηση για κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες σε επίπεδο ΕΕ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 400% για το λίθιο και 200% για Σπάνιες Γαίες έως το 2030».

Ο Πέτρος Πετρούνιας, διδάσκων του Τμήματος Γεωλογίας στο πανεπιστήμιο Πατρών, με γνωστικό αντικείμενο τα ορυκτά και τα πετρώματα είπε ότι «η νέα πρόκληση είναι πώς θα καταφέρουμε να ανακτήσουμε ορυκτούς πόρους και ιδιαίτερα κρίσιμες στρατηγικές ορυκτές πρώτες ύλες είτε από αστικά απόβλητα είτε από εγκαταλελειμμένα λατομεία». Έδωσε ως παράδειγμα τα εγκαταλελειμμένα μεταλλεία της Κίρκης, κοντά στην Αλεξανδρούπολη, όπου υπάρχουν πολλά στείρα απόβλητα, τα οποία είναι πλούσια σε ίνδιο (indium). «Αυτά τα μέταλλα παλαιότερα δεν ενδιέφεραν τους γεωλόγους. Τους αφορούσαν μόνο ο ψευδάργυρος και ο μόλυβδος. Τα στείρα που παρέμειναν είναι χρήσιμα για τις επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, τις διάφορες τεχνολογίες και την ηλεκτροκίνηση. Επομένως θα πρέπει να κάνουμε ανακύκλωση στα αστικά απόβλητα και τα στείρα από τα εγκαταλελειμμένα ορυχεία».
Ο Δρ. Κωνσταντινός Λασκαρίδης, Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ορυκτών Πόρων και Μεταλλευτικής της Εθνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών παρουσίασε το εθνικό στρατηγικό σχέδιο για τις ορυκτές πρώτες ύλες, αλλά και τα όσα προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία σε μια προσπάθεια απεξάρτησης της Ευρώπης από τρίτες χώρες. «Όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα πλέον στη γεωλογική έρευνα και την εξόρυξη, γιατί είχε παραμεληθεί. Δυστυχώς τη διώξαμε μακριά και αυτό το πληρώνουμε τώρα. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει θέσει περιορισμούς ώστε το 10% των μετάλλων που χρησιμοποιούμε να εξορύσσεται στην Ευρώπη, το 25% να προέρχεται από ανακύκλωση και η εισαγωγή τους να μην ξεπερνά πάνω το 65% από άλλη χώρα. Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη έχει ζητήσει από τα Γεωλογικά Ινστιτούτα της κάθε χώρας να καταθέσουν ένα σχέδιο για τις σπάνιες κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες και η Ελλάδα έχει ήδη καταθέσει το δικό της από τον περασμένο Σεπτέμβριο με τις προτάσεις της για έρευνες σε συγκεκριμένες περιοχές», είπε στη διάρκεια της εκδήλωσης.
Παρουσιάζοντας τις περιοχές έρευνας ο κ. Λασκαρίδης είπε ότι «για το αντιμόνιο αναφερόμαστε στο Νέο Καλλυντήρι της Ροδόπης, ενώ θα προχωρήσουμε σε ερευνητικές γεωτρήσεις και γεωλογικές έρευνες στο Καρλόβασι της Σάμου για λίθιο Li(ιζηματογενείς και ηφαιστειακοί σχηματισμοί). Επιπλέον, θα διενεργήσουμε γεωφυσικές έρευνες και βαθιά γεώτρηση στην Ποντοκερασιά Κιλκίς, στον Βερτίσκο για ορυκτά χαλκού (Cu) και χρυσού (Au), στη δυτική Λέσβο για σπάνιες γαίες και κρίσιμες πρώτες ύλες και στο όρος Σύμβολο Καβάλας για σπάνιες γαίες και υδροθερμικά συστήματα».
Και ο κ. Λασκαρίδης αναφέρθηκε στα στείρα απόβλητα από παλιές εκμεταλλεύσεις, αλλά και στο ενδιαφέρον για νέες ορυκτές ύλες όπως «αντιμόνιο, λίθιο, ρήνιο, μολυβδαίνιο. Οι σπάνιες γαίες είναι μια ομάδα 17 χημικών στοιχείων (15 λανθανίδες, συν το σκάνδιο και το ύττριο) που είναι απαραίτητα για την κατασκευή σύγχρονων τεχνολογικών προϊόντων, όπως smartphones, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρικά οχήματα και αμυντικά συστήματα».

Ο Βασίλης Μέλφος, Καθηγητής Κοιτασματολογίας και Γεωχημείας στο Τμήμα Γεωλογίας του ΑΠΘ τόνισε ότι στη Βόρεια Ελλάδα σε δύο περιοχές επικεντρώνεται το ενδιαφέρον στη Θράκη και τη γεωλογική ενότητα του Βερτίσκου, στα όρια Θεσσαλονίκης-Κιλκίς, που έχουν δυναμική στα κοιτάσματα. Αυτό που λείπει στην Ελλάδα είναι οι μεταλλευτικές έρευνες για να εξετάσουμε αν έχουμε κοιτάσματα που θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε».
Ο Χρήστος Στεργίου διδάκτωρ του Τμήματος και συνεργαζόμενος ερευνητής του ΕΚΕΤΑ αναφέρθηκε στην έρευνα που γίνεται στον Βερτίσκο, η οποία είναι γνωστή ως «Σερβομακεδονική μάζα», ξεκινά από τη Σερβία, συνεχίζεται στη Βόρεια Μακεδονία και καταλήγει στη Χαλκιδική. «Γίνεται έρευνα για την περιεκτικότητα των πετρωμάτων στην περιοχή που είναι γνωστή από την αρχαιότητα για το δυναμικό στα βασικά και πολύτιμα μέταλλα. Ερευνούμε και μελετούμε τα κρίσιμα στρατηγικά ορυκτά και μέταλλα. Για παράδειγμα αναζητούμε την ύπαρξη κοβάλτιου, τελλούριου, νικέλιου. Υπάρχουν κάποιες αυξημένες συγκεντρώσεις και τύποι κοιτασμάτων. Έχουμε προκαταρκτικές ενδείξεις που βασίζονται σε χημικές αναλύσεις σε ακαδημαϊκό και ερευνητικό επίπεδο. Αυτό που λείπει από την περιοχή είναι η συστηματική έρευνα από έναν οργανισμό σε γεωτρήσεις, μεταλλευτική έρευνα και χημικές αναλύσεις, στο πλαίσιο των στρατηγικών της Ευρώπης».
Ο Νίκος Αρβανιτίδης, Δρ. Οικονομικός Γεωλόγος, μέλος του SCRREEN CRM Expert Network και η Μαργαρίτα Μέλφου, υποψήφια διδάκτορας του Τμήματος Γεωλογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης παρουσιάζοντας τη νέα γεωπολιτική των ορυκτών, εστίασαν στην αυξανόμενη ζήτηση τόσο για την πράσινη μετάβαση, όσο και την τεχνολογική και αμυντική βιομηχανία, σημειώνοντας ότι «οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα μέταλλα δεν είναι απλά πρώτες ύλες αλλά μηχανισμός γεωπολιτικής κυριαρχίας».