Μεγάλη επιτυχία σημείωσε η ημερίδα της Voria.gr για τον ορυκτό πλούτο που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την περασμένη Δευτέρα. Αν και το θέμα είναι αντικειμενικά δύσκολο, ενώ ακόμη στη χώρα μας υπάρχουν πολλά ταμπού, η απήχηση της συζήτησης ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες, κάτι που αποδεικνύει ότι η κοινωνία συχνά (προ)ηγείται των εξελίξεων τόσο σε πολιτικό επίπεδο, όσο και επί του πεδίου. Και αυτή η (αν)ακολουθία ενδεχομένως συνιστά πρόβλημα, υπό την έννοια ότι φυσιολογικά η πολιτική εξουσία ηγείται της κοινωνίας, ενώ και ο ιδιωτικός τομέας κάθε παραγωγικού πεδίου έχει ευθύνες για την ενημέρωση και την διαπαιδαγώγηση των πολιτών.
Στην προκειμένη περίπτωση δύο συμπεράσματα που υπήρξαν -μεταξύ άλλων- στο πλαίσιο της ημερίδας είναι αποκαλυπτικά τόσο για το τι συμβαίνει, όσο και για τον αντιπαραγωγικό τρόπο που λειτουργούμε σε έναν άκρως ανταγωνιστικό πλανήτη. Πρόκειται για διαρθρωτικά προβλήματα, χωρίς την επίλυση των οποίων οι προοπτικές δεν μπορούν να είναι στέρεες. Το θέμα μας -και η αφορμή- είναι ο ορυκτός πλούτος, αλλά τα συγκεκριμένα συμπεράσματα στη γενίκευση τους μάλλον αφορούν και άλλους τομείς του ευρωπαϊκού και -κυρίως- του ελληνικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος.
Σημειώστε:
Πρώτον, υπάρχει έλλειψη ουσιαστικής στρατηγικής -δηλαδή πολιτική κατεύθυνση και στοχοθεσία σε βάθος χρόνου- τόσο από την Ελλάδα, όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πεδίο των εξορύξεων και του ορυκτού πλούτου, κυρίως εξαιτίας του φόβου των πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων. Το αποτέλεσμα είναι η Ευρώπη συνολικά να είναι ουραγός των εξελίξεων. Η αξιοποίηση των ορυκτών που υπάρχουν στο ευρωπαϊκό υπέδαφος είναι περιορισμένη και οι στόχοι που έχουν τεθεί χαρακτηρίζονται εξαιρετικά χαμηλοί. Ως εκ τούτου η Ε.Ε. είναι πλήρως εξαρτώμενη από τρίτες χώρες, όπως η Κίνα, η Ρωσία, τα κράτη της Μέσης Ανατολής και οι ΗΠΑ, με αρνητικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων όπως αυτή που διανύουμε.
Δεύτερον, το ενδιαφέρον για το περιβάλλον μπορεί να χαρακτηριστεί με σχετική ασφάλεια και χωρίς υπερβολή υποκριτικό. Υπό την έννοια ότι ενώ όλοι χρησιμοποιούμε συσκευές και αντικείμενα που έχουν ως πρώτη ύλη ορυκτά, συχνά αντιδρούμε όταν κάποιες εξορύξεις προγραμματίζονται στο δικό μας έδαφος και σε περιοχές για τις οποίες έχουμε προσωπικό ενδιαφέρον. Δεδομένου ότι ο ορυκτός πλούτος βρίσκεται σε καθορισμένα σημεία οι εξορυκτικές μέθοδοι μπορούν να εφαρμοστούν μόνο σε αυτές τις περιοχές. Έτσι αδιαφορούμε εάν το περιβάλλον επηρεαστεί αρνητικά από εξορύξεις που γίνονται κάπου αλλού, καθώς η συνήθης λογική που επικρατεί είναι «όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά». Μόνο που οι επιστήμονες επιμένουν ότι ο πλανήτης είναι κάτι συνολικό, κάτι που ισχύει τόσο στο σενάριο της καταστροφής, όσο και στο σενάριο της σωτηρίας του. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους που επηρεάζονται άμεσα, αφού παραμένουν ανθρώπινα όντα είτε βρίσκονται δίπλα μας, είτε κάπου πιο μακριά.
Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο αντιδράσεων, πολλοί ανάμεσά μας αρνούνται να αναγνωρίσουν την πρόοδο της επιστήμης. Διότι η εξορυκτική βιομηχανία του 21ου αιώνα δεν είναι ίδια με την εξορυκτική βιομηχανία του 20ου αιώνα, πολύ περισσότερο των παλαιότερων εποχών. Όπως καμία βιομηχανία δεν είναι αυτή που ήταν μερικές δεκαετίες πριν. Το διαβεβαιώνουν αυτό οι εξειδικευμένοι επιστήμονες, αλλά πολλοί ανάμεσά μας δεν τους πιστεύουν. Τους χαρακτηρίζουν ως… πληρωμένους, με την έννοια ότι δήθεν στηρίζουν τα συμφέροντα της βιομηχανίας. Είναι η άλλη όψη ενός νομίσματος το οποίο πίσω από την καχυποψία έχει την ιδεοληψία. Κι επειδή κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι σε κάποιο βαθμό και η καχυποψία και η ιδεοληψία υπάρχουν και παράγουν αποτελέσματα, η καταφυγή είναι μόνο ο τεκμηριωμένος διάλογος για να ξεκαθαρίζονται τα θέματα. Κι όταν αυτός ο διάλογος είναι δημόσιος τόσο το καλύτερο για τους συμμετέχοντες, αλλά και για όσους τον παρακολουθούν.
ΥΓ. Στην ημερίδα της Voria.gr πήρε μέρος με ζωντανή σύνδεση με το γραφείο της η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας Δέσποινα Παληαρούτα. Όπως σημείωσε η συνολική αξία των κοιτασμάτων στην Βόρεια Ελλάδα έχει εκτιμηθεί μεταξύ 18 και 20 δισ. ευρώ και προσδιόρισε ως περιοχές μεγάλου ενδιαφέροντος τη Χαλκιδική, τη Θράκη, αλλά και Αλεξανδρούπολη. Η κ. Παληαρούτα υποστήριξε όμως και κάτι… περίεργο. Ότι, πλέον, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των τοπικών κοινωνιών καμιά επένδυση στα ορυκτά δεν μπορεί να προχωρήσει με βιώσιμο τρόπο, επιμένοντας στον ανοιχτό και έντιμο διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Εάν -δηλαδή- κάποια στιγμή στο παρελθόν οι κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης στην Πελοπόννησο διαφωνούσαν με την αξιοποίηση του λιγνίτη που βρίσκονταν στο υπέδαφος των περιοχών τους η Ελλάδα δεν θα εισέρχονταν ποτέ στην εποχή του ηλεκτρισμού;
ΥΓ2. Το ότι οι κοινωνίες είναι συχνά πιο μπροστά από κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις και θεσμικούς φορείς αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με δημοσκόπηση στην περιοχή του Περάματος, στο Έβρο, όπου δραστηριοποιείται η Μεταλλεία Θράκης ΑΕ για τη δημιουργία μεταλλείων η επένδυση είναι αποδεκτή πριν καν ξεκινήσει από ποσοστό άνω του 50% των κατοίκων της περιοχής.