Διάβαζα για τις τέσσερις αναπλάσεις στον δήμο Θεσσαλονίκης, τις οποίες ορθώς υποδέχτηκαν όλοι με ευχαρίστηση και θυμήθηκα κάποια χρόνια πριν (ίσως και δεκαετίες) που τέτοια έργα στην εποχή των μπλε και πράσινων καφενείων τα αποκαλούσαμε «έργα βιτρίνας».
Κι επειδή συνήθως μας αρέσει να τσουβαλιάζουμε, θυμίζω ότι οποιαδήποτε παρέμβαση στον δημόσιο χώρο έτσι αποκαλούταν. Κάναμε τότε λάθος, κάνουμε σήμερα σωστά, θα σας γελάσω. Πρέπει να περάσω σε περιπτωσιολογία και δεν προτίθεμαι να ξύσω πληγές.
Εκείνο που θέλω να επισημάνω είναι η ριζική αλλαγή στην αντιμετώπιση του ελεύθερου δημόσιου χώρου από την τοπική κοινωνία. Ένα σιντριβάνι, μια πλατεία, μερικά κράσπεδα, οι φυτεύσεις, τα πάρκα, οι παιδικές χαρές και πάει λέγοντας κάποτε στη Θεσσαλονίκη δεν αποτελούσαν καν μέρος του δημόσιου διαλόγου. Λίγους προβλημάτιζαν. Εξ ου και οι πολλές (και ως έναν βαθμό μη αναστρέψιμες) αυθαιρεσίες σε βάρος του δημόσιου χώρου.
Οι διοικήσεις των δήμων (όχι μόνο του κεντρικού) που έκαναν τέτοιες παρεμβάσεις ευπρεπισμού ή αισθητικές αν θέλετε αντιμετώπιζαν τη χλεύη του Τύπου και της κοινωνίας. Για την αντιπολίτευση ούτε λόγος. «Έργα βιτρίνας με προεκλογική σκοπιμότητα», ήταν το μότο. Θυμάστε τι ντόρος γινόταν όταν οι διοικήσεις του δήμου αποφάσιζαν να βάψουν τις διαγραμμίσεις και να περιποιηθούν τον δημόσιο χώρο πριν τη γιορτή της πόλης, τη ΔΕΘ; Τόσος, που κάποια στιγμή σταμάτησαν οι διοικήσεις να το κάνουν και άρχισε η ακριβώς αντίθετη κριτική. Θα πει κάποιος αυτή η κριτική γινόταν διότι ενδιαφέρονταν για την εικόνα της πόλης μια φορά το χρόνο, στη διάρκεια της ΔΕΘ, αλλά τελικά ήρθε ο καιρός που μας έλλειψε κι αυτό... Όπως η πίσσα στους δρόμους που από προεκλογικού τύπου παρέμβαση όποτε ριχνόταν στο οδόστρωμα, έγινε εγκληματική παράλειψη σε κάθε λακκούβα (και είναι πολλές οι άτιμες).
Το μότο διήρκεσε μέχρι που η εγκατάλειψη και οι αυθαιρεσίες στον δημόσιο χώρο έκαναν το πολεοδομικό συγκρότημα αβίωτο και η κοινωνία άρχισε να απαιτεί τέτοιες παρεμβάσεις. Τα «έργα βιτρίνας» έγιναν «έργα βελτίωσης της καθημερινότητας και της ποιότητας ζωής». Συνδυαζόμενα με τη διαχρονική έλλειψη πρασίνου, τα έργα αυτά, οι αναπλάσεις για να συνεννοούμαστε, απέκτησαν μεγάλη απήχηση και έγιναν πρώτο θέμα του δημόσιου διαλόγου. Υποσκελίζοντας πολλές φορές και τις δραματικές και υπερδεκαετείς ελλείψεις σε κομβικά έργα υποδομής.
Σε πρώτη ανάγνωση αυτό δεν είναι μεμπτό. Το αντίθετο. Πρόκειται για εξαιρετική στροφή της κοινωνίας, αλλά και της ατζέντας των αυτοδιοικητικών και πολιτικών. Ο δημόσιος χώρος είναι ουσιαστική παράμετρος διαμόρφωσης της ζωής των πολιτών. Η καθημερινότητα είναι μια διαρκώς ανοιχτή ατζέντα, που παράγει προβλήματα και η προτεραιοποίησή της προέκυψε ως ανάγκη κι όχι ως πάρεργο, όπως ήταν στο παρελθόν. Ο κόσμος προοδεύει, η κοινωνία έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις κι αφού κουτσά στραβά καλύπτονται τα κενά στα βασικά, ζητάμε και το παραπάνω. Όχι μόνο θεμιτό, αλλά και απόδειξη της κοινωνικής προόδου.
Εγώ τώρα που πήραν αυτήν την τροπή τα πράγματα και οι αναπλάσεις αποτελούν προτεραιότητα, οι παρεμβάσεις στην καθημερινότητα το ίδιο και τα «μικρά» έργα επίκεντρο της πολιτικής και αυτοδιοικητικής διαχείρισης, θέλω να βάλω στη δημόσια συζήτηση μια άλλη παράμετρο.
Μου γεννιέται ο προβληματισμός μήπως όλος αυτός ο ντόρος κι αυτή η στροφή δεν είναι αποτέλεσμα αλλαγής της νοοτροπίας της κοινωνίας, αλλά αποτέλεσμα των χρηματοδοτήσεων. Δηλαδή αποτέλεσμα πολιτικών, που δεν προέκυψαν ως κοινωνικά αιτήματα, αλλά μας επιβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας ατζέντας την οποία διαμόρφωσαν άλλοι για εμάς (αντί για από κάτω προς τα πάνω... αντίθετα). Και κινητήριος μοχλός της όποιας επιβολής είναι πάντα το χρήμα.
Για να το εξηγήσω πιο απλά, οι παρεμβάσεις αυτού του τύπου είναι εύκολες ή τέλος πάντων υλοποιούνται γρήγορα, έχουν ορατό αποτέλεσμα αντιληπτό από όλους τους πολίτες, έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα, αλλά για να γίνουν χρειάζονται πόρους. Και οι πόροι τα τελευταία χρόνια για τέτοια έργα, για αναπλάσεις, είναι πολλαπλάσιοι σε σχέση με το παρελθόν. Κι επειδή τυγχάνει να γνωρίζω πώς λειτουργεί η κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων, είτε μέσω των τομεακών προγραμμάτων, είτε μέσω των περιφερειακών, αν δεν ήταν πολιτική η απόφαση να διατεθούν όλα αυτά τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για αναπλάσεις στη Θεσσαλονίκη (για παράδειγμα), η κοινωνία θα αναγκαζόταν να προσαρμοστεί σε μια άλλη πραγματικότητα. Δε θα γινόταν και επανάσταση...
Η ανάγκη θα παρέμενε; Ναι θα παρέμενε, αλλά πόσες άλλες ανάγκες δεν ικανοποιούνται ή ικανοποιούνται μερικώς και ατελώς;
Με αυτό θέλω να επισημάνω ότι δεν έγινε ξαφνικά ευαίσθητη η κοινωνία της Θεσσαλονίκης για τη βιωσιμότητα της πόλης, ούτε ξαφνικά ενδιαφέρθηκαν τόσο πολύ για το αστικό και φυσικό περιβάλλον οι Θεσσαλονικείς. Για την καθημερινότητά τους είναι ευαίσθητοι όσο και οι κάτοικοι κάθε αστικού κέντρου εντός και εκτός συνόρων, αλλά τόσος... καημός για τον ελεύθερο δημόσιο χώρο;
Επαναλαμβάνω ότι θα ήμουν ευτυχής να έχει αλλάξει στάση η πλειοψηφία της κοινωνίας απέναντι στον δημόσιο χώρο. Ίσως να είμαι υπερβολικά καχύποπτος. Ωστόσο, αν κρίνω από τη συνεχιζόμενη συμπεριφορά της ίδιας κοινωνίας απέναντι σε οτιδήποτε δημόσιο και συλλογικό, δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Κάτι οι βανδαλισμοί που αντί να μειώνονται τείνουν να γίνουν θεσμός, κάτι οι καταπατήσεις και καταλήψεις δημόσιων χώρων κάθε μορφής (από πεζοδρόμια και οικόπεδα, μέχρι κτήρια και υποδομές), κάτι τα ανεξέλεγκτα γκραφίτι, κάτι οι επικίνδυνες παιδικές χαρές λόγω καταστροφών, με κάνουν να είμαι εξαιρετικά συγκρατημένος ως προς τη θετική αλλαγή της κοινωνίας πλειοψηφικά τουλάχιστον.
Μπορεί να ξενίζει ή και να προκαλεί η λέξη «επιβολή», όμως από την άλλη κάποιοι έχουν τις αποφασιστικές αρμοδιότητες (για την ακρίβεια εμείς τους τις δίνουμε) και δεν αποφασίζουν ερήμην μας. Ευχής έργο είναι οι προτεραιότητες που βάζουν να έχουν και μια δόση καθοδήγησης της κοινωνίας προς μια θετική στάση. Αλλιώς μετά θα μιλάμε πάλι για την ανυπαρξία ηγεσίας, για απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό, για αδύναμους αυτοδιοικητικούς και για ανάλγητο κράτος, που δεν αφουγκράζεται τις ανάγκες της κοινωνίας, δεν υπηρετεί την πρόοδο και θα συνεχίσουμε να γκρινιάζουμε όσα και όποια έργα κι αν γίνουν. Μπορεί να είναι φορτωμένη με αρνητισμό η «επιβολή», αλλά όχι πάντα.
Αν δεν υπήρχαν ικανοί πόροι για να γίνει αυτή η στροφή αρχικώς από την ευρωπαϊκή, κεντρική και τοπική διοίκηση, είμαι βέβαιος πως δεν θα έστριβε και η κοινωνία. Αλλά, στο τέλος αξία έχει το αποτέλεσμα που θα παραχθεί για τον τόπο και την κοινωνία μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις. Αν είναι θετικό, τότε ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε λίγο θα μας απασχολεί. Μακάρι οι πολύτιμοι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι να μετατρέπονται σε μετρήσιμο έργο για όλους τους πολίτες και για τον τόπο και να μη διοχετεύονται σε τσέπες ορισμένων και σε εξυπηρέτηση συμφερόντων, δημιουργώντας νέες ανισότητες και διαιωνίζοντας τις ελλείψεις και τα προβλήματα.
Κι αν δεν έστριψε (συνειδητά ή μη) η κοινωνία, η ανάγκη για περισσότερο πράσινο, για καλύτερη ποιότητα ζωής, για αισθητικά και λειτουργικά βελτιωμένο αστικό και φυσικό περιβάλλον είναι υπαρκτή. Άρα ακόμα κι αν κάποιους δεν τους ενδιαφέρουν αυτές οι παρεμβάσεις, ακόμα κι αν δεν τις ζητούσαμε κάποιοι έπρεπε να μας τις επιβάλουν.