Skip to main content

Η χαλαρότητα του Σαββάτου στη Θεσσαλονίκη και το τουριστικό προϊόν city break

Ποιες προϋποθέσεις έχει και ποιες δεν έχει η Θεσσαλονίκη για να αυξήσει την επισκεψιμότητά της τα σαββατοκύριακα

Ένας Θεσσαλονικιός που ζει στην Ελβετία και για επαγγελματικούς λόγους ταξιδεύει συνεχώς, εδώ και χρόνια, ανά την Ευρώπη,  σημειώνει πάντα στους συνομιλητές του τη διαφορετική ατμόσφαιρα που υπάρχει τα Σάββατα σε όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις. Μια χαλαρότητα που οφείλεται στη διάθεση των ανθρώπων και διαχέεται ακόμη και στα… αντικείμενα.

Διότι οι περισσότεροι εκ των οποίων εκείνη και την επόμενη ημέρα δεν έχουν πιεστικές υποχρεώσεις. Αντίθετα έχουν αρκετό χρόνο για τον εαυτό τους, τους φίλους τους, την οικογένεια τους και όσους αγαπούν. Για έναν ήσυχο καφέ, μια βόλτα στην αγορά, ένα θέατρο, ένα σινεμά και τα σχετικά. Μια χαλαρότητα που μόνο εν μέρει υπάρχει τις Κυριακές, αφού ακολουθεί η Δευτέρα με τα ωράρια, τα σχολεία, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις και την πιεστική ρουτίνα που διέπει  τις πέντε καθημερινές ημέρες της εβδομάδας για τους περισσότερους. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, η αγορά της φιλοξενίας έχει μετασχηματίσει τα σαββατοκύριακα σε… προϊόν, ιδιαίτερα για τις πόλεις. Άλλωστε παραδοσιακά η εξοχή -δηλαδή τα μικρότερα χειμερινά ή θερινά θέρετρα- συνδυάζεται απόλυτα με την έννοια της ξεκούρασης που απαιτεί περισσότερες ημέρες, ίσως λίγες παραπάνω, αλλά πάντως περισσότερες. 

City break

Αντίθετα τα σαββατοκύριακα, που ξεκινούν την Παρασκευή το απόγευμα και ολοκληρώνονται την Κυριακή το βράδυ, έχοντας στον πυρήνα τους το Σάββατο, ποντάρουν στη λεγόμενη αλλαγή παραστάσεων και την επίσκεψη σε ένα διαφορετικό αστικό περιβάλλον. Πρόκειται για το λεγόμενο city break, που στην Ευρώπη καλλιεργείται εδώ και δεκαετίες με τις γνωστές πόλεις να ξεχειλίζουν από κόσμο, στην ουσία σε 12μηνη βάση. Κι επειδή ήδη οι συνταξιούχοι στην Γηραιά Ήπειρο αυξάνονται, παραμένουν σχετικά υγιείς και έχουν τις οικονομικές προϋποθέσεις να μετακινούνται, τα σαββατοκύριακα σε ορισμένες περιπτώσεις διευρύνονται συμπεριλαμβάνοντας τις Πέμπτες ή τις Δευτέρες -γίνονται long weekends-, ενώ το ίδιο σύστημα των τριήμερων αποδράσεων επεκτείνεται σε κάποιες περιπτώσεις και στις καθημερινές, για όσους δεν έχουν επαγγελματικές υποχρεώσεις. 

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης

Με τα δεδομένα της τουριστικής αγοράς το καλό για τη Θεσσαλονίκη είναι ότι διαθέτει αρκετές προϋποθέσεις προκειμένου να εξελιχθεί σε έναν δυναμικό city break προορισμό, πρωτίστως για τους γείτονες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Αλλά και για τους Έλληνες από την Αθήνα και τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας, που απέχουν από τη Θεσσαλονίκη οδικώς ή αεροπορικώς μερικές ώρες, όπως και κάποιους από την Κεντρική Ευρώπη που ευνοούνται από τις απευθείας πτήσεις στο αεροδρόμιο «Μακεδονία». Και για όποιον θα σπεύσει να σκεφτεί «μα ήδη η πόλη υποδέχεται αρκετούς ξένους με αυτά τα χαρακτηριστικά» η απάντηση είναι ότι στην πραγματικότητα η εικόνα σήμερα είναι πολύ καλύτερη απ’ ότι 10 ή 15 χρόνια πριν. Μόνο που οι προοπτικές και οι υποδομές που υπάρχουν, ιδίως στα πεδία της φιλοξενίας, της εστίασης και της διασκέδασης, ακόμη και της εμπορικής αγοράς, έχουν ακόμη πολύ μεγάλα περιθώρια για να φτάσουν στα όριά τους. Άρα οι δυνατότητες να αυξηθούν οι επισκέπτες και ο τζίρος που κάνουν στην πόλη είναι πολύ μεγάλες, με ό,τι σημαίνει κάτι τέτοιο για τον κοινωνικό πλούτο και την απασχόληση.  

Στις προϋποθέσεις που υπάρχουν, πέραν της εγγύτητας και της ευκολίας στην πρόσβαση, (θα μπορούσαν να) περιλαμβάνονται η ιστορία -στα όρια του μύθου- της Θεσσαλονίκης, το αστικό περιβάλλον και κυρίως το συνεκτικό κέντρο, η θάλασσα και το λιμάνι που ευνοούν τις βόλτες και τις ρομάντζες, ο τρόπος ζωής και διασκέδασης, η γαστρονομία, το ανθρωποπεριβάλλον με τον νεανικό πληθυσμό λόγω των πανεπιστημίων, η γενικότερη χαλαρότητα που υπερίπταται στην ατμόσφαιρα. Αλλά και η αγορά, υπό προϋποθέσεις, όπως και ο πολιτισμός, επίσης υπό προϋποθέσεις. 

Κοινωνικές επενδύσεις

Εκείνο που προκύπτει από την θέαση της μεγάλης εικόνας είναι ότι η Θεσσαλονίκη χρειάζεται επενδύσεις για να ενισχύσει την αναγνωρισιμότητα και την επισκεψιμότητά της. Επενδύσεις όχι μόνο επιχειρηματικού τύπου, αυτές γίνονται τα τελευταία χρόνια, αλλά κυρίως κοινωνικού και συλλογικού τύπου, που έχουν να κάνουν με τους ρυθμούς του πολεοδομικού συγκροτήματος. Επενδύσεις στις οποίες θα (συ)μετέχει η κοινωνία της πόλης και αφορούν τόσο την αγορά, όσο και τους θεσμούς και τις δράσεις του πολιτισμού. Η μεν αγορά χρειάζεται εκσυγχρονισμό της λειτουργίας της, ώστε να απευθύνεται και να στοχεύει και στους επισκέπτες και επέκταση της εμβέλειάς της μέσω της διεύρυνσης του ωραρίου της και της κυριακάτικης λειτουργίας. Κάτι που για να επιτύχει δεν αρκεί η κατάλληλη νομοθεσία, που σε σημαντικό βαθμό υπάρχει, ούτε η παρουσία των πολυκαταστημάτων και των διεθνών αλυσίδων. Χρειάζεται η προωθημένη νοοτροπία του εμπορικού κόσμου, που -ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις τοπικές συνιστώσες του- μπορεί να χαρακτηριστεί έως συντηρητική. Και πάντως δεν έχει σχέση, ούτε επαφή με τα ισχύοντα σε άλλα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα, που πρωταγωνιστούν στο πεδίο του τουρισμού.     

Όσο για τον πολιτισμό χρειάζονται παρεμβάσεις σε δύο επίπεδα: Στη λειτουργία των μνημείων, των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων, που σήμερα -ως γνήσιες εκφράσεις του ελληνικού δημοσίου- είναι από ελλιπείςς έως… ασαφείς, αφού σε πολλές περιπτώσεις είναι κλειστά, ενώ αυτά που λειτουργούν συχνά προβληματίζουν με τα ωράριά τους, ειδικά τα σαββατοκύριακα. Επίσης, εδώ και χρόνια η Θεσσαλονίκη έχει στερηθεί εκδηλώσεων διεθνούς εμβέλειας, οι οποίες θα μπορούσαν να αντλήσουν κοινό όχι μόνο από τους κατοίκους, αλλά και από τους επισκέπτες της πόλης.  

Και στις δύο περιπτώσεις -αγορά και πολιτισμός- οι επενδύσεις οφείλουν να είναι εμπροσθοβαρείς, όπως ακριβώς σε όλες τις κανονικές και ορθολογικές επενδύσεις. Αυτό σημαίνει ότι ένας κλάδος ή ένας οικονομικός χώρος πρώτα χαράσσει τη στρατηγική του, μετά χρηματοδοτεί την υλοποίηση των κινήσεων που εξυπηρετούν αυτή τη στρατηγική και ως αποτέλεσμα υποδέχεται τους πελάτες, που έχει προβλέψει στα σχετικά business και action plans. Δυστυχώς στη Θεσσαλονίκη η κατεστημένη νοοτροπία είναι «ας έρθουν οι επισκέπτες – πελάτες και οι επιχειρήσεις, και τα υπόλοιπα (μουσεία, μνημεία κλπ.) θα προσαρμοστούν». Πρόκειται για αφ’ υψηλού αντίληψη, που μπορεί -ενδεχομένως, αλλά όχι απολύτως σίγουρα- να βρίσκει εφαρμογή σε ορισμένα πολύ μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα της Ευρώπης και του κόσμου, αλλά όχι στα… κυβικά της Θεσσαλονίκης. Ευτυχώς ή δυστυχώς η εποχή που η πόλη ήταν το Νο2 τριών μεγάλων αυτοκρατοριών και η εμβέλειά της ήταν πρακτικά παγκόσμια, έχει παρέλθει, ενώ ο ταχύτατος μετασχηματισμός του πλανήτη στη λογική του 24/7, επιβάλλει σημαντικές προσαρμογές. Διότι η παραγωγική και αναπτυξιακή ισορροπία είναι δύσκολο να βρεθεί, όταν η αρχή και το τέλος της διαδρομής τοποθετούνται σε πολύ κοντινή απόσταση.