Skip to main content

Τα χριστουγεννιάτικα γλέντια στη Βασιλέως Ηρακλείου που... νίκησαν τα μνημόνια

Εδώ και πάνω από δέκα χρόνια οι ξέφρενες παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς έχουν συνδυαστεί με έναν δρόμο στο κέντρο της πόλης: τη Βασιλέως Ηρακλείου

Αριστοτέλους, παραμονή Χριστουγέννων, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μυρωδιές από μελομακάρονα, κοσμοπλημμύρα και παραδοσιακά κάλαντα από παιδάκια και φιλαρμονικές αρχίζουν και μπερδεύονται σιγά σιγά με μυρωδιές από σουβλάκια, λουκάνικα και κόσμο που ξεφαντώνει από τις πρώτες μεσημεριανές ώρες σε έναν δρόμο που τέμνει την Αριστοτέλους και είναι πια συνυφασμένος με το γλέντι της 24ης Δεκεμβρίου.

Στο μυαλό πολλών θα έρθει άμεσα η Βασιλέως Ηρακλείου και όλοι θα έχουν μία ιστορία, έστω και μικρή και θολωμένη από τις ρετσίνες και το ξεφάντωμα, να διηγηθούν. «Μέναμε μέχρι τις 23:00 το βράδυ, χορεύαμε και πίναμε. Και ήταν τα πρώτα χρόνια της κρίσης αλλά θέλαμε να ξεσκάσουμε, το επιζητούσαμε πολύ», «αυτή η μέρα είναι συνυφασμένη με βόλτες στο κέντρο και χορό σε ένα μέρος που με το ζόρι χωράς να περάσεις. Αυτή είναι η Παραμονή μας». Αυτές είναι μερικές από τις ατάκες ατόμων που εδώ και μία δεκαετία περίπου επιλέγουν αυτόν τον δρόμο για τη διασκέδασή τους, έναν δρόμο ο οποίος στεγάζει ένα μαγαζί που έχει δημιουργήσει ένα τόσο γιορτινό κλίμα με αποτέλεσμα πολλοί να θεωρούν πως «Βομβίδια» ονομάζεται η περιοχή και όχι το μαγαζί το οποίο ξεκίνησε αυτό το… χριστουγεννιάτικο θεσσαλονικιώτικο έθιμο.

«Δεν ήταν πάντα έτσι το κλίμα ούτε και ο κόσμος», λέει ο Ηλίας Ελευθεριάδης, ο ιδιοκτήτης τού «Βομβίδια». «Το μαγαζί το άνοιξε ένας θείος μου το 1982 αλλά στη συνέχεια πέρασε στη δική μου οικογένεια. Οι πελάτες ήταν μεγαλύτερης ηλικίας, κυρίως δικηγόροι ή υπάλληλοι γραφείων που στεγάζονταν κοντά στο ψητοπωλείο. Άλλωστε, ήταν μικρό στην αρχή», περιγράφει ο ίδιος στη Voria.gr. Την απόφαση για ένα τέτοιο γλέντι αλλά με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά την πήρε ο ίδιος περίπου το 2009, όταν η οικονομική κρίση άρχιζε να χτυπά την πόρτα των ελληνικών νοικοκυριών.

Ο Ηλίας θυμάται τα πρώτα χρόνια που ο κόσμος μαζευόταν διστακτικά και διασκέδαζε με τη μουσική από ζουρνάδες και χάλκινα, από μουσικούς του δρόμου. «Παλαιότερα τέτοια μέρα κλείναμε αλλά είπα από το 2009 να το δοκιμάσω, χωρίς όμως να είναι οργανωμένο. Το γλέντι τραβούσε το πολύ μέχρι τις 17:00», συμπληρώνει.

Και ξαφνικά, το 2012, εγένετο… γλέντι αλά Βομβίδια. Το κατάστημα ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε σε δεύτερο, στη στοά. «Το μεγάλο γλέντι που καθόρισε τη φυσιογνωμία του καταστήματος έγινε τότε όταν, ενώ είχαμε αρκετό κόσμο, συνέδεσα το κινητό με τον υπολογιστή και άρχισα να βάζω τραγούδια. Δεν είχα στον νου μου ακριβώς τι θα βάλω γιατί παράλληλα εργαζόμουν και είχε αρκετό κόσμο. Τότε ξαφνικά είδα όλο και πιο νέους να έρχονται και να γεμίζει το μαγαζί», είπε ο ίδιος, ενώ πρόσθεσε πως η στοά γέμισε ασφυκτικά.

Έτσι και την επόμενη χρονιά το γλέντι στη Βασιλέως Ηρακλείου συνεχίστηκε και λόγω του ότι αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο το 2014 έφτασε στο απόγειό του, με τον Ηλία να βάζει έναν φίλο του ως Dj. «Τότε η κατάσταση απογειώθηκε», είπε. Πράγματι, όσο περνούσε η ώρα, από τις 11:00 που έμπαιναν στα κάρβουνα τα πρώτα σουβλάκια, το κέφι ανέβαινε μέχρι που κάποια στιγμή έκλεισε ο δρόμος από τον κόσμο. «Μπορεί να είχε και 4.000 άτομα. Γινόταν χαμός, όλοι χόρευαν, έπιναν και ξεφάντωναν. Ο κόσμος ανέβαινε σε κάδους, σε αυτοκίνητα, για να χορέψει και να τραγουδήσει δυνατά», σημειώνει ο Ηλίας. Η γιορτινή και ξεσηκωτική ατμόσφαιρα συνεχίστηκε μέχρι αργά.

Τα τελευταία χρόνια ο δρόμος προσελκύει κατά βάση νέους και φοιτητές σε αντίθεση με τα παλιά χρόνια. «Παρά το γεγονός πως ξεκινήσαμε στην κρίση βλέπαμε ότι ο κόσμος έχει ανάγκη να ξεσκάει, να χορεύει και να αναβιώνει πάρτι παλαιότερων εποχών».

O Μπαρμαγιαννακάκης και τα γλέντια μέχρι το βράδυ

Ο κόσμος, εκτός του ότι έκανε συνήθειά του τη βόλτα στα Βομβίδια τις Παραμονές, λάτρεψε και ορισμένα τραγούδια που έχει συνδυάσει με αυτές τις ημέρες. Ένα κοινό τραγούδι που ενώνει τους περισσότερους από τους παρευρισκόμενους είναι ο «Μπαρμπαγιαννακάκης», της Χάρις Αλεξίου. Τότε, τα ηχεία σιγούν και ο κόσμος παίρνει τον ρυθμό και τραγουδά και χορεύει.

Το κλίμα εξαπλώνεται και σε άλλα καταστήματα επί της Βασιλέως Ηρακλείου που βγάζουν ψησταριές, ηχεία και συντηρούν αυτό το... έθιμο, όπως και σε πολλές άλλες περιοχές της πόλης και του κέντρου της, για παράδειγμα στα Λαδάδικα, στην Προξένου Κορομηλά και στη Ντηλ.

Οι αναμνήσεις

Αυτές οι εικόνες είναι ζωγραφισμένες και στη μνήμη πολλών από τους βασικούς επισκέπτες. Στις μέρες μας, που το να παρευρίσκεσαι σε ένα τέτοιο σημείο αποτυπώνεται από συνεχόμενα στόρι στο Instagram, είναι πιο εύκολο να διατηρήσεις της αναμνήσεις, προσθέτοντας απλώς τις στιγμές στα highlights. Όμως, μία δεκαετία πριν οι μνήμες δημιουργούνταν από φωτογραφίες και κυρίως από τα βιώματα.

Δύο νέοι, που περνούσαν πολλές ώρες των... Παραμονών τους στη Βασιλέως Ηρακλείου θυμούνται πως ό,τι και να συνέβαινε στον κόσμο τις ώρες εκείνες σταματούσε. «Υπάρχουν κάποιες ημέρες, όπως αυτές των εορτών, που θες να ξεχάσεις τα προβλήματα. Εγώ την παραμονή των Χριστουγέννων την έχω συνδυάσει με τα γλέντια στα Βομβίδια. Θυμάμαι κόσμο να ανεβαίνει στα αυτοκίνητα, να κάνει “challenge” με το ποιος θα πιει περισσότερο, να προσκαλούν άσχετους να χορέψουν μαζί τους», θυμάται από το 2015 ο Χρήστος. Η Άννα είναι κάθε Παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς εκεί από τις πρώτες ημέρες που ξεκίνησε ο... χαμός. «Αυτές τις ημέρες θυμάμαι να κάνουμε βόλτες με την παρέα μου από στέκι σε στέκι. Εκεί στα Βομβίδια πηγαίναμε κατά τις 18:00 και μέναμε μέχρι αργά. Δεν ήθελες πολύ: λίγη ρετσίνα με κόκα κόλα και κυρίως να βρεις παρέες που κάθονται ήδη κάπου κοντά στο μαγαζί. Θυμάμαι να γινόμαστε παρέα με αγνώστους. Ωραίες μέρες».

Κάθε Παραμονή, όπως και η φετινή που θα είναι η πρώτη χωρίς καθόλου περιορισμούς μετά από δύο χρόνια, όλοι ξέρουν πού θα βρουν την καρδιά της πόλης να χτυπά δυνατά και Χριστουγεννιάτικα.

Η στοά γεμίζει, ο δρόμος γεμίζει και τα καταστήματα όπως και τα περίπτερα ξεπουλούν καθώς είναι αδύνατον να προσεγγίσει κανείς το μαγαζί. Έτσι τα Βομβίδια κατάφεραν όχι μόνο να συνδυάσουν το όνομά τους με ένα ολόκληρο πάρτι και έναν δρόμο αλλά να γεμίζουν για πάνω από δέκα χρόνια με όμορφες αναμνήσεις τους Θεσσαλονικείς, ξεπερνώντας την άσχημη καθημερινότητα της κάθε κρίσης.