Skip to main content

Θρασκιά: Οι δημόσιες ψυχιατρικές δομές στη Θεσσαλονίκη εκπέμπουν σήμα κινδύνου

«Αντί η Πολιτεία να δώσει λύσεις μέσω προσλήψεων, επιλέγει μετακινήσεις προσωπικού ως εμβαλωματική λύση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά σε άλλες δομές»

Ερώτηση στη Βουλή σχετικά με την υποβάθμιση των δημόσιων δομών ψυχικής υγείας στη Θεσσαλονίκη κατέθεσαν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Νίκος Ανδρουλάκης, και η βουλευτής Α Θεσσαλονίκης και υπεύθυνη Κ.Τ.Ε. Ψυχικής Υγείας, Ράνια Θρασκιά.

Συγκεκριμένα, κάνουν λόγο για τις συνέπειες της ψήφισης του ν.5129/2024 και της κατ’ ευφημισμό ψυχιατρικής «μεταρρύθμισης» που αποτυπώνονται τόσο στις 8 κλινικές που εφημερεύουν στη Θεσσαλονίκη και στα Κέντρα Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) όσο και στις ελάχιστες δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης της πόλης. Η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει απορρέει, σύμφωνα με τους ίδιους, αφενός από τη στρεβλή τομεοποίηση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας αφετέρου από την υποστελέχωση και την ανορθολογική κατανομή του προσωπικού, καθώς και από τον συνδυασμό τους.

Αντί να ενισχυθεί ουσιαστικά η κοινοτική φροντίδα, στοχεύοντας στη δημιουργία ολοκληρωμένων και λειτουργικών δικτύων ανά Τομέα κι εστιάζοντας στην πρωτοβάθμια περίθαλψη και την πρόληψη, στη Θεσσαλονίκη λειτουργούν μόνο 4 ΚΨΥ. Στις ψυχιατρικές κλινικές δε της Θεσσαλονίκης επικρατούν απαράδεκτες συνθήκες, με ελλείψεις σε προσωπικό, συνωστισμό ασθενών και δύσκολες βάρδιες για το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Κι αντί η κυβέρνηση να τις αντιμετωπίσει, προβαίνει σε εμβαλωματικές ρυθμίσεις. Τονίζουν δε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα στον τομέα της Ψυχικής Υγείας έγκειται στη συνθήκη πριν τη νοσηλεία και μετά, που χαρακτηρίζεται από την απουσία της πρόληψης και της εξατομικευμένης φροντίδας.

Κατόπιν τούτων ερωτούν τον Υπουργό Υγείας πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει συνολικά την υποβάθμιση των δημόσιων δομών Ψυχικής Υγείας στη Θεσσαλονίκη, σε ποιες ειδικότερες ενέργειες θα προβεί προκειμένου να στελεχωθούν με μόνιμο προσωπικό όλων των ειδικοτήτων και με ποιον τρόπο θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη, άμεση και δωρεάν πρόσβαση όλων στις μονάδες Ψυχικής Υγείας, καθώς και την πληρέστερη κάλυψη των αναγκών Ψυχικής Υγείας. Ερωτούν, τέλος, ποια ειδική μέριμνα θα λάβει για τη συνεχιζόμενη θεραπευτική σχέση και φροντίδα.

Πιο αναλυτικά, η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ μίλησε για τις συνέπειες της ψήφισης του σχετικού νόμου: « Σήμα κινδύνου εκπέμπουν οι δημόσιες δομές Ψυχικής Υγείας στη Θεσσαλονίκη. Για ακόμη μια φορά, οι συνέπειες της ψήφισης του ν.5129/2024 και της κατ’ ευφημισμό ψυχιατρικής «μεταρρύθμισης» αποτυπώνονται τόσο στις 8 κλινικές που εφημερεύουν στη Θεσσαλονίκη (5 στο πρώην Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης -νυν Πολυδύναμη Νοσηλευτική Μονάδα Ψυχικής Υγείας Θεσσαλονίκης- και 3 στα Γενικά Νοσοκομεία Θεσσαλονίκης «ΑΧΕΠΑ», «Γ. Παπανικολάου» και «Παπαγεωργίου») και στα Κέντρα Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) όσο και στις ελάχιστες δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης  (οικοτροφεία, ξενώνες, προστατευόμενα διαμερίσματα) της πόλης. Η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει απορρέει αφενός από τη στρεβλή τομεοποίηση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας αφετέρου από την υποστελέχωση και την ανορθολογική κατανομή του προσωπικού, καθώς κι από τον συνδυασμό τους. Οι ελλείψεις μοιραία οδηγούν στην παράκαμψη της τομεοποίησης, πρωτίστως σε ό,τι αφορά στις νοσηλείες, καθώς και στην ευρεία χρήση ιδιωτικών υπηρεσιών, από όσους βέβαια έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα».

Το σχετικό κείμενο περιγράφει αναλυτικά τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτές τις δομές: «Αντί να ενισχυθεί ουσιαστικά η κοινοτική φροντίδα, στοχεύοντας στη δημιουργία ολοκληρωμένων και λειτουργικών δικτύων ανά Τομέα κι εστιάζοντας στην πρωτοβάθμια περίθαλψη και την πρόληψη, στη Θεσσαλονίκη λειτουργούν μόνο 4 ΚΨΥ. Να σημειωθεί εδώ δε το διαχρονικό αίτημα για τομεοποίηση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας με τη συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου δικτύου δημόσιων υπηρεσιών ανά πληθυσμό αναφοράς, για το οποίο η κυβέρνηση αδιαφορεί. Διότι είναι εξαιρετικής σημασίας ποιος θα είναι ο πληθυσμός αναφοράς, ώστε να μην υπάρχουν Τομείς μεγαθήρια με εκατοντάδες χιλιάδες πληθυσμό. Σύμφωνα δε με τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κάθε Τομέας θα έπρεπε να έχει περίπου 100.000 πληθυσμό, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις ανάγκες σε στελέχωση και υποδομές».

Η κ. Θρασκιά επεσήμανε τους κινδύνους που ελλοχεύουν για ιατρικό προσωπικό και ασθενείς: «Στις ψυχιατρικές μονάδες της Θεσσαλονίκης επικρατούν απαράδεκτες συνθήκες, με ελλείψεις σε προσωπικό, συνωστισμό ασθενών και δύσκολες βάρδιες για το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Να τονιστεί εδώ δε ότι οι 8 εναλλάξ εφημερεύουσες ψυχιατρικές κλινικές της Θεσσαλονίκης, και ειδικά οι 5 του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, που δεν μπορούν ποτέ να δηλώσουν πληρότητα, λόγω της έλλειψης τομεοποίησης, στενάζουν δεχόμενες περιστατικά από τη μισή κυριολεκτικά Ελλάδα.  Το γεγονός ότι νοσηλεύονται σε καθημερινή βάση ασθενείς ακόμη κι από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο διαμονής τους, ενώ την ίδια στιγμή δεν υπάρχει επαρκής στελέχωση, δημιουργεί ακατάλληλες συνθήκες νοσηλείας κι ελλοχεύει σοβαρούς κινδύνους ακόμη και για τη σωματική ασφάλεια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αλλά και των ασθενών, όπως δυστυχώς έχει συμβεί και στο πρόσφατο παρελθόν, με αποτέλεσμα τον θάνατο τροφίμου».

Σύμφωνα με καταγγελίες και αναφορές της βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσλειτουργίας του νέου πλαισίου αποτελεί το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Όπως σημειώνεται, στην απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ B387/06.02.2025, σε εφαρμογή του ν.5129/2024, διαπιστώθηκε πως οι κενές οργανικές θέσεις προσωπικού των μονάδων και παραρτημάτων του ΨΝΘ, που μεταφέρθηκαν από 01.02.2025 στη Διοίκηση της 3ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας, είναι ιδιαίτερα πολλές. Συγκεκριμένα, από τις 74 οργανικές θέσεις ιατρών ΕΣΥ, οι 22 παραμένουν κενές — με 15 να αφορούν την Ψυχιατρική και 1 την Παιδοψυχιατρική.

Επιπλέον, αναφέρεται ότι και στα Κέντρα Ψυχικής Υγείας η εικόνα είναι ανησυχητική. Στο ΚΨΥ Δυτικού Τομέα, με έδρα τους Αμπελόκηπους, από τις 8 μεταφερόμενες οργανικές θέσεις, οι 4 είναι κενές. Αντίστοιχα, στο ΚΨΥ Κεντρικού Τομέα, 6 από τις 8 θέσεις παραμένουν ακάλυπτες (5 Ψυχιατρική και 1 Παιδοψυχιατρική), ενώ συστήνεται επιπλέον μία προσωποπαγής θέση.

Σύμφωνα με την ίδια, και στο Γενικό Νοσοκομείο «Γ. Παπανικολάου» υφίσταται σημαντική υποστελέχωση στον τομέα της Ψυχικής Υγείας, με 3 κενές θέσεις σε σύνολο 11 προβλεπόμενων (1 στην Ψυχιατρική Ενηλίκων και 2 στην Παιδοψυχιατρική).

Όπως επισημαίνουν, αντί η Πολιτεία να δώσει λύσεις μέσω προσλήψεων, επιλέγει μετακινήσεις προσωπικού ως εμβαλωματική λύση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά σε άλλες δομές. Χαρακτηριστική αναφέρεται η μετακίνηση εργοθεραπευτών προς το ΨΝΘ, αφήνοντας το ΚΨΥ Κεντρικού Τομέα χωρίς καθόλου εργοθεραπευτή.

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται και για την ανεπαρκή μέριμνα ως προς τους πολίτες με άνοια. Όπως τονίζουν , πολλοί πολίτες καταλήγουν συχνά στα Τμήματα Οξέων Περιστατικών, μεταφερόμενοι από την αστυνομία, νοσηλευόμενοι ακούσια και υπό συνθήκες που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε μηχανικό περιορισμό, με κινδύνους για τη σωματική τους ακεραιότητα.

Προβάλλεται ακόμη ο ισχυρισμός ότι οι ασθενείς με χρόνιες ψυχώσεις και άνοια «λιμνάζουν» στα νοσοκομεία, ενώ τα σχετικά στατιστικά είναι αποκαλυπτικά: περίπου 100.000 άτομα με σχιζοφρένεια και 250.000 με άνοια (2025), με πρόβλεψη να ξεπεράσουν τις 500.000 το 2050. Κρίνεται, λοιπόν, ανεπαρκής η αναγνώριση από την Πολιτεία ότι «οι ανάγκες είναι αυξανόμενες», καθώς και η εξαγγελία για 7 νέες δομές.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην απουσία ουσιαστικής πρόληψης και μετανοσοκομειακής φροντίδας. Όπως αναφέρεται, πολλές δομές, όπως οικοτροφεία και ξενώνες, διατηρούν ακόμη νεοασυλικό χαρακτήρα, ενώ η παρακολούθηση μετά τη νοσηλεία αποτελεί «ανοιχτή πληγή» για ασθενείς και οικογένειες.

Παράλληλα, επικρίνεται το νέο διοικητικό σχήμα που προωθήθηκε με τον ν.5129/2024, το οποίο, σύμφωνα με τις καταγγελίες, καταργεί την τομεοποίηση και ενισχύει τον συγκεντρωτισμό, δημιουργώντας ένα υδροκέφαλο και αποξενωμένο από τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών σύστημα.

Η Ράνια Θρασκιά καταλήγει ότι η Ψυχική Υγεία είναι κοινωνικό δικαίωμα που οφείλει να είναι δημόσιο, δωρεάν και εξατομικευμένο, με προσανατολισμό στην πρόληψη, την αξιοπρέπεια και την κοινοτική φροντίδα — κάτι που, όπως υποστηρίζουν, δεν διασφαλίζεται.