*Των Mikhael Awad και Κώστα Κεχαγιά
Ο τουρισμός παραμένει κινητήριος δύναμη για την ελληνική οικονομία. Το 2024, η χώρα εισέπραξε περίπου 21,59 δισ. ευρώ από ταξιδιωτικές υπηρεσίες -τα μεγαλύτερα έσοδα που έχουν καταγραφεί και 4,8% περισσότερα από το 2023, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σύμφωνα πάντοτε με την ίδια πηγή, φέτος, το νούμερο αυτό αναμένεται να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο, καθώς οι συνολικές εισπράξεις στο διάστημα Ιανουαρίου - Ιουλίου ανήλθαν σε 12,18 δισ. ευρώ (αυξημένες κατά 4,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2023), με τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο να δίνουν παραδοσιακά περίπου 7,5 δις. εσόδων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι για να μην ξεπεραστούν τα περσινά νούμερα, θα πρέπει η χώρα να παρουσιάσει σχεδόν μηδενικά τουριστικά έσοδα στο τελευταίο τρίμηνο του 2025. Την ίδια χρονιά, η Ελλάδα υποδέχτηκε περίπου 40,7 εκατ. τουρίστες, αριθμός μεγαλύτερος κατά περίπου 12,8% σε σχέση με το 2023.
Ωστόσο, παρά τα ρεκόρ εσόδων και επισκέψεων, ο κλάδος αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, το 2024 οι κενές θέσεις εργασίας μόνο στα ξενοδοχεία έφτασαν τις 54.000 στην αρχή της σεζόν. Σύμφωνα με την ΠΟΕΕΤ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων σε Επισιτισμό & Τουρισμό), στην εστίαση εντοπίστηκαν ακόμη 30.000 κενά με τον συνολικό αριθμό να ξεπερνά τις 84.000.
Αρκετοί εργοδότες, κυρίως από τα καταστήματα εστίασης παραπονιούνται συχνά για τις ελλείψεις σε εργατικά χέρια την ώρα που η ανεργία στη χώρα κινείται σταθερά γύρω από το 10%. Παρόλα αυτά, εργαζόμενοι στον κλάδο εκφράζουν αρκετά παράπονα για τις συνθήκες εργασίας και τις απολαβές τους, ενώ άλλοι φαίνεται ότι προτιμούν την ανεργία από τις δοκιμασίες της εποχιακής εργασίας το καλοκαίρι.
Οι επιχειρηματίες της Χαλκιδικής, μίας κατεξοχήν τουριστικής περιοχής στην οποία ο αριθμός του μόνιμου πληθυσμού δεκαπλασιάζεται στους θερινούς μήνες, δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τη δυσκολία της εύρεσης προσωπικού. Το 19ο Βαρόμετρο Οικονομίας του Επιμελητηρίου Χαλκιδικής, έδειξε ότι το 75% των επιχειρηματιών δυσκολεύονται πολύ να βρουν προσωπικό. Μάλιστα, πριν από την έναρξη της τουριστικής σεζόν, περίπου 4/10 επιχειρηματίες δήλωναν ότι δεν έχουν καλύψει όλες τις θέσεις εργασίας, ενώ στα ξενοδοχεία παρέμειναν κενές 2.000 θέσεις. Το πρόβλημα είναι τέτοιο, που η Ένωση Ξενοδοχείων Χαλκιδικής ήρθε σε επαφή και συνεργάζεται με τη ΜΚΟ «Μετάδραση-Δράση για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη» προκειμένου να βρεθούν εργατικά χέρια.
Η αδικία για τους εργαζόμενους
Ο Κυριάκος, 31 ετών, είναι αρτοποιός και ζαχαροπλάστης. Μένει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται εποχικά στον κλάδο του τουρισμού τα τελευταία 11 χρόνια. Τα εννέα από αυτά, δουλεύει στη Σιθωνία της Χαλκιδικής και τα τελευταία πέντε εργάζεται σε ξενοδοχείο, ενώ μένει σε δικό του σπίτι κοντά στον χώρο εργασίας του. Η σύμβασή του είναι 8ωρη, δουλεύει 6/7 και αμείβεται 1.300€/μήνα, έχει full time ένσημα και πληρώνεται κανονικά τις υπερωρίες του.
Όπως, όμως, λέει στη Voria.gr, αισθάνεται ότι θα έπρεπε να παίρνει περισσότερα χρήματα για μια εποχική εργασία, σύμφωνα με την εμπειρία που έχει αποκτήσει. Ωστόσο, όπως σημειώνει, αναγνωρίζει ότι βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σχετικά με συναδέλφους του, εποχικούς εργαζόμενους, οι οποίοι παίρνουν πολύ λιγότερα χρήματα. «Δυστυχώς, τα στάνταρ έχουν πέσει και από εκεί που οι νεότεροι έπαιρναν τα χρήματα που παίρνω εγώ, τώρα πια εκείνοι ξεκινούν με τον κατώτατο μισθό», λέει συγκεκριμένα και σημειώνει πως στον κλάδο του, αρκετοί βολεύονται ακόμη και με… δωρεάν εργατικά χέρια, αφού «προσλαμβάνουν αλλοδαπούς από προγράμματα Erasmus, οι οποίοι στην ουσία κάνουν τζάμπα την πρακτική τους».
Ο Νίκος, από την άλλη, είναι πια 38 και θεωρεί ότι τα χρήματα τα οποία κερδίζει στη Χαλκιδική όπου εργάζεται, είναι εξαιρετικά λίγα. Τα τελευταία τρία χρόνια δουλεύει σε ρεσεψιόν ξενοδοχείου, έχει εμπειρία στον κλάδο της εστίασης σε νησιά όπως η Μύκονος και η Κρήτη και τα 1.200€ με τα οποία αμείβεται, όπως λέει στη Voria.gr, δεν αναλογούν στην εμπειρία και στις σπουδές του. «Δουλεύω 9-10 ώρες αλλά σε περιόδους αιχμής, μπορεί να πιάσω και 12ωρο. Σπούδασα τουριστικά και ξενοδοχειακή διαχείριση και στο ξενοδοχείο είμαι στο τμήμα κρατήσεων. Κάθε μέρα κάνω check ins και check outs, τηλεφωνήματα, συντονίζω προσωπικό και επιλύω κρίσεις και προβλήματα. Δεν νομίζω ότι τα χρήματα τα οποία παίρνω είναι δίκαια, αλλά τι να κάνω όταν θέλω να βρίσκομαι κοντά στον τόπο μου και στους ανθρώπους μου, δηλαδή στα Γιαννιτσά, σε περίπτωση που θα χρειαστεί να βοηθήσω σε κάτι σημαντικό;», αναρωτιέται.
Ο Μεχντί είναι 28 χρονών και έφτασε στην Ελλάδα πριν από τέσσερα χρόνια, από το Οράν της Αλγερίας. Στη χώρα του σπούδασε μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά η δουλειά δεν έβγαινε: μικρός μισθός, πολλές ώρες δουλειάς, λίγες προοπτικές. Ένας ξάδερφός του που είχε ήδη έρθει στην Ελλάδα, τον έπεισε να δοκιμάσει την τύχη του εδώ.
Την πρώτη του χρονιά την έζησε στην Αθήνα και έπειτα ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη. Στον ελληνικό βορρά, ο Μεχντί κατάλαβε ότι τα πράγματα για εκείνον στην Ελλάδα θα είναι κάπως καλύτερα. Την πρώτη σεζόν εργάστηκε περιστασιακά σε αγροτικές δουλειές στη Βέροια και έπειτα γνώρισε έναν εργοδότη που τον έστειλε σε ξενοδοχείο στη Χαλκιδική. Έτσι, τις τελευταίες δύο σεζόν τις έβγαλε στη λάντζα του ξενοδοχείου.
Από τις 7 το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα και για όλες τις ημέρες της εβδομάδας, ο Μεχντί καθαρίζει πιάτα, ποτήρια, σκεύη και κατσαρόλες. Μιλάει ολοένα και καλύτερα τα ελληνικά και συνεννοείται αρκετά καλά με τους συναδέλφους του, ενώ σε αυτό τον βοηθούν και τα αγγλικά του.
Ο μισθός του κυμαίνεται γύρω στα 1.000 ευρώ τον μήνα με ασφάλιση. «Μένω σε τρίκλινο δωμάτιο του ξενοδοχείου, μου παρέχουν πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό γεύμα και μαζί μου μένουν ακόμη δύο μετανάστες που δουλεύουν στην κουζίνα και στον κήπο», λέει στη Voria.gr, εξηγώντας παράλληλα πως μέρος του μισθού του πηγαίνει στην οικογένειά του στην Αλγερία.
«Η δουλειά στη λάντζα δεν φαίνεται, αλλά είναι βασική», αναφέρει ακόμη. «Κανείς δεν βλέπει πόσες ώρες στέκεσαι όρθιος, με τα χέρια συνέχεια μέσα στο νερό. Αλλά το στενάχωρο είναι ότι η προσφορά μου δεν αναγνωρίζεται σε μισθό γιατί ακούω από τους πιο παλιούς ότι έπαιρναν πολύ καλύτερα λεφτά από αυτά που παίρνουμε εμείς σήμερα», συμπληρώνει με παράπονο.
Ο Μεχντί, όμως, δεν θέλει να μείνει στην Ελλάδα. Περιμένει το τέλος αυτής της σεζόν, θέλει να δουλέψει για ακόμη δύο χρόνια έτσι και μετρά τα χρήματα, ώστε να φύγει μόνιμα στη Σουηδία και να εργαστεί εκεί. «Είμαι ευγνώμων στην Ελλάδα», λέει, «όμως στη Σουηδία νομίζω ότι θα τα καταφέρω καλύτερα και θα δουλέψω πάνω σε αυτό που θέλω, δηλαδή ως μηχανικός αυτοκινήτων».
Παρόμοιο σκεπτικό, σχετικά με την περιστασιακή παρουσία στην εποχική εργασία, έχει και η Λίνα. Όπως λέει στη Voria.gr, η 26χρονη άφησε αυτό το καλοκαίρι τη Θεσσαλονίκη για να δουλέψει στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Εργάζεται σε μπιτς μπαρ και, από το πρωί και για 10-13 ώρες -ανάλογα με τον φόρτο εργασίας- ζει… τρέχοντας. «Τρέχω να προετοιμαστώ, να καθαρίσω, τρέχω για να σερβίρω και μετά για να καθαρίσω ξανά», αναφέρει χαρακτηριστικά και ο λόγος για τον οποίον υπομένει αυτή τη δουλειά, είναι οι σπουδές της. «Τα 1.200€ τον μήνα, με τουλάχιστον δύο ώρες την ημέρα υπερωρίες, με 7/7 και μένοντας σε ένα σπίτι με τρεις άγνωστες σε εμένα κοπέλες, είναι ό,τι πιο δύσκολο έχω ζήσει μέχρι και σήμερα, στα 26 μου. Όμως τελειώνει η σεζόν και θα έχω το μεγαλύτερο από το ποσό που χρειάζομαι για να πληρώσω το μεταπτυχιακό μου στη Διερμηνεία και τη Μετάφραση». Η κοινωνική ζωή της, όπως υπογραμμίζει, είναι εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς «δεν υπάρχει και πολύ κουράγιο για εξόδους όταν ξέρεις ότι αύριο και μεθαύριο θα δουλεύεις και πάλι ασταμάτητα», ενώ την ίδια ώρα τονίζει ότι αν δεν υπήρχε μεγάλη ανάγκη «δεν θα το έκανα αυτό για τόσα χρήματα και ελπίζω να μην χρειαστεί να το ξανακάνω».
Τι συμβαίνει με τις αμοιβές
Οι εργοδότες δείχνουν να αντιλαμβάνονται μερικώς τους λόγους για τους οποίους υπάρχουν κενά θέσεων στην εποχική εργασία. Ωστόσο, όπως φαίνεται, έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις, ιδίως από τη νεολαία.
Ο κ. Απόστολος είναι 56 ετών και τα τελευταία περίπου 35 χρόνια διατηρεί κατάστημα εστίασης, εκεί όπου σκάει το κύμα, στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. «Έχω εποχικούς εργαζόμενους που δουλεύουν κυρίως στο μπαρ, στο σέρβις και καθαρίζουν και το μαγαζί», λέει στη Voria.gr.
Δεν ανακατεύεται, όπως λέει, με το πού θα μένουν οι υπάλληλοί του καθώς «αυτό είναι κάτι που το κανονίζουν τα ίδια τα παιδιά». Συνήθως, όσοι δουλεύουν στην ταβέρνα του μένουν κοντά στην τοποθεσία ή έστω μετακινούνται σε αυτή με μηχανάκι ή αυτοκίνητο. Τα παιδιά είναι σχεδόν κάθε χρόνο νέα σε ηλικία και κανείς εργαζόμενος δεν παραμένει σταθερά στην ταβέρνα για περισσότερα από τρία χρόνια.
«Δεν μου φαίνεται περίεργο γιατί πάντα έρχονται εδώ για να βγάλουν κάποια χρήματα. Τους πληρώνω ανάλογα με την εμπειρία τους. Οι δουλειές που δίνω δεν χρειάζονται κάποια εξειδίκευση. Ένας σερβιτόρος μπορεί να πάρει 1.200€ τον μήνα και ένα άτομο στο μπαρ μέχρι και 1.500€. Τα τιπς, φυσικά, τα μοιράζονται μεταξύ τους. Δουλεύουν 6/7 και σπάνια τους χρειάζομαι και τις 7 ημέρες της εβδομάδας», λέει στη Voria.gr. Όπως εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος, φέτος ήταν δύσκολο να στελεχώσει την ομάδα του. «Δεν νομίζω ότι δεν υπάρχουν δουλειές», συμπληρώνει. «Νομίζω ότι έχουν καλομάθει κάπως, κυρίως οι νεότεροι και δεν θέλουν να ζοριστούν δουλεύοντας σε αυτό που λέμε σεζόν. Δεν έχουμε επιστρέψει όμως στους μισθούς προ κρίσης γιατί δεν έχει φτάσει ούτε ο τζίρος σε εκείνα τα επίπεδα».
Ο κ. Τάσος, από την άλλη διατηρεί εδώ και οκτώ χρόνια ταβέρνα σε πιο ήσυχο μέρος, στην περιοχή της Νικήτης. Απασχολεί 10 άτομα και, όπως και ο κ. Απόστολος, τους πληρώνει ανάλογα με τη θέση και την εμπειρία τους.
«Φέτος ήρθε ένας φοιτητής που είναι 22 χρονών και του δίνω 900€ που είναι παραπάνω από τον βασικό. Στη λάντζα έχω μία κυρία που δουλεύει εδώ από τότε που ανοίξαμε, της δίνω 1.200€. Οι μάγειρες παίρνουν 1.100€ και το μαγαζί το φροντίζει συνεργείο καθαρισμού», λέει στη Voria.gr.
«Η σεζόν δεν τελειώνει για εμένα με τα χρήματα που θα ήθελα στην τσέπη μου. Είμαι ο μόνος ιδιοκτήτης της ταβέρνας, ο χώρος μου ανήκει και άρα δεν πληρώνω ενοίκιο, αλλά κάθε χρόνο ανεβαίνουν τα λειτουργικά έξοδα και φέτος είχα λιγότερο κόσμο από όσο περίμενα. Μάλλον έχουμε αποκτήσει τη φήμη ότι χρεώνουμε ακριβά, αλλά πώς αλλιώς θα πληρώσω τον κόσμο και τα έξοδά μου;», αναρωτιέται.
«Κάπου έχουν δίκιο και τα παιδιά που δεν θέλουν να δουλέψουν σεζόν. Αλλά από την άλλη, κάπως πρέπει να ξεκινήσουν. Εγώ νομίζω ότι πληρώνω καλά και δεν έχω ακούσει ποτέ, κανένα παράπονο. Αυτά μπορώ, αυτά δίνω. Ξέρουν πού έρχονται να δουλέψουν. Από την αρχή τους λέω ότι θα χρειαστεί να δουλέψουν περισσότερες από 8 ώρες, τους λέω τους μισθούς τους, τους έχω πει ότι θα μπορούν να τρώνε στο μαγαζί δύο φορές τη μέρα, μεσημέρι και στο σχόλασμα και ότι θα προσπαθούμε να κάθονται μία ημέρα μέσα στην εβδομάδα».
Οι απαιτήσεις στην εποχική εργασία, λοιπόν, είναι πολλές και οι μισθοί φαίνεται να μην αναλογούν στις συνθήκες δουλειάς και διαβίωσης. Τα παραπάνω μπορεί να μην αποτελούν κάποιο μυστικό, αλλά σχεδόν πάντοτε εντυπωσιάζουν όποιον ακούει με τη σειρά τα γεγονότα και ακόμη περισσότερο, απελπίζουν εκείνους, οι οποίοι έμαθαν πιο παλιά να ζουν σε καλύτερο ή έστω σε καλύτερα αμειβόμενο εργασιακά τοπίο…
*Το συγκεκριμένο ρεπορτάζ δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Cross Community Journalism από το Migration and Technology Monitor, το From the Sea to the City, το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τη Voria.gr.