Μπορεί άραγε το σχέδιο Εμπράρ 100 χρόνια μετά την εκπόνηση του να μας διδάξει ακόμα κάτι; Παρ όλες τις παρεκτροπές από το αρχικό σχέδιο, η επιρροή και το αντίκτυπο του σχεδίου ακόμα και 100 χρόνια μετά είναι εμφανή και ευανάγνωστα στον σύγχρονο τοπικό ιστό. Θα ήταν πολύ γόνιμο σε επίπεδο πόλης να αρχίσει ένας διάλογος με αφορμή αυτήν την επέτειο και να συζητηθούν τα οφέλη αλλά και τα προβλήματα που επέφερε αυτός ο σχεδιασμός, αλλά και παράλληλα τις προοπτικές που ανοίγουν από δω και πέρα. Σε μια πρώτη προσπάθεια να ανοίξει ο διάλογος αλλά και να γιορταστεί ο επετειακός του κύκλος των 100 χρόνων του Σχεδίου Εμπράρ είναι και αυτό το άρθρο. Αφορμή για αυτό το άρθρο στάθηκε η σύνταξη του Ειδικού Χωρικού Σχεδίου για τη ΔΕΘ που πρόκειται να παρουσιαστεί από στιγμή σε στιγμή και το αποτέλεσμα του οποίου αναμένεται να είναι κρίσιμο για το μέλλον της περιοχής και της πόλης γενικότερα.
Η ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκεται εγκατεστημένη η ΔΕΘ και που ορίζεται από τα όρια των ανατολικών τειχών του ιστορικού κέντρου στα δυτικά και τον αστικό ιστό της Ανατολικής Θεσσαλονίκης στα δυτικά, στο σχέδιο του Εμπράρ προβλεπόταν η δημιουργία ενός μεγάλου πάρκου και η εγκατάσταση πληθώρας κτιρίων και χρήσεων (πανεπιστήμιο, μουσεία, αθλ. Χώροι κλπ) όλα οργανωμένα κατά μήκος ενός άξονα, ένα είδος λεωφόρου “μπούλεβαρ” που ένωνε το παραλιακό μέτωπο με το Σέιχ Σου, και που στο άρθρο θα αναφερόμαστε σαν “Κεντρικό Άξονα”. Οι μεταλλάξεις που υπέστη η πόλη βέβαια μετά την εκπόνηση του σχεδίου δεν επέτρεψαν την εκπλήρωση της ανοικοδόμησης και επέκτασης της πόλης σύμφωνα με το αρχικο σχέδιο. Αν και το μεγαλύτερο βάρος δόθηκε στην ανοικοδόμηση ιστορικού κέντρου, το σχέδιο επηρέασε και τις εκτός τειχών περιοχές σε μεγαλύτερο η μικρότερο βαθμό. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν άφησε ίχνη ή δεν επηρέασε την σύγχρονη αστική μορφολογία, γεγονός που μπορεί να φανεί με ευκολία στην περίπτωση του Κεντρικού Άξονα της Θεσσαλονίκης. Μελετώντας τη συγκεκριμένη περιοχή μέσα από τη διδακτορική μου διατριβή, έχω εξάγει μια σειρά συμπερασμάτων.
Η Κληρονομιά του Σχεδίου Εμπραρ
Η εν λόγω περιοχη στο σχέδιο Έμπραρ και η εξέλιξη του σχεδίου απο την αρχική του πρόταση μέχρι την έγκριση του.
Αναθεωρώντας τον αντίκτυπο και την επιρροή του σχεδίου Hebrard για την συγκεκριμένη περιοχή σήμερα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ορισμένα στοιχεία του αρχικού σχεδίου, η πλειονότητα τους σε μια τροποποιημένη κατάσταση, αλλά μπορούμε να αρχίσουμε να εκτιμούμε την αρχική διορατικότητα του αρχικού σχεδίου. Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η παρουσία της λεωφόρου που ο Hebrard οραματίστηκε να συνδέει το Πανεπιστήμιο στην κορυφή του άξονα με το παραλιακό μέτωπο, με πλήθος από αξιοσημείωτα πολιτιστικά κτίρια και καταπράσινες εκτάσεις κατά μήκος της πορείας της. Ένας καινούριος αστικός άξονας αντίστοιχος με άλλους βασικούς αστικούς άξονες του σχεδίου όπως η Αριστοτέλους ή Δημητρίου Γούναρη. Η σημερινή πραγματικότητα στη περιοχή απέχει σε μεγάλο βαθμό από την ιδέα και το όραμα της αρχικής πρότασης.
Παρόλα όπως αναφέρθηκε μπορούμε ακόμη και σήμερα να διακρίνουμε και να συνοψίσουμε μια σειρά χαρακτηριστικών του σχεδίου Hebrard που είναι παρόντα στον σύγχρονο ιστό: i) Μια ιδιαίτερη συμβολή του έργου ήταν η πρόβλεψη για τη δημιουργία μιας πράσινης ζώνης γύρω από την πόλη και τα όρια του ιστορικού κέντρου, χωρίζοντας την πόλη σε τρία μεγαλύτερα τμήματα. Μία από αυτές τις ζώνες έτρεxε ανατολικά του ιστορικού κέντρου και ήταν δομημένη κατά μήκος ενός άξονα υπό τη μορφή μιας μακράς λεωφόρου. ii) Προέβλεψε χώρο για τη δημιουργία βασικών κτιρίων και υποδομών, αν και η πλειοψηφία τους κατασκευάστηκε τελικά σε διαφορετικές θέσεις από τις αρχικές που προτάθηκαν από το σχέδιο (π.χ., πανεπιστημιούπολη, γήπεδο, μουσεία, θέατρα, ΧΑΝΘ κ.α. ). iii) Η εγκατάσταση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και της Πανεπιστημιούπολης σαν περίκλειστοι χώροι κατά μήκος της πορείας του πράσινου διαδρόμου / λεωφόρου απέκλεισε κάθε δυνατότητα διατήρησης της λειτουργικής συνέχειας του άξονα ( σε επίπεδο τοπίου, κινητικότητας, προσβασιμότητας κλπ). Τα υπολείμματα αυτής της πράσινης περιοχής μπορεί να παρατηρηθούν στην αυλή του πανεπιστημίου και σε άλλες μικρότερες περιοχές πρασίνου που υπάρχουν στο σύγχρονο τοπικό ιστό.
Το αρχικό σχέδιο ουσιαστικά προέβλεπε και προνοούσε για τη δημιουργία ενός νέου αστικού άξονα έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για την εμφάνιση μιας νέας κεντρικότητας έξω από τον παραδοσιακό χώρο της παλιάς πόλης. Παρόλο που το σχέδιο υλοποιήθηκε μόνο εν μέρει, το αρχικό σχέδιο συνέβαλε σημαντικά στην εμφάνιση κύριων κτιρίων και δραστηριοτήτων κατά μήκος της περιοχής του άξονα, διατηρώντας έτσι μια κατάσταση λανθάνουσας / εκκρεμούς κεντρικότητας για την περιοχή. Η μετέπειτα εμφάνιση και συγκέντρωση άλλων σημαντικών κτιρίων και λειτουργιών στην περιοχή (που δεν προβλέπόντουσαν αναγκαστικά στο σχέδιο), επαληθεύει αυτή τη θεωρία και επιβεβαιώνει το λανθάνον και αδρανές δυναμικό της περιοχής. Οι προβληματικές αλλά και ταυτόχρονα υποσχόμενες συνθήκες που επικρατούν σήμερα μπορούν να αντιστραφούν με τον επαναπρογραμματισμό του τοπικού ιστού, χρησιμοποιώντας τον Κεντρικό άξονα ως κύριο χαρακτηριστικό και εργαλείο αυτής της μελλοντικής αστικής μεταλλαγής.
Διά-γνωση / Η κατάσταση σήμερα
Αν και ο άξονας μπορεί να αναγνωσθεί σήμερα σαν ίχνος στον αστικό ιστό, βρίσκεται σε μια κατάσταση α-συνέχειας, κατακερματισμένος και αποκομμένος από τους διάφορους ποικίλους άξονες κυκλοφορίας που τον διασχίζουν. Η έρευνα/ανάλυση προσπάθησε να διερευνήσει τους λόγους και τις συνθήκες που οδήγησαν στην σημερινή μορφολογία της περιοχής και την προκύπτουσα τυπολογική ετερογένεια που συναντάται σήμερα. Σε δεύτερο επίπεδο, διερεύνησε τους πιθανούς τρόπους αναδιάρθρωσης της περιοχής χρησιμοποιώντας τον κεντρικό άξονα ως βασικό στοιχείο αυτής της μεταμόρφωσης, αξιοποιώντας τη δυναμική και την ποικιλομορφία της δραστηριότητας που υπάρχει στην περιοχή. Σε ένα πρώτο επίπεδο η ανάλυση εντόπισε τα ακόλουθες συνθήκες / καταστάσεις:
α) H εμφάνιση μιας ασυντόνιστης και ανερχόμενης κεντρικότητας
Παρούσες χρήσεις στην περιοχή και χωρική θεματοποίηση
Σήμερα στα όρια της περιοχής παρατηρείται μια ιδιάζουσα ποικιλία σε επίπεδο δραστηριότητας και χρήσεων i) εκπαιδευτική/ ακαδημαική (ΑΠΘ, Παν. Μακεδονίας & διάφορα δημοτικά και γυμνάσια σχολεία) ii) Εκθεσιακή (ΔΕΘ, Βελλίδειο) iii) Πολιτιστική (ΚΘΒΕ, Βασιλικό Θέατρο, Θεατρο δάσους & Κήπου, ΧΑΝΘ, Τελλόγλειο Ιδρυμα, Ίδρυμα Μακεδονικών Σπουδών) iv) Μουσειακή (Αρχαιολογικό, Βυζαντινό, Αθλητικό, Πολεμικό Μουσείο, Λευκός Πυργος, Μακεδονικό Μουσείο Συγχρονης Τέχνης κ.α.) v) Αθλητική (Νίκος Γκάλης, Καυταντζόγλιο, Ιβανόφειο, & λοιπά αθλητικά κέντρα) vi) Χώροι αναψυχής (Σέιχ Σου, Παρκο ΧΑΝΘ κα.) vii) Περίθαλψης / Υγείας (ΑΧΕΠΑ, 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, Αγ. Δημήτριος, Γεννηματάς, Κλινική EUROMEDICA κ.α) viii) Στρατιωτικής (Γ’ Σώμα Στρατού) ix) Διοικητική (Δημαρχείο, ΕΟΤ κ.α.) x) Κατοικίες (40 Εκκλησιές, Ευαγγελίστρια, Φοιτητικές εστίες ). Αυτή η ποικιλόμορφη συνύπαρξη έχει αρχίσει με την πάροδο του χρόνου να λαμβάνει χαρακτηριστικά μια ιδιάζουσας κεντρικότητας που βρήκε τον απαραίτητο ζωτικό χώρο έξω από τα ασφυκτικά όρια του Ιστορικού κέντρου. Κατά τον ίδιο τρόπο η έλλειψη συντονισμού πχ. της ανοικοδόμησης έχει δημιουργήσει επιπλέον εντάσεις και προβλήματα σε τοπικό επίπεδο που θα δούμε στη συνέχεια.
β) Μείωση και κατακερματισμός ανοιχτού χώρου (δημόσιος & πράσινος χώρος)
Βλάστηση και πράσινοι χώροι στην περιοχή
Η σημερινή διάταξη των κτιρίων, και η χωροθέτηση χρήσεων κατά το πρότυπο νησίδων, δεν ενθαρρύνει τη διασύνδεση και την ενσωμάτωση των ανοικτών χώρων στο ευρύτερο χωρικό σύνολο. Εν τω μεταξύ, οι φυσικοί φραγμοί (φράκτες, τοίχοι, βλάστηση κλπ.) περιμετρικά από τις διαμορφωμένες τοποθεσίες, (ΔΕΘ, ΑΠΘ, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Αθλητικές Εγκαταστάσεις κλπ.) δεν επιτρέπουν την πρόσβαση στους πεζούς και αποτρέπουν περαιτέρω συνδέσεις με τους υπάρχοντες πράσινους & δημόσιους χώρους υπό τη μορφή δικτύου.
γ) Ροές οχημάτων και πεζών
Ροές κινητικότητας στην περιοχή
Ένα άλλο χαρακτηριστική της περιοχής είναι η τοπική γεωμορφολογία που στο συγκεκριμένο σημείο δημιουργεί ένα χαρακτηριστικό στένεμα ανάμεσα στον ορεινό όγκο και το δάσος του Σέιχ Σου και το παραλιακό μέτωπο. Παρατηρείται συνεπώς μια συγκέντρωση αυξημένων αστικών ροών κατά μήκος μιας σειράς από κύριους δρόμους που διασχίζουν την περιοχή αλλά και συγκοινωνούν / τέμνονται σε πολλά σημεία. Το οδικό δίκτυο της περιοχής επιβαρύνεται περιοδικά ή και σποραδικά από την κυκλοφορία οχημάτων και την εμφάνιση μποτιλιαρισμάτων. Ο ίδιος αυτός αυξημένος αριθμός οχημάτων δημιουργεί επιπλέον σοβαρά προβλήματα όσον αφορά τις ανάγκες στάθμευσης, τον αυξημένο χώρο που καταλαμβάνουν τα αυτοκίνητα σε βάρος του δημοσίου χώρου και του αστικού τοπίου κλπ. Και προφανώς αυτή η αυξημένη παρουσία οδικής υποδομής έχει οδηγήσει στο περαιτέρω κατακερματισμό του τοπικού ιστού.
Αντίστοιχα, οι ροές πεζών, τόσο σε κάθετο όσο και σε οριζόντιο επίπεδο, παρουσιάζονται συχνά με σημαντικά εμπόδια που καθιστούν δύσκολη την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές ή μια ανεμπόδιστη συνεχή ροή. Οι λωρίδες ποδηλάτων επίσης είναι ελάχιστες και πλέον σε χείριστη κατάσταση. Οι δημόσιες συγκοινωνίες περιορίζονται αποκλειστικά στην κυκλοφορία λεωφορείων αλλά η μελλοντική προσθήκη της γραμμής του Μετρό αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά την δραστηριότητα και τη δυναμική της περιοχής.
δ) Τυπολογική ποικιλομορφία και έλλειψη αρχιτεκτονικής συνοχής
Αρχιτεκτονική τυπολογική ποικιλομορφία παρούσα στη περιοχή
Η μακρά ιστορική δραστηριότητα στην περιοχή έχει παραγάγει αντίστοιχα ένα ευρύ φάσμα οικοδομικών / αρχιτεκτονικών τυπολογιών που είναι συχνά εγγενείς στο χώρο, δημιουργώντας ξεχωριστές τυπολογικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον παρακείμενο αστικό ιστό. Διαφοροποιήσεις που είναι συσχετισμένες με χρονικές περιόδους ή /και λειτουργικές απαιτήσεις. Παρόλο που παρελθούσες προσπάθειες αρχιτεκτονικών “πρότζεκτ” όπως ο Ανατολικός Πολιτιστικός Άξονας είχαν σκοπό να εφαρμόσουν ένα κοινό αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο για να δημιουργήσουν την εντύπωση της χωρικής ενότητας, αυτό επιτεύχθηκε σε ορισμένους τομείς και μέσα σε ένα περιορισμένο πεδίο. Ο συνολικός κατακερματισμός της περιοχής εμποδίζει την επίτευξη μιας τέτοιας εννοιολογικής ενότητας τόσο σε τοπιακό όσο και σε νοητό επίπεδο.
ζ) Μια επαρκής και υπεύθυνη τοπική υδρολογική διαχείριση
Διάφορα σχέδια διευθέτησης των ρεμάτων και υδρολογικής διαχείρισης της περιοχής.
Η χαρακτηριστική γεωμορφολογία του σημείου που αναφερθήκαμε και νωρίτερα έχει ως αποτέλεσμα στο στένεμα αυτό μεταξύ του ορεινού όγκο και της θαλάσσης να ελαττώνεται στο ελάχιστο η επιφάνεια απορροής των επιφανειακών υδάτων, και τη δημιουργία ορμητικών χειμάρρων που καθόρισαν το ανατολικό όριο της ιστορικής πόλης και τη δραστηριότητα στην περιοχή για πολλά χρόνια. Ιστορικά στην περιοχή υπήρχαν τρεις χείμαρροι, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό ορίζουν τα ανατολικά και δυτικά όρια της περιοχής υπό μελέτη. Ακόμα και σήμερα σε έκτακτα καιρικά περιστατικά, παρόλα τα μέτρα διευθέτησης, η περιοχή υποφέρει συστηματικά από πλημμύρες και ζημιές; προβλήματα υπό αναμονή που επιζητούν μια πιο ολοκληρωμένη λύση.
η) Μια πλούσια ιστορική συνύπαρξη πολιτιστικών τοπίων.
“Πολιτιστικά τοπία” της περιοχής
Η περιοχή υπό μελέτη αποτέλεσε για μια μεγάλη χρονική περίοδο την ανατολική «εκτός τειχών» περιοχή, στην οποία πέρα από ιστορικά εμπορικά μονοπάτια αποτέλεσε πεδίο δράσης και ανάπτυξης πληθώρας δραστηριοτήτων που δεν είχαν θέση στην «εντός των τειχών» πόλη (καλλιέργιες, βοσκοτόπια, νεκροταφεία, στρατώνες κλπ.)
ε) Η ανάγκη για μια κατάλληλη τοπική και υπερτοπική αστική δομή
Η αναβίωση της ιδέας της ανάδειξης του κεντρικού άξονα σε πρωταγωνιστικό δομικό στοιχείο, όπως προβλεπόταν αρχικά από το σχέδιο Hebrard, μπορεί να αποδειχθεί σε ένα εύχρηστο εργαλείο για την διάρθρωση μια νέας και αποτελεσματικής αστικής δομής. Με Βασικό και άμεσο στόχο την σύνδεση του δάσους με το θαλάσσιο μέτωπο μπορεί παράλληλα να επιφέρει μια σειρά από παράπλευρα οφέλη: i) αύξηση της προσβασιμότητας του κοινού σε δημόσιους χώρους και χώρους αναψυχής ii) Αναδιάρθρωση και βελτίωση της κινητικότητας (οχήματα, πεζοί, ποδήλατα κτλ.) σε ένα τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο, συμβάλλοντας παράλληλα στην iii) αποκατάσταση και αναδιάρθρωση του οικολογικού στοιχείου (συνδεσιμότητα και οικοσυστημικές υπηρεσίες) στο σύνολό του (βλάστηση & υδρολογία). iv) αναδιοργάνωση / αναδιάρθρωση και επιδιόρθωση του κατακερματισμένου και επί του παρόντος δυσλειτουργικού ιστού και αξιοποίηση της ποικιλόμορφης και πλούσιας δραστηριότητας (οικιστική, ψυχαγωγική, πολιτιστική, υγεία, ακαδημαϊκή, αθλητική κλπ.) παρούσας στην περιοχή.
Η λεπτομερής ανάγνωση του σύνθετου μωσαϊκού της περιοχής βοήθησε στην κατανόηση του, αρχίζοντας με την αποσύνθεση αυτού του σύνθετου μικρο-μωσαϊκού στα επιμέρους τμήματα του και την επανεξέταση της συνολικής λειτουργίας και ρόλου του έχοντας υπόψιν την κρίσιμη τοποθεσία αλλά και χρονική συγκυρία για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ένα άλλο σημείο που επισημάνθηκε μέσω της ανάλυσης είναι η δυνατότητα της ιδέας της αναβίωσης του άξονα του σχεδίου Hebrard σαν ένας μοχλός ώθησης για την αποκατάσταση και επανασύνδεση του κατακερματισμένου τοπικού ιστού καθώς τον ευρύτερο μελλοντικό επαναπρογραμματισμό της αστικής δομής σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο.
Ένα Στρατηγικό Χωρικό Σχέδιο
Ένας πιθανός μετασχηματισμός της υπό μελέτης περιοχή πρέπει να έχει υπόψιν του τα προαναφερθέντα σημεία και οποιοσδήποτε μελλοντικός χωρικός σχεδιασμός η στρατηγική πρέπει να έχει σαν πρωταρχικό σκοπό να επιλύσει τα ιδιάζοντα προβλήματα της περιοχής, αποκαθιστώντας λειτουργικά και επιδιορθώνοντας τον κατακερματισμένο αστικό ιστό.
Ο κεντρικός άξονας αναδύεται μέσα από την ανάλυση ως ένα βασικό στοιχείο και ένα σημαντικό πολεοδομικό εργαλείο ταυτοχρόνως, και θεωρεί οτι πρέπει να του επιδοθεί ο πρωταγωνισμός που του αρμόζει σε οποιαδήποτε χςρικά σχέδια και στρατηγικές. Το ζήτημα της συνέχειας, των δημοσίων χωρων, της προσβασιμότητας και κατά συνέπεια, της γενικότερης κινητικότητας είναι ζητήματα που εύκολα μπορούν να αναδιαρθρωθούν έχοντας τον Κεντρικό Άξονα ως βάση και κέντρο αναφοράς.
Ο άξονας σαν αστικό στοιχείο στο σύνολό του μπορεί να θεωρηθεί οτι ξεκινάει από τη θάλασσα, και καταλήγει στο Τελλόγλειο Ινστιτούτο Τέχνης. Αν και από εννοιολογική άποψη η ανάλυση επίσης αναγνωρίζει μια νοητή επέκταση του άξονα που φτάνει μέχρι τον ύψος του περιφερειακού δρόμου, ενσωματώνοντας στο σχεδιασμό σαν παράγοντα την ένταξη και σύνδεση του πάρκου του Σέιχ Σου με τον υπόλοιπο αστικό ιστό.. Έτσι στην πραγματικότητα μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαφορετικά επιμέρους τμήματα του άξονα: i) Ο κάτω άξονας, από τη θάλασσα μέχρι το Τελλόγλειο, με αστικό χαρακτήρα, όπου ο κύριος στόχος είναι η καθιέρωση της επιθυμητής συνέχειας κατά μήκος του άξονα και την διασύνδεση δημοσίων και πράσινων χώρων. ii) ο άνω άξονας , το τμήμα από το Ινστιτούτο Teloglion και μέχρι τον περιφερειακό δρόμο που έχει ξεχωριστό χαρακτήρα, διασχίζοντας έναν εντελώς διαφορετικό τύπο υφάσματος. Η σχετική λογική είναι η αλληλεπίδραση και η συνδεσιμότητα του αστικού ιστού με το παρακείμενο φυσικό περιβάλλον. Άλλα βασικά στοιχεία που πρέπει να διερευνηθούν είναι τα εξής:
• Δημιουργία αξόνων / διαδρομών πεζών κατά μήκος των υπαρχόντων και αναδυόμενων ροών, τόσο μεταξύ του ιστορικού κέντρου με την ανατολική Θεσσαλονίκη (σε σύνδεση με τον Κεντρικό άξονα) όσο και των καθέτων αξόνων παράλληλων στον Κεντρικό Άξονα. Αυτοί οι άξονες θα μπορούν να λαμβάνουν μεγάλο μέρος της μαλακιάς κινητικότητας (πεζοί, ποδήλατα, πατίνια κλπ.) και να λειτουργούν σαν γραμμικοί δημόσιοι χώροι.
• Διευθέτηση των κυκλοφοριακών αστικών αρτηριών που διασχίζουν την περιοχή και παραδοσιακά, εξυπηρετούν μια σημαντική λειτουργία ως διαδρόμοι κινητικότητας; τώρα θα πρέπει να αναθεωρηθούν και να ενσωματώσουν πιο αποτελεσματικά ένα μεγαλύτερο εύρος και ποσότητα ροών αλλά και να συνδέσουν καίρια σημεία του αστικού ιστού.
Βασικές αρχές / Πρότασεις για την συνολική αναδιάρθρωση του χώρου. (Οικολογικό υπόβαθρο + πράσινοι και δημόσιοι χώροι + δραστηριότητα + ροές)
• Σύνδεση και δικτύωση δημόσιων και πράσινων χώρων με συγκεκριμένες παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της σύνδεσης μεταξύ των υπαρχόντων και μελλοντικών χώρων. Έρχονται να δώσουν προτεραιότητα στις ροές των πεζών πάνω από τις ροές των οχημάτων ή να επιλύσει τα σημεία έντασης μεταξύ των δύο. Αυτά θα μπορούσαν να έχουν τη μορφή, για παράδειγμα, είτε γεφυρών πεζών / ποδηλάτων, διαβάσεις με προτεραιότητα ή υπόγεια περάσματα. Η διαχείριση των διαφόρων ροών και η αναβάθμιση και προβολή του δημόσιου χώρου είναι τα δύο βασικά ζητήματα σε αυτό το σημείο.
• Επιλεκτικές παρεμβάσεις σε υπάρχοντα αστικά κενά και μεταβατικούς χώρους, παρόντες στην περιοχή. Δεδομένης της χωρικής σημασίας αυτών των παρεμβάσεων, οι περιοχές αυτές, μεγάλου ή μικρού μεγέθους, θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή και τη δυναμική ανάπτυξη του υφιστάμενου ιστού με την εισαγωγή νέων χρήσεων, ποιοτικής δημόσιας και ιδιωτικής αρχιτεκτονικής, δημόσιας τέχνης και χώρων αναψυχής και ανάπαυσης; στοιχεία που μπορούν να λειτουργήσουν σαν καταλύτες για την περαιτέρω αστική αναβάθμιση. Η περίπτωση του χώρου της ΔΕΘ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, τόσο λόγω της εκτενής έκτασης του όσο και της χρονικής συγκυρίας της αναθεώρησης των χρήσεων.
• Υδρολογική διευθέτηση και οικολογική αναβάθμιση σε όλο το εύρος της περιοχής με σκοπό i) να επιλυθούν τα προβλήματα των πλημμυρών άλλα και της οικολογικής διαχείρισης των υδάτινων πόρων με βάση μια ολιστική προσέγγιση, καθώς και ii) να εμπλουτιστούν οι πράσινοι χώροι με πρόσθετη κατάλληλη φύτευση αλλά και να δημιουργηθούν το μέγιστο δυνατόν νέοι πράσινοι χώροι. Κατά αυτόν το τρόπο μπορούν με μεγιστοποιηθούν τα ωφέλη των οικοσυστημικών υπηρεσιών (ecosystemic services) μέσα στο ίδιο κέντρο της πόλης και να αντιστραφεί μια πολύ αρνητική και χρόνια κατάσταση στην πόλη. Επίσης, η ενσωμάτωση του Σέιχ Σου σαν έναν σύγχρονο μητροπολιτικό πάρκο με επαρκής σύνδεση με τον αστικό ιστό μπορεί να επιφέρει ακόμα μεγαλύτερα οφέλη σε αυτόν τον τομέα.
• Διαχείριση της ανερχόμενης κεντρικότητας δημιουργώντας παράλληλα κατάλληλες φυσικές υποδομές. Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα η ποικιλία στις δραστηριότητες που παρατηρούνται στην περιοχή αλλά και η ποιότητα των ιδίων αποτελούν ένα από τα μεγάλα της πλεονεκτήματα και θέτουν ιδιαίτερα θετικές προοπτικές για τη δημιουργία ενός νέου δυναμικού και ζωντανού άξονα έξω από το ιστορικό κέντρο αλλά και με νέα στοιχεία κεντρικότητας. Το ίδιο αυτό πλούσιο αυτό δημιουργικό οικοσύστημα μπορεί να θέσει και την βάση για την γέννηση μιας νέας ζώνης καινοτομίας κάνοντας χρήση νέων μοντέλων ανοιχτών κοινοπραξιών (πανεπιστήμιο/ δημ. Διοίκηση και αντίστοιχες υπηρεσίες / ιδιωτικός τομέας / πολίτες ). Το καλύτερο δείγμα θα είναι η καινοτομία να εφαρμοστεί από την πρώτη στιγμή κιόλας, με τη ενεργή συμμετοχή των πολιτών και φορέων μέσω συμμετοχικών σχεδιαστικών διαδικασιών (μεθοδολογίες living labs & co-creation, design thinking κλπ) και όχι να αρκεστούμε σε παραδοσιακές και συμβολικές διαδικασίες μιας απλής πιθανής δημόσιας διαβούλευσης.
Διάγραμμα-σύνθεση των προτάσεων και στρατηγικών για την περιοχή του Κεντρικού Άξονα
Έχοντας λοιπόν όλα αυτά τα σημεία υπόψιν δύο είναι τα καίρια ερωτήματα που χρειάζονται διερεύνησης: i) Εν αναμονή του ειδικού χωρικού σχεδίου για τη ΔΕΘ, τίθεται το ερώτημα ποια θα έπρεπε να είναι η πραγματική σκάλα/κλίμακα εφαρμογής του σχεδίου. Διότι όσο κρίσιμο και εάν είναι το θέμα της διευθέτησης του χώρου της ΔΕΘ, η αντιμετώπιση του σαν ένα “κλειστό” θέμα, αγνοώντας τα προβλήματα και συνθήκες που προαναφέρθηκαν, θα αποτελέσει μια χαμένη ευκαιρία για την πόλη να επιλύσει ολιστικά τα προβλήματα σε μία από τις πιο κεντρικές περιοχές της, που παράλληλα παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο και ανερχόμενο δυναμικό ανάπτυξης κεντρικότητας σε μητροπολιτικό επίπεδο, δεδομένου τη συγκέντρωση και ποιότητα χρήσεων και ροών που διαχειρίζεται. ii) θα μπορέσει η πόλη της Θεσσαλονίκης 100 χρόνια μετά το σχέδιο Εμπραρ, να ολοκληρώσει έστω και αναθεωρημένο το αρχικό σχέδιο και να αποθέσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον αρχιτέκτονα και την ομάδα που το συνέθεσε πριν από έναν αιώνα.
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται μπροστά στη χωρική αλλά και χρονική συγκυρία να επεκτείνει το κέντρο της εκτός των τειχών σε μία ανακαινισμένη περιοχή που θα περιλαμβάνει ποιοτικούς δημόσιους και πράσινους χώρους, δημόσιες και ιδιωτικές καινοτόμες υπηρεσίες, με εύκολη πρόσβαση και σεβασμό στο περιβάλλον και τους κατοίκους της πόλης. Η Θεσσαλονίκη μπορεί να αποκτήσει στην μορφή του Κεντρικού Άξονα μια Rambla στο κέντρο του πολεοδομικού της συγκροτήματος: μια Rambla της Καινοτομίας, των Μουσείων, του Πανεπιστημίου που θα συνδέει άλλες διαμορφωμένες διαδρομές στην περιοχή (πολιτιστικές, περιπάτου ή αθλητισμού) και θα διαρθρώσει συντονισμένα την συνολική δραστηριότητα στην περιοχή και θα την αναδείξει εώς μια νέα κεντρικότητα με πρωταγωνιστικό ρόλο σε μητροπολιτικό επίπεδο. Το Ειδικό Χωρικό Σχέδιο δε θα πρέπει να αποτελέσει τον προορισμό αλλά την έναρξη του διαλόγου και διεργασιών για τη διαμόρφωση του μέλλον της πόλης μας.
Σύντομη βιογραφία και στοιχεία της εργασίας:
* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Κουρκούτας εργάζεται στην μονάδα του Στρατηγικού Σχεδιασμού της Έρευνας στο Universitat Autonoma de Barcelona (UAB) στην Ισπανια σαν συντονιστής (coordinator) και Ιnnovation manager ενός ερευνητικού πολυεπιστημονικού clúster γύρω απο τις βιώσιμες και έξυπνες πόλεις που περιλαμβάνει πάνω απο 30 ερευνητικά γκρουπ και κέντρα. Διετέλεσε το διαδακτορικό του στο τμήμα πολεοδομίας στο Πολυτεχνείο της Καταλωνίας (UPC) απο το οποίο νωρίτερα έλαβε και ένα Master στην Αρχιτεκτονική. Πήρε το πτυχίο του Πολιτικού Μηχανικού απο το Washington University in St.Louis. Έχει εργαστεί σε διάφορα αρχιτεκτονικά γραφεία και κατασκευαστικές εταιρίες καθώς και σε πληθώρα ερευνητικών προγραμμάτων.
Μελέτησε την περιοχή του Κεντρικού Άξονα της Θεσσαλοίκης μέσω της διδακτορικής διατριβής που παρέδωσε το 2015 με τιτλο “On the question of límits: The role of ecotones in the management and reintegration of transforming urban environments. Urban ecotones as territorial indicators and interfaces of urban reconfiguration. An applied study of the urban regional mosaic of the city of Thessaloniki, Greece” που έγινε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος “Cities, metropolitan territories and efficient urban regions: project strategies and proposals for the regeneration of the territorial mosaic city”στο Πολυτεχνείο της Καταλωνίας με βασικό ερευνητή τον Δρ. Carles Llop Torne.