Το ότι ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αυτή την περίοδο, όταν δεν ασχολείται με τις αγροτικές κινητοποιήσεις, τα υπό δημιουργία ή κατά φαντασία νέα κόμματα, τα προσωπικά των επωνύμων της show biz και τα αθλητικά νέα, συζητά για τον Ιωάννη Καποδίστρια, είναι σχετικά παράδοξο. Όπως παράδοξο υπήρξε πριν από ένα χρόνο το όψιμο ενδιαφέρον των Ελλήνων για τη ζωή και τον χαρακτήρα του Στέλιου Καζαντζίδη. Και στις δύο περιπτώσεις η αφορμή ήταν μια κινηματογραφική ταινία, όπως συμβαίνει αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια και για τη Μαρία Κάλλας, την Ελληνίδα ντίβα της όπερας, που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάσταση του συγκεκριμένου μουσικού είδους κατά τον 20ο αιώνα.
Προφανώς -προφανέστατα- το ενδιαφέρον σε πρώτη φάση έχει κάτι το… κουτσομπολίστικο, αφού στη διάρκεια μιας κινηματογραφικής ταινίας μόνο ακροθιγώς μπορεί να καταγραφεί η προσφορά και η προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για σηματωρούς της ιστορίας και της τέχνης. Δηλαδή για ανθρώπους οι οποίοι εκ των πραγμάτων έχουν ζήσει τυπικά μία ζωή και κατ’ ουσίαν περισσότερες. Ανθρώπους με μεγάλη επίδραση και επιρροή τόσο εντός, όσο και εκτός της Ελλάδας των 10 εκατομμυρίων, που γίνονται 20 και κάτι με την ομογένεια. Διότι μέσα από το σινεμά ούτε την ιστορία μπορεί να μελετήσει κανείς, ούτε τη μαγεία της τέχνης -ειδικά της μουσικής- μπορεί να βιώσει. Κάτι ο περιορισμένος χρόνος της ταινίας, κάτι η ματιά του σκηνοθέτη που επιλέγει να εστιάσει σε συγκεκριμένες πτυχές της κάθε υπόθεσης και της κάθε ζωής, αυτό που σίγουρα μένει είναι το ερέθισμα.
Με απλά λόγια: όποιος πιστεύει ότι βλέποντας τον «Καποδίστρια» του Σμαραγδή γνωρίζει το έργο και την προσφορά του πρώτου Κυβερνήτη της χώρας ή όποιος έχοντας παρακολουθήσει τον Χρήστο Μάστορα ως Στέλιο Καζαντζίδη θεωρεί ότι αντιλαμβάνεται το καλλιτεχνικό μεγαλείο του κορυφαίου λαϊκού ερμηνευτή, πλανάται πλάνην οικτρά. Ακόμη και στην πιο πρόσφατη κινηματογραφική Κάλλας που απέδωσε στην οθόνη η Αντζελίνα Τζολί, στην οποία ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της μεγάλης ντίβας, αλλά και στην περσινή τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ για τα πρώτα χρόνια της Κάλλας στο κλασικό τραγούδι, στην Αθήνα της Κατοχής, όταν ακόμη την έλεγαν Μαρία Καλογεροπούλου, ο θεατής μπορεί να πληροφορηθεί κάποια περιστατικά με λιγότερη ή περισσότερη αξιοπιστία, αλλά δεν μπορεί να διεισδύσει -αν και εφόσον τον ενδιαφέρει- βαθύτερα στη ζωή και την τέχνη της Κάλλας, που στους μεγάλους καλλιτέχνες ταυτίζονται. Κι αυτό ανεξαρτήτως της καλλιτεχνικής αξίας κάθε ταινίας ή κάθε σειράς, που μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο προσεγμένη και πειστική, θέματα για τα οποία αποφαίνονται κριτικοί και κοινό. Με αυτή την έννοια η απευθείας αναφορά ταινιών σε μεγάλες προσωπικότητες γίνεται για λόγους εμπορικής αξιοποίησης του ιστορικού ή καλλιτεχνικού ονόματος ή και σκηνοθετικής φιλοδοξίας να γυριστεί κάποια βιογραφική ταινία. Ενδεχομένως, λοιπόν, οι παραγωγοί της ταινίας «The rose», που γυρίστηκε το 1979 με σκηνοθέτη τον Μάικ Ράιντελ και πρωταγωνιστές τη Μπέτι Μίντλερ και τον Άλαν Μπέιτς να υπήρξαν τυχεροί, αφού οι κληρονόμοι της Τζάνις Τζόπλιν δεν συμφώνησαν με την παραγωγή της ταινίας και δεν έδωσαν την απαιτούμενη άδεια, με αποτέλεσμα το φιλμ γυριστεί ως μυθοπλασία, με στοιχεία από τη ζωή της Τζόπλιν. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το κλασικό στα καθ’ υμάς «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, που περιέχει στοιχεία από τη ζωή της Μαρίκας Νίνου.
Εκείνο που έχει ενδιαφέρον στην περίπτωση της ανάδυσης στην επικαιρότητα προσωπικοτήτων του παρελθόντος, για τις οποίες ξαφνικά συζητούν οι πάντες λόγω μιας κινηματογραφικής ταινίας, ενός σήριαλ ή μιας επετείου, είναι εάν υπάρχει συνέχεια για όσους λαμβάνουν τα σχετικά ερεθίσματα. Προφανώς οι περισσότεροι θεατές θα… ξεχάσουν το θέμα σε σύντομο χρονικό διάστημα, όταν δουν μια άλλη ταινία ή μόλις η επικαιρότητα επιβάλλει βίαια τους νόμους της. Ασφαλώς οι ίδιοι θα νομίζουν ότι κατέχουν το θέμα, αλλά η ημιμάθεια ακόμη κι αν σε πολλές περιπτώσεις δεν έβλαψε τον ημιμαθή, σίγουρα δεν του προσέφερε πολλά.
Για κάποιους λιγότερους, όμως, το ερέθισμα θα οδηγήσει σε πρόσθετη αναζήτηση. Κάποια βιβλία για τον Καποδίστρια και όσα συνέβησαν στα πρώτα βήματα του νέου ελληνικού κράτους. Κάποια τραγούδια του Καζαντζίδη και μια πληρέστερη ενημέρωση για την εποχή και τα κοινωνικά δεδομένα της περιόδου που εκείνος μεγαλούργησε. Κάποιες ηχογραφήσεις και βιβλία για την Κάλλας και τις συνθήκες που εμφανίστηκε και επιβλήθηκε στον πολύπλοκο κόσμο της όπερας. Πρόκειται προφανώς για τους μεγάλους κερδισμένους, αφού μέσω βαθύτερης μελέτης θα αποκρυσταλλώσουν άποψη για την ιστορία -πιθανόν η μοίρα της Ελλάδας να ήταν διαφορετική εάν ο πρώτος Κυβερνήτης δεν δολοφονούνταν και συνέχιζε το έργο του-, και θα καταλάβουν την ουσιαστική αξία μεγάλων καλλιτεχνών όπως ο Καζαντζίδης και η Κάλλας, που επεκτείνεται πέρα από τα φωνητικά τους προσόντα και φτάνει μέχρι τη διαμόρφωση χαρακτήρων. Θα πλουτίσουν επί της ουσίας τις γνώσεις τους και -κυρίως- θα κάνουν ένα βηματάκι αυτογνωσίας εντός τους. Διότι οι άνθρωποι που η ζωή έταξε να επιδράσουν καθοριστικά στην ιστορία, την αισθητική και την καθημερινότητα των συνανθρώπων τους σπανίως είναι τυχαίοι. Αντίθετα έχουν αξία που μπορεί να βοηθήσει να προχωρήσουν πράγματα και καταστάσεις παρακάτω, με ξενιστές προόδου όσους πιστούς… προσέρχονται.