Skip to main content

Ένα νέο υπουργείο, δύο προβλήματα και η… σοσιαλιστική νοοτροπία της μεταπολίτευσης

Εάν η ίδρυση ενός νέου υπουργείου και οι επιπτώσεις της θα οδηγήσουν σε βελτίωση της εικόνας στα σχολεία, αλλά και την έρευνα και παραγωγή, είναι ζητούμενο. Ένα στοίχημα με αβέβαιο αποτέλεσμα

Η συζήτηση για την οργανική -και ως εκ τούτου ουσιαστική- διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγή στην Ελλάδα κρατάει πάνω από 30 χρόνια. Τα αποτελέσματα που καταγράφονται είναι μεμονωμένα, καθώς η προώθηση του θέματος σκοντάφτει σε διάφορα επίπεδα. Κατ’ αρχάς υπάρχει η δήθεν προοδευτική και αριστεράς αποκλίσεως άποψη ότι η επαφή των δημοσίων πανεπιστημίων με επιχειρήσεις (πρέπει να) είναι… ποινικοποιημένη. Δευτερευόντως έχουμε τη νοοτροπία πολλών ακαδημαϊκών και ερευνητών, που διαθέτουν ο καθένας το δικό του όραμα, το οποίο ενδεχομένως δεν συμπίπτει με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και αρνούνται να συντονιστούν. Επίσης, πολλές επιχειρήσεις παραμένουν επιφυλακτικές, λιγότερο λόγω των δικών τους εμπειριών και περισσότερο εξαιτίας της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Από αυτόν τον φαύλο κύκλο το αποτέλεσμα έχει αρνητικό πρόσημο, παρά τις εξαιρέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το ΕΚΕΤΑ, ένα από τα σημαντικότερα δημόσια ερευνητικά κέντρα της χώρας με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ξεχωρίζει κυρίως τις συνεργασίες του με πολυεθνικούς ομίλους, οι οποίοι είναι προσανατολισμένοι στην καινοτομία και την αναζητούν σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου μπορούν να τη βρουν.  

Το βράδυ της περασμένης Παρασκευής ο υφυπουργός Ανάπτυξης, κυβερνητικός αρμόδιος για ζητήματα καινοτομίας, Σταύρος Καλαφάτης, μιλώντας στην εκδήλωση του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου για την έλευση του νέου έτους, θύμισε την εξαγγελία Μητσοτάκη για την ίδρυση το επόμενο διάστημα -πιθανόν μετά τις επόμενες εκλογές- υπουργείου «Καινοτομίας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης», ώστε το κρίσιμο για την οικονομία και την επιστήμη θέμα της διασύνδεσης έρευνας και παραγωγής, να αντιμετωπιστεί θεσμικά και να ξεπεραστούν τα όποια -πραγματικά ή προσχηματικά- εμπόδια υπάρχουν. Διότι με δεδομένο ότι στην Ελλάδα έχουμε και «καλά μυαλά» και δημιουργικές επιχειρήσεις η θαμπή εικόνα που υπάρχει είναι αδικαιολόγητη.

Τι θα γίνει με τα σχολεία 

Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της συγκεκριμένης θεσμικής παρέμβασης -εάν υποτεθεί ότι θα ισχύσει το σενάριο του σημερινού πρωθυπουργού- η ίδρυση ενός νέου υπουργείου «Καινοτομίας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης» αναμένεται να έχει και μία δευτερεύουσα -κατά κάποιον τρόπο κρυφή- θετική επίδραση στο πεδίο της εκπαίδευσης. Διότι η αφαίρεση αρμοδιοτήτων για τα πανεπιστήμια θα στρέψει εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον και την ενεργητικότητα του υπουργείου Παιδείας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εκεί που βρίσκεται ένα πραγματικά μεγάλο πρόβλημα, το οποίο ανάγεται στη σφαίρα της νοοτροπίας. Διότι από τα δημοτικά σχολεία, τα γυμνάσια και τα λύκεια δεν βγαίνουν, πλέον, στοιχειωδώς μορφωμένα και καλλιεργημένα παιδιά. Κάτι που αποδεικνύεται αφενός από τους διεθνείς δείκτες -κυρίως τα αποτελέσματα των εξετάσεων PISA του ΟΟΣΑ για την κατανόηση κειμένου και τις γνώσεις μαθηματικών σε εφήβους μαθητές 15 ετών, με βάση τα οποία η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις- και αφετέρου από τις εγχώριες εμπειρίες. Τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων και -κυρίως- όσα βλέπουν και αντιλαμβάνονται δάσκαλοι, καθηγητές και γονείς, που έρχονται καθημερινά σε επαφή με τους μικρούς και τους έφηβους μαθητές, αλλά και από την ειδησιογραφία που καταγράφει τη βία μεταξύ των εφήβων. Πρόκειται ασφαλώς για παταγώδη αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος με μακροχρόνιες συνέπειες, η αναστροφή των οποίων απαιτεί αρχικά κοινωνική και πολιτική βούληση και στη συνέχεια συστηματική δουλειά και υπομονή, διότι χρειάζονται χρόνια. Τα δημοτικά σχολεία «πάρκινγκ παιδιών» και τα γυμνάσια και λύκεια «προθάλαμος πανεπιστημίων», εκτός του ότι δεν τιμούν κανέναν, δεν εξυπηρετούν τους στόχους του σχολείου, εάν υποθέσουμε ότι τα ζητούμενα είναι αφενός η διαμόρφωση προσωπικοτήτων και χαρακτήρων και αφετέρου η απόκτηση βασικών γνώσεων και δυνατοτήτων επικοινωνίας.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα που σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης κινείται σταθερά σε… σοσιαλιστική τροχιά αγνοεί προκλητικά την ανάγκη για επαρκές εκπαιδευτικό σύστημα και καλά σχολεία. Διότι -ιδιαίτερα από το 1981 και την έλευση του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία- η ελληνική κοινωνία συζητά διαρκώς για το Εθνικό Σύστημα Υγείας, το κοινωνικό κράτος, τις συντάξεις, την αύξηση των εισοδημάτων, αλλά αποφεύγει τη συζήτηση για τα σχολεία.

Και πράγματι η χώρα έχει επιτύχει πολλά, με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου να αποδεικνύει την κεφαλαιοποίηση των κερδών. Το μόνο που «ξέχασαν» οι κυβερνώντες είναι ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, πρακτικά η διαμόρφωση μιας πλουσιότερης κοινωνίας, όταν δεν συνοδεύεται από παιδαγωγική και εκπαιδευτική αναβάθμιση καταλήγει στην παραγωγή «πολιτών» που κινούνται χωρίς όρια και με τις καθημερινές επιλογές τους εκπίπτουν στην αντικοινωνικότητα, συχνά με τον μανδύα του δικαιωματισμού. Με αποτέλεσμα την πλήρη ασυνεννοησία και την απώλεια κάθε μορφής εμπιστοσύνης, στοιχείο απολύτως απαραίτητο για την πρόοδο μιας κοινωνίας. Είναι σαφές, λοιπόν, ότι οι παρεμβάσεις που απαιτούνται στα σχολεία είναι πολλές και επείγουσες με στόχο το «μάθε παιδί μου γράμματα» και «γίνε καλό παιδί». Αυτονόητα κοινωνικά αιτήματα που το ελληνικό πολιτικό σύστημα κατάφερε -διότι περί κατορθώματος πρόκειται- να τα αναγάγει σε πολύπλοκα. 

Εάν η ίδρυση ενός νέου υπουργείου και οι επιπτώσεις της θα οδηγήσουν σε βελτίωση της εικόνας στα σχολεία, αλλά και την έρευνα και παραγωγή, είναι ζητούμενο. Ένα στοίχημα με αβέβαιο αποτέλεσμα. Αλλά ότι κάτι πρέπει να γίνει και στα δύο αυτά πεδία είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο.