Skip to main content

50 Χρόνια ΠΑΣΟΚ – Πράσινοι Ήλιοι και Πράσινα Άλογα

Το ΠΑΣΟΚ μέσα από την άσκηση της εξουσίας ωρίμασε και μεταλλάχθηκε σε ένα πλήρως συστημικό κόμμα χωρίς τις ακρότητες της πρώτης περιόδου του - Άρθρο του Χρήστου Γιαννακούλα

Το βράδυ των εκλογών της 20ης Οκτωβρίου 1981 βρισκόμουν στο Λονδίνο. Δεδομένου ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η σημερινή ταχύτητα στη μετάδοση της πληροφορίας τηλεφώνησα στο σπίτι μου στην Ελλάδα για να εισπράξω κλίμα.

Ακόμα θυμάμαι τη βουρκωμένη φωνή της μητέρας μου να μου αναγγέλλει τη θριαμβευτική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ με την φράση: «παιδί μου έρχονται οι κομμουνιστές». Μεγαλωμένος στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης όπου τα τραύματα του εμφυλίου για τους τότε μεσήλικες δεν είχαν ακόμα επουλωθεί πλήρως αλλά για εμάς τους νεότερους ήταν απλώς ιστορία άρχισα να γελάω. Το περιστατικό είναι βεβαίως αστείο αλλά ενδεικτικό της νοοτροπίας που επικρατούσε τότε σε μία μεγάλη μερίδα του κόσμου αναφορικά με ένα κόμμα που έμελλε να σημαδέψει τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.

Για μένα όμως έναν νεαρό 18χρονο τότε, το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία εξωτική ομάδα μουσάτων με επικεφαλής ένα τύπο με βαθιά μεθυστική φωνή και επικοινωνιακό χάρισμα, ο οποίος θα έμεινε στην ιστορία ως «Ο Ανδρέας», που υποσχόταν «Αλλαγή» και ο οποίος ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την δωρική αυστηρότητα του μόνου πρωθυπουργού που είχα γνωρίσει μέχρι τότε του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Τα χρόνια που ακολούθησαν απέδειξαν πόσο λάθος είχαν εκτιμήσει φίλοι και αντίπαλοι τον Ανδρέα και το ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρέας δεν ήταν ούτε κομμουνιστής ούτε αριστερός. Ήταν απλώς ένας εξαιρετικά επιτήδειος λαϊκιστής, με γνώση όμως τόσο του γεωπολιτικού περιβάλλοντος όσο και της διεθνούς θέσης της χώρας.

Τα συνθήματα «'Εξω οι (αμερικάνικες) βάσεις του θανάτου» και «ΕΟΚ & ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» γρήγορα ξεχάστηκαν, αλλά εκ παραλλήλου στην ζωή μας μπήκαν κάτι άγριοι τύποι με μούσια οι οποίοι θα γινόταν γνωστοί ως οι Πρασινοφρουροί, στην πραγματικότητα συνδικαλιστές, οι οποίοι ειδικά τα πρώτα χρόνια της πασοκικής διακυβέρνησης είχαν παρεισφρήσει παντού στον Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, προβάλλοντας διάφορα παράλογα ως επί το πλείστον αιτήματα, τα οποία όμως στο όνομα ενός ιδιότυπου ελληνικού σοσιαλιστικού μοντέλου γινόταν συνήθως δεκτά.

Η Ελλάδα γνώρισε μία – επίπλαστη - ευημερία, όχι με χρήματα που παρήγαγε η ίδια, αλλά με τα ευρωπαϊκά κονδύλια τα οποία την δεκαετία του 1981-90 εισέρρεαν άφθονα, για τη δημιουργία υποδομών προκειμένου η χώρα να πλησιάσει το επίπεδο των υπολοίπων  χωρών της τότε Ε.Ο.Κ. στην οποία είχε ενταχθεί ως πλήρες μέλος το 1981, και τα οποία σπαταλήθηκαν σε παροχές, κυρίως επιδοτήσεις σε κάθε λογής επιτηδείους, αλλά και σε δυσανάλογες αυξήσεις μισθών και συντάξεων, το βάρος των οποίων κατά κύριο λόγο κατέστρεψε τη χώρα είκοσι χρόνια μετά.  

Η προτροπή «Τσοβόλα δώστα όλα» έγινε το κυρίαρχο σύνθημα και διαμόρφωσε την νοοτροπία μίας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων, η οποία πίστεψε ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να δουλέψει σοβαρά στην ζωή της, αφού το χρήμα από τους... κουτόφραγκους θα εισέρρεε στο διηνεκές. Η Μύκονος έγινε ο αγαπημένος προορισμός κάθε νεοέλληνα και η κατοχή μίας Μερσεντέ(!)  ή BMW από απλησίαστο όνειρο της δεκαετίας του 70, απτή πραγματικότητα. Φυσικά, το πάρτι κάποια στιγμή τελείωσε αφού οι κουτόφραγκοι μετά από κάποια χρόνια έπαψαν πλέον να επιδοτούν την ανέμελη καθημερινότητα μας, αλλά η ζημία είχε γίνει.

Ο δημόσιος τομέας είχε υπερδιογκωθεί μέσω εκατοντάδων χιλιάδων διορισμών και ο ιδιωτικός τομέας είχε συρρικνωθεί δραματικά, αφού καμία σοβαρή επιχείρηση δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στους υπέρογκους μισθούς που υποχρεωνόταν να καταβάλλει λόγω των περίφημων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά ούτε και να ανεχθεί τη συνδιοίκηση με τους μαξιμαλιστές συνδικαλιστές και τις συνεχείς απεργίες.

Μεγάλες ξένες εταιρίες έκλεισαν εν μία νυκτί τα εργοστάσια τους και τα μετέφεραν στο εξωτερικό, ενώ άλλες πέρασαν στο καθεστώς της κρατικοποίησης υπό τις επευφημίες των συνδικαλιστών οι οποίοι προηγουμένως είχαν κάνει τα πάντα για να τις οδηγήσουν στην χρεοκοπία.

Περιττό να αναφέρω βέβαια ότι στα ανέμελα χρόνια της πασοκικής διακυβέρνησης κανείς δεν ασχολείτο με το γεγονός ότι κρατικοποίηση σήμαινε ότι το κράτος, δηλαδή όλοι μας, αναλαμβάναμε να πληρώνουμε το κόστος συντήρησης μίας ζημιογόνου επιχειρήσεως και μάλιστα χωρίς κανένα εξορθολογισμό της λειτουργίας της.

Περαιτέρω οι κάθε λογής μίζες ήταν στην ημερήσια διάταξη, ενώ όπως όλοι θυμόμαστε για τον λόγο αυτό ο άνθρωπος που για τρεις ψήφους δεν έγινε πρωθυπουργός, ο Άκης Τσοχατζόπουλος,  θα περνούσε αργότερα τα τελευταία χρόνια της ζωής του στον Κορυδαλλό.

(Ενδεικτική όλων των παραπάνω είναι μία ρήση που κατά τον αστικό μύθο αποδίδεται σε ένα εκ των ιδρυτικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και επί σειρά ετών υπουργό του, του οποίου το όνομα δεν θα αναφέρω, και που ακόμα και αν δεν έχει ειπωθεί από αυτόν  αποδίδει ακριβώς την τότε πραγματικότητα: «Τα πρώτα χρόνια κοιτούσαμε να βγάλουμε γκόμενες, τα επόμενα να βγάλουμε λεφτά, στο τέλος να αποφύγουμε τον Εισαγγελέα»)

Θα μπορούσα να αναφέρω και πολλά άλλα παραδείγματα μίας απίστευτης κακοδιαχείρισης στο όνομα της «Αλλαγής» αλλά θα σταματήσω εδώ. Άλλωστε το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε το μοναδικό κόμμα που πολιτεύθηκε με γνώμονα ένα άκρατο λαϊκισμό, που, μπορεί βραχυπρόθεσμα να βελτίωσε την καθημερινότητα του απλού ανθρώπου, αλλά μακροπρόθεσμα έβλαψε τη χώρα, αλλά ήταν αυτό που πήγε το λαϊκισμό σε άλλο level. Aς μην ξεχνάμε βέβαια ότι -αν και σε μικρότερο βαθμό- τα ίδια περίπου ζήσαμε και την εξαετία 2004-2009 όταν οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις αντικαταστάθηκαν από τα χαμηλότοκα δάνεια που λαμβάναμε από το εξωτερικό και τα οποία επίσης διοχετεύθηκαν άκριτα στην κατανάλωση, διογκώνοντας ένα ήδη υπέρμετρο εξωτερικό χρέος και οδηγώντας τελικά την χώρα στην πτώχευση και τα μνημόνια.

Όμως, πέρα από τα ανωτέρω οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και μία πραγματικά τεράστια προσφορά του Ανδρέα και του ΠΑΣΟΚ στην Ελληνική Δημοκρατία. Από την πτώση της χούντας και τη μεταπολίτευση μέχρι τις εκλογές του 1981 η Δημοκρατία λειτουργούσε ως πολίτευμα αλλά δεν είχε δοκιμαστεί πρακτικά. Με την νίκη του το 1981 το ΠΑΣΟΚ εμπέδωσε στους πολίτες την -θεωρητική μέχρι τότε- ιδέα της ομαλής εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία. Και αυτό ήταν το μοναδικό κατ`εμέ αλλά σημαντικότατο επίτευγμα του και μία διηνεκής προσφορά στη χώρα μας.

Μέχρι τότε, και σίγουρα τουλάχιστόν σε ένα ψυχολογικό επίπεδο, οι Έλληνες αισθάνονταν ότι χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: Τους δεξιούς οι οποίοι μετά τον εμφύλιο, στο συλλογικό υποσυνείδητο, είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα νομής της εξουσίας και τους αριστερούς οι οποίοι θεωρούνταν δεύτερης κατηγορίας πολίτες οι οποίοι είχαν βεβαίως το τυπικό δικαίωμα του εκλέγεσθαι αλλά όχι και το ουσιαστικό δικαίωμα στην διακυβέρνηση. Το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε να γκρεμίσει αυτό το ψυχολογικό φράγμα και να καταστήσει στη συλλογική συνείδηση ισότιμους όλους τους Έλληνες ως προς τη δυνατότητα άσκησης της εξουσίας.

Και η πεμπτουσία της Δημοκρατίας είναι η γνώση του πολίτη ότι σε κάθε εκλογή υπάρχει η πιθανότητα - αλλά και η δυνατότητα- να ανέλθει στην εξουσία ένας άλλος, διάφορος από αυτόν που ο ίδιος υποστηρίζει, κομματικός συνδυασμός. Χωρίς αυτή την πεποίθηση μία Δημοκρατία είναι μία ατελής Δημοκρατία, η οποία θα είναι πάντοτε επιρρεπής σε εκτροπές.

Άλλωστε, και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ μέσα από την άσκηση της εξουσίας ωρίμασε και μεταλλάχθηκε σε ένα πλήρως συστημικό κόμμα, χωρίς τις ακρότητες της πρώτης περιόδου του. Και δεν πρέπει  να ξεχνάμε ότι μέσα από την μετάλλαξη αυτή προήλθαν πολιτικοί όπως ο πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στον οποίο οφείλουμε την είσοδο της χώρας στη ζώνη του ευρώ, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος ως υπουργός Οικονομικών απέτρεψε την εκδίωξη της χώρας από την ζώνη του Ευρώ, η Άννα Διαμαντοπούλου η οποία ως υπουργός Παιδείας πέρασε έναν εξαιρετικό νόμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ασχέτως αν με ευθύνη όλων των κομμάτων δεν εφαρμόστηκε, αλλά και μία πλειάδα στελεχών τα οποία αποτελούν αυτό που ονομάζουμε σύγχρονη μετριοπαθή κεντροαριστερά, πολλά εκ των οποίων βρίσκονται πλέον στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι τα αυστηρά κομματικά στεγανά προηγουμένων εποχών αποτελούν παρελθόν σε μία σύγχρονη Ελλάδα.

Χρόνια πολλά λοιπόν στο ΠΑΣΟΚ για τα 50 χρόνια του, ο πράσινος ήλιος του μπορεί να μην είναι πλέον τόσο φωτεινός  αλλά υπάρχει ακόμα, σε αντίθεση με τα πράσινα άλογα που ευτυχώς το έχουν προ πολλού εγκαταλείψει.

* Ο Χρήστος Γιαννακούλας είναι δικηγόρος