Skip to main content

61 χρόνια σε 9 δευτερόλεπτα

Δυο παιδιά απ' τις δυο άκρες της χώρας πέταξαν στο ανεξάντλητο μπλε που ξόδεψε ο Θεός ώστε να μην τον βλέπουμε για να σμίξουν κάπου στο μέσον της και να μας αντρειέψουν, αφού η δική τους αντρεία δεν χώραγε σ' αυτό το στενό κι άβολο σιδερένιο κόκπιτ

Το κλιματιστικό δούλευε στο τούρμπο, η ζέστη έξω ήταν αφόρητη και το γραφείο των 15 τετραγωνικών έμοιαζε όαση μπροστά στην πίσσα των αεροδιαδρόμων και στα μεταλλικά στέγαστρα των τολ. Πλάι στους μεγάλους χάρτες, κάτω από το πλαστικό επιτοίχιο ρολόι και πάνω από το κεφάλι του Περικλή, στην πλευρά αντίκρυ της πόρτας, δέσποζε ο ρομβοειδής πίνακας με το έμβλημα και τη ρήση από το Περικλέους Επιτάφιος: «Ανδρείας εθέλομεν κινδυνεύειν». Το οικόσημο με τους τρεις γλάρους -την ειρηνική νότα- και φόντο τον σχηματισμό τριών μαχητικών αεροσκαφών -την πολεμική νότα-, που τα παράλληλα, πλαγιαστά ίχνη τους παραπέμπουν στον αριθμό 111 της Πτέρυγας Μάχης της Νέας Αγχιάλου, επιβαλλόταν στο μικρό δωματιάκι, το οποίο είχε πλημμυρίσει με πράσινες ολόσωμες στολές και ξεθωριασμένα δίκοχα.

«καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι, καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις».

Στις 11:00 ήρθε το σήμα. Φωτιά στον Πλατανιστό Καρυστίας, στην Εύβοια. Η διαταγή ήταν για ζεύγος Canadair CL-215, με οδηγό του σχηματισμού το «1055», του Χρήστου και του Περικλή, που βρίσκονταν εκεί κι όχι στη βάση τους, στην 115 στην Ελευσίνα, λόγω διασποράς για τη βέλτιστη κάλυψη των μετώπων. Ρούφηξαν από μια τελευταία γουλιά παγωμένο καφέ και χαιρέτησαν βιαστικά τους υπολοίπους, ήταν έτοιμοι μες σε λίγα λεπτά. Πήραν το ok από τους μηχανικούς και μπήκαν στο κόκπιτ. Κάθισαν στα ξεφτισμένα, άβολα χωρίς αποσβεστήρες κραδασμών, καθίσματα, έδεσαν καλά τις ζώνες. Έκαναν ένα τελευταίο σχολαστικό τσεκ, έλεγξαν τους διακόπτες, κοίταξαν τις εικόνες ψηλά στο καντράν και σταυροκοπήθηκαν, βγήκαν από το τολ συντήρησης και τροχοδρόμησαν στον αεροδιάδρομο. «Έτοιμος;». «Πάμε». «Silver-1, ready».

«Αντικρίζουμε τους κινδύνους πρόθυμα κι όχι με βαριά καρδιά. Τους αντικρίζουμε από ανδρεία περισσότερο παρά από υπακοή σε κάποιον νόμο και τούτο είναι για μας κέρδος μεγάλο, γιατί δεν θλιβόμαστε από πριν για τις συμφορές που ίσως έρθουν, κι όμως, όταν έρθουν, δεν είμαστε λιγότερο γενναίοι από εκείνους που παιδεύονται αδιάκοπα. Αυτά είναι, μαζί με πολλά άλλα, που κάνουν θαυμαστή την πόλη μας».

Σηκώθηκαν με τον Παγασητικό στο πιάτο τους και κάδραραν το Πήλιο στ' αριστερό παραθυράκι. Πέρασαν αργά-αργά το Τρίκερι και βγήκαν Αιγαίο, για να κατέβουν νότια Εύβοια. Είχαν αρχίσει ήδη να διακρίνουν στον ορίζοντα τη γκρίζα ουρανομήκη στήλη καπνού που απλωνόταν σαν χωνί πάνω από το όρος Όχη. Μέσα σε 20 λεπτά από την απογείωση το σμήνος μπήκε στο στενό Καφηρέα κι ανέβηκε από το Ποτάμι, με οδοδείκτη -εκτός από το πύρινο μέτωπο- τη χαράδρα που ανεβαίνει στον Πλατανιστό, για την απαραίτητη κατόπτευση, από τα 300 πόδια, και τον σχεδιασμό του πλάνου. Το πρώτο πέρασμα μες απ' τους καπνούς τούς παράχωσε κάμα στα ρουθούνια, το πρώτο τράνταγμα από το πυροθερμικό φορτίο τούς πότισε μ' ιδρώτα, τα τρομακτικά κενά τούς μέθυσαν μ' αδρεναλίνη.

Κάλεσαν τον συντονιστή στον ασύρματο και του είπαν ότι έκαναν διέλευση και πως ήταν έτοιμοι να γεμίσουν φορτίο για ν' αρχίσουν τις ρίψεις, εντός των επόμενων λεπτών. Είπαν, επίσης, ότι το ανάγλυφο ήταν πολύ ιδιαίτερο, με πολλά ρήγματα, υπήρχαν μέχρι κι ανεμογεννήτριες, άρα θα επιχειρούσαν από δυτικά προς ανατολικά. Πέρασαν αριστερά πάνω από την Κάρυστο κι έκαναν τον κύκλο για να φτάσουν Κάβο Ντόρο για υδροληψία. Είχε βουβό κύμα, δεν άφριζαν οι κορυφές του, οπότε η προσθαλάσσωση δεν πήγε κι άψογα, αν κι η πλήρωση έγινε, τις επόμενες θα τις έκαναν στον μυχό του κόλπου της Καρύστου, όπου τα νερά ήταν κάλμα. Άρχισαν νέο κύκλο πάνω από την κορυφογραμμή, με τη φορά του ρολογιού, έριξαν τη μύτη στοχεύοντας τις μεγάλες φλόγες, βούτηξαν στα 100 πόδια στη χαράδρα κι απελευθέρωσαν την πρώτη βολή. Δεν έμειναν ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα, δεν έπληξαν το κυρίως μέτωπο κι έριξαν από ψηλά -μάλλον ο κύριος όγκος του νερού είχε εξατμιστεί πριν πλήξει. Οπότε τώρα θα κατέβαιναν ακόμα χαμηλότερα.

Έτριζαν τα πάντα, τα φτερά πάλλονταν σαν χορδές αρπίζοντας μια μελωδία τραγική, τα όργανα τρελαίνονταν σε κάθε βύθιση, το τιμόνι για να συγκρατηθεί ήθελε μπράτσα γερά, όχι αστεία, και τα πεντάλ λες και πηγαινοέρχονταν μόνα τους, σαν να 'ταν υδραυλικά -ενώ τίποτε 'κει πάνω δεν είναι υδραυλικό. Έριχναν δύο και πλέον ώρες, είχε πάει ήδη 3 παρά όταν κοίταξαν στους δείκτες τη στάθμη καυσίμων, έπρεπε να επιστρέψουν για ανεφοδιασμό -είχε μεσημεριάσει για τα καλά, θ' ανέβαινε κι η θερμοκρασία πάνω από 38 βαθμούς και δεν θα μπορούσαν να επιχειρήσουν πια, ήταν η ώρα των CL-415. «Πάμε μια τελευταία, μια καλή και φύγαμε».

Γέμισαν δροσερή θάλασσα τις δεξαμενές, χάραξαν ένα σίγμα τελικό στον αιθέρα, ανέβηκαν από δυτικά κι έστριψαν δεξιά για ν' αρχίσουν την κάθοδο, «Silver-1, descent». Οι καταβάτες από το Όχη άνεμοι και τα καυτά ανοδικά ρεύματα της φωτιάς τούς έβαλαν σε πεδίο ανελέητων αναταράξεων, μα δεν τους λύγιζαν, τα κορμιά τους κατάπιναν το παραμικρό τράνταγμα, ούτε το αρραγές τείχος καπνού που ορθωνόταν ζοφερό μπροστά τους κι έκρυβε τον ήλιο τούς φόβιζε. Αγκίστρωσαν τις παλάμες στα πηδάλια που χοροπηδούσαν κι έσφιξαν σαν τανάλιες τις δερμάτινες λαβές τους, συνέχισαν τη βουτιά ώς τα 30-40 πόδια, μόλις 10 μέτρα από τη γη, αν έχεις τον Θεό σου, οι φλόγες χάιδευαν την πυροκόκκινη κοιλότητα της ατράκτου, το μεταλλικό χρώμα έβραζε, το κόκπιτ σειόταν, τα μάγουλά τους διάπυρα, μα η καρδιά ατσάλι. Άφεση.

Άψογη. Η πλεύση ήταν χορογραφία, η βολή ήταν σκέτη μαγεία, να την υμνούν στην Ικάρων, να τη διδάσκουν στη διεθνή κοινότητα αεροπυρόσβεσης, 5.000 λίτρα διάνα· ανακούφιση, χαρά, επιστροφή. Τώρα ελάφρυνση, απαγκίστρωση, ανύψωση, ώση, να βγούμε απ' τον καπνό, ο ήλιος θολά πυρρόξανθος. Ωχ, δέντρο. 9''. Κρούση ακροπτερυγίου. 8''. Αποκόλληση πλωτήρα, χάθηκε η αεροδυναμική. 7''. Στολάρει, απώλεια στήριξης, τραβάει δεξιά. 6''. Χάνει ύψος απότομα, κι άλλη κλίση δεξιά, τρίζουν τα πάντα. 5''. Επανάφερε, επανάφερε, επανάφερε, πάρε ύψος Χρήστο, σώσ' το, είναι μάταιο, δεν μπορώ Περικλή, έπιασε 110 μοίρες. 4''. Πέφτουμε, γάντζωμα στο κάθισμα, τα πόδια πιέζουν σαν τσιμέντο το πάτωμα, τα χέρια παλεύουν με τη ζώνη, με τον αέρα, τραβούν τα μαλλιά, αφήνονται. 3''. Οι κόρες διαστέλλονται, τα μάτια πνίγονται. Η ζωή κυλά, η ζωή τρέχει, η ζωή προσπερνά, η ζωή φεύγει, η ζωή απομακρύνεται, η ζωή χάνεται. 2''. Το παιδί, το παιδί μου, μαμά! 1''. Ουρλιαχτό. 0.

__________________________________________________________________________

 

34 συν 27 χρόνια μάς κάνουν 61. Τόσα, στη σούμα, χρειάστηκαν για να γίνουν ήρωες (ή θύματα ή και τα δυο) ο Χρήστος κι ο Περικλής. Είναι λίγα περισσότερα από τη ζωή των Canadair τύπου CL-215 κι αρκετά λιγότερα από τη ζωή των εμβολοφόρων κινητήρων τους. Χρειάστηκαν 9 δευτερόλεπτα για να χαθούν, και αυτοί και αυτά.

Δυο παιδιά απ' τις δυο άκρες της χώρας, τα οποία πέταξαν στο ανεξάντλητο μπλε που ξόδεψε ο Θεός ώστε να μην τον βλέπουμε, για να σμίξουν κάπου στο μέσον της και να μας αντρειέψουν, αφού η δική τους αντρεία δεν χώραγε σ' αυτό το στενό κι άβολο σιδερένιο κόκπιτ. Η λάμψη της ξεχείλισε, εξερράγη, τ' ωστικό της κύμα διαπέρασε τον φακό της ΕΡΤ, παρεισέδυσε στο ζουμί μας και μας συντάραξε.

«Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά
για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα»


Για 1.500 ευρώ, μαζί με τα πτητικά, δύο Ίκαροι ορφανοί, χωρίς Δαίδαλο να τους προσέχει, όρμηξαν γενναιόδωρα, μ' ένα αεροσκάφος που ακόμα και τα πριτσίνια κροτάλιζαν, για να σβήσουν μια φωτιά σ' ένα λοφάκι δίπλα σε μια χαράδρα σ' ένα χιλιοκαμένο βουνό σ' ένα χιλιοκαμένο νησί μιας χιλιοκαμένης χώρας, μιας χαροκαμένης Ελλάδας.

Στη διελκυστίνδα μύθου-πραγματικότητας, για τους δύο Ικάρους: όπου ο καυτός δίσκος του ήλιου, στην απέναντι πλευρά οι πύρινες γλώσσες που ξεφύτρωναν απ' τη γη. Όπου το κερί στα πούπουλα, απέναντι ο πλωτήρας στο ακροπτερύγιο. Από τη μία τα τινάγματα των επίφοβων φτερών, από την άλλη οι γερασμένοι κινητήρες τεχνολογίας '30. Από τη μία το επισφαλές υψόμετρο κι η θάλασσα, από την άλλη το δέντρο και τα βράχια. Όπου ο ενθουσιασμός, η αυτοθυσία. Όπου η αλαζονεία, η αυταπάρνηση.

Η χώρα που 'χει ανάγκη από ήρωες, η χώρα που της είναι απαραίτητοι οι αθάνατοι, η χώρα που αρκείται να μνημονεύει μ' αγήματα, στεφάνια κι ηρώα, η χώρα που θέλει μάρτυρες και δοξάζει σφαχτά για να συντηρείται στον χρόνο, είναι μια καταδικασμένη χώρα. Μια χώρα που θα τρακάρει, μια χώρα που θα συντρίβεται, μια χώρα που θ' αυτοκαταστρέφεται, μια χώρα με τα χρόνια της γεμάτα τριήμερα πένθη.

Η χώρα έχει ανάγκη άξιους που επιστρέφουν σπίτι τους, έχει ανάγκη θαρραλέους που τη μεταμορφώνουν, έχει ανάγκη γενναίους που διορθώνουν το κακογραμμένο ριζικό της. Η Ελλάδα έχει ανάγκη τους ζωντανούς, κι αυτοί ανάγκη να τους σέβεται.