Η αναγόρευση του Νίκου Γκάλη σε επίτιμο διδάκτορα του τμήματος Φυσικής Αγωγής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που ανακοινώθηκε πριν από λίγες ημέρες, άργησε πολύ, αλλά αυτό δεν προκαλεί έκπληξη.
Η Θεσσαλονίκη -όπως άλλωστε και η Ελλάδα στο σύνολό της- δεν έχει παράδοση… μεγαλοψυχίας προς τους ξεχωριστούς ανθρώπους. Δεν συνηθίζει να αποδίδει τιμές σε ανθρώπους που διακρίθηκαν και μέσω των δικών τους διακρίσεων διαφήμισαν το όνομα της πόλης και της χώρας.
Για παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη παίκτες όπως ο Γκάλης, ο Χατζηπαναγής ή ο Κούδας βρίσκονται επί δεκαετίες μετά την απόσυρσή τους από τα γήπεδα πολύ ψηλά στο ενδιαφέρον του κόσμου, αλλά η αδιαφορία των θεσμικών παραγόντων είναι σχεδόν απόλυτη. Οι απλοί άνθρωποι είναι εξαιρετικά εκδηλωτικοί απέναντί τους όταν τους αναγνωρίζουν σε δημόσιο χώρο, αλλά τα δημόσια πρόσωπα και οι κατέχοντες θέσεις εξουσίας δεν ασχολούνται μαζί τους. Ποιος ξέρει, ίσως επειδή υποψιάζονται μετά βεβαιότητος πως αν βρεθούν μαζί τους στον ίδιο χώρο θα είναι οι παλαίμαχοι που θα κερδίσουν το χειροκρότημα και τον θαυμασμό και όχι οι -έρημοι κι απρόσωποι- εκπρόσωποι ούτε οι καρεκλοκένταυροι γραφειοκράτες. Ούτε, όμως, κάποιος από αυτούς τους διακεκριμένους παλαίμαχους έχει ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα –για παράδειγμα- του δήμου για επισκέψεις σε σχολεία και γνωριμία με τους μαθητές. Όσο για τους δύο κατά τεκμήριο κορυφαίους αθλητές στίβου της Θεσσαλονίκης τα τελευταία 50 χρόνια, τον Βασίλη -φτερωτό γιατρό- Παπαγεωργόπουλο και τη Βούλα -για την Ελλάδα ρε γαμώτο- Πατουλίδου, παρέμειναν στο προσκήνιο μετά την απόσυρσή τους από τον αθλητισμό λόγω της ενασχόλησής τους με την πολιτική. Το ίδιο και ο Θοδωρής Ζαγοράκης, ο αρχηγός της εθνικής ποδοσφαίρου, που σήκωσε το Euro του 2004, κάτι που είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα ξανασυμβεί σε αυτόν τον αιώνα ή και στον επόμενο. Οι άνθρωποι αυτοί, που λόγω της διαδρομής τους δικαιούνται να έχουν θέση… τοτέμ, βρίσκονται απλώς στη σκιά. Κι ας παραμένουν οι αθλητικές τους επιδόσεις αξεπέραστες και γι’ αυτό αξέχαστες. Διότι εάν η Θεσσαλονίκη –και η Ελλάδα ευρύτερα- ήταν εργαστήρι ή εργοστάσιο πρωταθλητών δικαίως τέτοιες προσωπικότητες με το πέρασμα των χρόνων θα έμπαιναν στο πλάι. Μόνο που Γκάλης, Χατζηπαναγής, Κούδας και δυο τρεις ακόμη ίσως δεν ξαναβγούν ποτέ.
Με αυτά τα δεδομένα η τιμή που γίνεται από το ΑΠΘ στον Νίκο –γκάγκστερ- Γκάλη αποτελεί εξαίρεση. Μια τιμή που του αξίζει, διότι πέρα από τις επιτυχίες εντός γηπέδου, με κορυφαία την κατάκτηση του Eurobasket με τη φανέλα της Εθνικής το 1987, ο Γκάλης πρόσφερε πολλά –ίσως περισσότερα- εκτός γηπέδων. Κατ’ αρχήν δίδαξε δια του παραδείγματος τι θα πει πειθαρχημένος αθλητής. Δεν είναι τυχαίο ότι στην καριέρα του τραυματίστηκε μόνο μία φορά για λίγες ημέρες και είναι ζήτημα εάν έλειψε από κάποιον αγώνα. Ούτε θεωρείται συνηθισμένο ότι μετά τον θρίαμβο της εθνικής στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 1987 πήγε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε η ομάδα, έφαγε κάτι κι έπεσε για ύπνο. Όταν όλοι οι άλλοι –από τους συμπαίκτες του μέχρι τον τελευταίο Έλληνα- βρίσκονταν στους… επτά ουρανούς, από τους δρόμους και τις πλατείες, μέχρι τα γνωστά λαϊκά ή κοσμικά μπουζουκομάγαζα. Επίσης, ο Νίκος Γκάλης απέδειξε ότι η νοοτροπία καθοδηγεί τους ανθρώπους. Ο ίδιος είχε νοοτροπία νικητή, δηλαδή βάσιμη εμπιστοσύνη στον εαυτό του, κάτι που αντιλαμβάνονταν οι αντίπαλοί του από την προθέρμανση, όταν τους κοίταζε στα μάτια για να τους ζυγίσει.
Από όσα πρόσφερε ο Γκάλης στον ελληνικό αθλητισμό πολύ σημαντικό είναι το πνεύμα του επαγγελματισμού. Ακόμη και με τη σκληρότητα στις οικονομικές του διαπραγματεύσεις έδειξε τον δρόμο. Διότι, κακά τα ψέματα, πρώτοι και καλύτεροι οι αθλητές φέρνουν τον κόσμο στα γήπεδα. Επομένως όσο καλύτεροι εμφανίζονται –και αυτό μόνο με τον επαγγελματισμό μπορεί να γίνει- τόσο περισσότερος κόσμος θα βρίσκεται στις κερκίδες. Τόσα περισσότερα παιδιά θα προτιμούν την προπόνηση στο γήπεδο από το… καφενείο και τα social media. Και τόσο περισσότερο το αθλητικό πνεύμα της αξιοκρατίας θα μπορεί να κυριαρχεί έναντι της ευκολίας και της ευνοιοκρατίας.
Ο αστικός μύθος λέει πως όταν μετά το 1987 ο Άρης πήγε στη Ρωσία για να παίξει έναν από τους ευρωπαϊκούς αγώνες του οι τελωνειακοί στο αεροδρόμιο άφησαν τον Γκάλη να περάσει στη χώρα χωρίς να δείξει το διαβατήριό του. Είτε συνέβη αυτή η ιστορία είτε όχι, αποτελεί ακριβέστατη αποτύπωση του σεβασμού που γνώρισε για την αξία του ο συγκεκριμένος αθλητής στο εξωτερικό. Ο οποίος, αν και γεννήθηκε στην Αμερική, επέλεξε μετά την αποστρατεία του να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη. Κάτι που αποτελεί προφανώς προσωπική επιλογή, η οποία έδωσε παράλληλα την ευκαιρία στην πόλη να τον αξιοποιήσει. Κάτι που δεν έγινε και είναι κρίμα. Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ανάγκη ψυχολογικής τόνωσης, αφού οι απλοί άνθρωποι τον σταματάνε στον δρόμο –όπως ακριβώς τον Χατζηπαναγή, τον Κούδα και άλλους- για να του εκφράσουν την αγάπη τους. Όχι για τους τίτλους στην ομάδα ούτε για τις δάφνες και τις διακρίσεις στη χώρα. Αλλά για τις χαρές που τους έδινε επί 15 χρόνια. Για όλους αυτούς τους λόγους η πρωτοβουλία της τμήματος Φυσικής Αγωγής να τιμήσει τον Γκάλη ως αξία ξεπερνάει κατά πολύ αυτή καθαυτή την ενέργεια και τη συγκεκριμένη τελετή. Στην ουσία η πρωτοβουλία του ΑΠΘ σηκώνει στην πλάτη της ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη.