Skip to main content

Ατζέντα Θεσσαλονίκης: Όχι τι περιμένουμε, αλλά τι θέλουμε από τη νέα κυβέρνηση

Άρθρο στη Voria.gr του Θεόδωρου Μητράκα, προέδρου του Περιφερειακού Συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας και πρόεδρου της ΔΕΕΠ Νέας Δημοκρατίας Α' Θεσσαλονίκης 

Στη χορτασμένη από εξαγγελίες Θεσσαλονίκη, μια νέα κυβέρνηση μπορεί να έχει την επιδιωκόμενη κοινωνική απήχηση μόνον εφόσον πλέον επιλέξει να υλοποιήσει έργα. Είναι το κριτήριο αξιολόγησης των πολιτών, οι οποίοι θέλουν μετρήσιμο έργο για να βάλουν θετικό πρόσημο στην όποια κεντρική διοίκηση.

Η ατζέντα της περιοχής μπορεί να παραμένει δεκαετίες τώρα σχεδόν ίδια, όμως υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Το ζητούμενο δεν είναι πια τι περιμένουμε, αλλά τι θέλουμε από τη νέα κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη.

Ζητούμενο που είναι αμφίδρομο. Κάτι που πολλές φορές ορισμένοι φροντίζουν να ξεχνούν. Κρίσιμο είναι και τι θέλει η νέα κυβέρνηση από τη Θεσσαλονίκη. Πώς βλέπει τον ρόλο της πόλης τα επόμενα χρόνια, ποιους στόχους έχει θέσει γι’ αυτή και ποια ιεράρχηση κάνει, προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινός στόχος, που δεν είναι άλλος από το να πάει η Θεσσαλονίκη σταθερά, τολμηρά, μπροστά.

Την ατζέντα της Θεσσαλονίκης την έχει βάλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την προηγούμενη θητεία. Τα 30+ έργα και παρεμβάσεις με ορίζοντα το 2030 είναι ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, πάνω στο οποίο μπορεί να βασιστεί η νέα κυβέρνηση, ώστε να έχει μετρήσιμο αποτέλεσμα και μετρήσιμους στόχους.

Πρόκειται για μια ατζέντα, η οποία συγκεντρώνει κοινωνική συμφωνία σε πλειοψηφικό επίπεδο, δεν συνιστά καταγραφή ονείρων και ευσεβών πόθων, αλλά ρεαλιστική προοπτική και επιπλέον καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, αλλά και την απαίτηση για ανάπτυξη, προοπτική, βιώσιμο μέλλον.

Θα ήταν θλιβερό και απογοητευτικό αυτή η ατζέντα να καταντήσει, όπως τόσες και τόσες άλλες ένα σχέδιο που δεν υλοποιήθηκε ποτέ, που τα χρόνια πέρασαν και μετατράπηκε σε μια ατελέσφορη διεκδίκηση, που οι παθογένειες και οι αδυναμίες, είτε σε τοπικό, είτε σε κεντρικό επίπεδο, δεν επέτρεψαν να γίνουν οι εξαγγελίες μετρήσιμο έργο.

Ήδη στην τοπική κοινωνία η αμφισβήτηση και η απαισιοδοξία (δικαίως) αποτελούν κυρίαρχες συμπεριφορές και συναισθήματα. Τα οποία δυστυχώς λειτουργούν επίσης ανασταλτικά στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Θεσσαλονίκης και βάζουν φρένο στην ελπίδα, στο ίδιο το μέλλον της περιοχής, ενισχύοντας τη στασιμότητα.

Αν ένα παράθυρο ελπίδας έχει ανοίξει πλέον, αυτό προήλθε από τις πρόσφατες εκλογές. Κι αυτό επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέδειξε στην πρώτη θητεία του ότι είναι ο πρωθυπουργός που κάνει τα λόγια πράξεις, που μπορεί να κάνει απολογισμό πεπραγμένων, που βάζει εφικτούς και μετρήσιμους στόχους και με συνέπεια τους πετυχαίνει.
Γιατί αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη Θεσσαλονίκη; Επειδή ο ίδιος επέμεινε πολύ στην προτεραιοποίηση των ζητημάτων της περιοχής, στην πιστή υλοποίηση της συγκεκριμένης ατζέντας και στη διατήρηση της έδρας του στην Α’ Θεσσαλονίκης. Ο πρωθυπουργός έχει συνεπώς έναν λόγο παραπάνω για να προωθήσει με τη δέουσα ζέση τα ζητήματα της πόλης, καθώς είναι και βουλευτής της. Όλα θα κριθούν από τη μετουσίωση των πολλά υποσχόμενων πρωτοβουλιών σε απτό έργο για τους πολίτες.

Για να γίνει αυτό η κεντρική διοίκηση, η κυβέρνηση, οφείλει να συνεργαστεί στενά με τους τοπικούς φορείς. Τους τοπικούς άρχοντες και ειδικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που είναι ο πλησιέστερος βαθμός διοίκησης στον πολίτη, στην κοινωνική βάση, στον αποδέκτη κάθε πολιτικής. Η στενή συνεργασία είναι το κλειδί για την επιτυχία.

Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ο κυρίαρχος αυτοδιοικητικός πόλος του Απόστολου Τζιτζικώστα, που έχει επιβραβευτεί από την τοπική κοινωνία και αναμένεται να επαναβεβαιώσει την ισχυρή εμπιστοσύνη και τους δεσμούς του τον Οκτώβριο, συνιστά τον καλύτερο σύμμαχο μιας νέας κυβέρνησης, η οποία θέλει να αφουγκραστεί τις προτεραιότητες της τοπικής κοινωνίας. Οπότε σε όλα τα επίπεδα, από όλα τα υπουργεία, που εμπλέκονται στην υλοποίηση της ατζέντας της Θεσσαλονίκης για το 2030, απαιτείται στενή συνεργασία με τον δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης, που έχει αποδείξει πως μπορεί να συνεργάζεται και να παράγει αποτελέσματα. Δεν το αναφέρω αυθαίρετα. Το επιβεβαιώνουν οι πολίτες στις εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας δεκαετίας. Το επιβεβαιώνει και το έργο της Περιφέρειας και η βοήθεια που παρέχει διαχρονικά στην υλοποίηση έργων για τα οποία υπάρχει κοινωνική συναίνεση.

Ο αναγκαίος δίαυλος επικοινωνίας και με τους Δήμους έχει επίσης στέρεες βάσεις, καθώς μέσω της Περιφέρειας, αλλά και της μητροπολιτικής διοίκησης, που ασκείται πλέον από την Αντιπεριφέρεια Θεσσαλονίκης, υπάρχει κοινός βηματισμός τόσο στην κατεύθυνση της επίλυσης των τοπικών προβλημάτων, όσο και στην κατεύθυνση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Οι Δήμοι μπορούν να λειτουργήσουν ως το μέσο της αντιμετώπισης των τοπικών ζητημάτων στην υλοποίηση των παρεμβάσεων, κυβερνητικών και περιφερειακών, αλλά και να “κουμπώσουν” τις δικές τους ανάγκες πάνω στις μείζονες παρεμβάσεις, επεκτείνοντας έτσι την ατζέντα των 30+ μεγάλων έργων. Διότι η επιτυχία μιας κυβέρνησης περνά μέσα κι από την επιτυχία των δημοτικών αρχών στις δικές τους παρεμβάσεις, οι οποίες δεν είναι ήσσονος σημασίας, αντιθέτως είναι εξαιρετικά σημαντικές για την καθημερινότητα των πολιτών. Το λένε συμπληρωματικότητα.

Μόνον έτσι μπορούν να μπουν οι προτεραιότητες για τη Θεσσαλονίκη και να γίνουν πράξη στον χρόνο τους.

Δυο επιπλέον στοιχεία:

1.Η δεξαμενή των νέων δεν πρέπει να μείνει αναξιοποίητη, σε μια περιοχή, που δεν έπαψε ποτέ να ανανεώνεται, ξορκίζοντας τα φαντάσματά της και τη μιζέρια της στασιμότητας και των καθυστερήσεων, χάρις στη δημιουργικότητα των νέων ανθρώπων. Η κυβέρνηση οφείλει να επενδύσει στους νέους Θεσσαλονικείς. Να τους δώσει ευθύνες και ρόλο. Να τους αξιοποιήσει και να τους κάνει συμμέτοχους στην επιτυχία. Έτσι θα περιοριστεί και η γκρίνια, θα επέλθει μεγαλύτερη κοινωνική συμφωνία στις παρεμβάσεις και θα φρεσκάρει και η ίδια το πολιτικό προϊόν της, απαντώντας και στις σύγχρονες ανάγκες της Θεσσαλονίκης. Μια ατζέντα δεν μπορεί ποτέ να είναι στάσιμη. Εμπλουτίζεται για να παραμένει ζωντανή.

2.Η γεωγραφική θέση της Θεσσαλονίκης. Έγινε πια συνείδηση σε όλους ότι είναι συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης. Δεν περιμέναμε δυο χιλιετίες για να το καταλάβουμε. Ωστόσο, παραμένει συγκριτικό πλεονέκτημα, που δεν έχει αξιοποιηθεί στο βαθμό που θα μπορούσε. Για να γίνει αυτό, που στη σημερινή συγκυρία είναι επιτακτικό πια (ανταγωνιστικός περίγυρος, διεθνές περιβάλλον, τοπικές κυβερνήσεις, νέος ρόλος της αυτοδιοίκησης, παραγωγικές και οικονομικές εξελίξεις κτλ.), πρέπει να υπάρξει κοινή στοχοθεσία, πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες και πρέπει η νέα κυβέρνηση να μπει “ομπρέλα” στις διεκδικήσεις των τοπικών φορέων, να ενισχύσει τις εξωστρεφείς πρωτοβουλίες τους και να αναλάβει και η ίδια τις ευθύνες της, καθιστώντας τη Θεσσαλονίκη καρδιά της καινοτομίας, της εξωστρέφειας, της εκπαίδευσης, της πρωτογενούς παραγωγής και της επαφής με τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο και τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Για να γίνει αυτό χρειάζονται δομές και υποδομές. Ένα συνεκτικό σχέδιο για την υπεραξία του brand Θεσσαλονίκη.

*O Θεόδωρος Μητράκας είναι πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας και πρόεδρος της ΔΕΕΠ Νέας Δημοκρατίας Α' Θεσσαλονίκης