Skip to main content

Η πρυτανεία του ΑΠΘ ως τρόπαιο στο... Camel Trophy

Η διπλή αποτυχία του νόμου Κεραμέως στην ανάδειξη του νέου ενδεκαμελούς Συμβουλίου Διοίκησης και των νέων πρυτανικών αρχών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Το Camel Trophy ήταν ένας διαγωνισμός προσανατολισμένος σε οχήματα εκτός δρόμου που διεξαγόταν κάθε χρόνο μεταξύ 1980 και 2000 και ήταν περισσότερο γνωστός για τη χρήση οχημάτων Land Rover σε δύσκολα εδάφη, σε ζούγκλες και ερήμους, στην Αφρική, στην Ασία, στη Νότιο Αμερική. Η συμμετοχή θεωρείται μέχρι σήμερα πρωτόγνωρη εμπειρία και η διάκριση ξεχωριστό κεφάλαιο στο βιογραφικό, καθώς για να πετύχει κανείς απαιτούνταν επίπεδα επιμονής, πείσματος και αντοχής στα όρια του ηρωισμού. Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, οι πρυτανικές εκλογές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αποδεικνύονται ως το… Camel Trophy του καιρού μας, που μοιραία οδηγεί κάποιους στην κατάκτηση ενός σημαντικού τροπαίου, όπως είναι ο πρυτανικός θώκος. Ένα διακεκριμένο αξίωμα και μία αποστολή ζωής, που με αφορμή τον κακό και μη λειτουργικό νόμο Κεραμέως, εξελίσσεται σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Με το αγοραίο παζάρι να ενδύεται την προβιά της συνεργασίας, κάτι που -όπως έχουν δηλώσει οι εμπλεκόμενοι- οδηγεί το ΑΠΘ σε μία τετραετία εναλλαγής δύο πρυτάνεων στην ηγεσία του. Και μπορεί το μεγάλο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης να απέφυγε την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή την ατιμωτική διαδικασία της κλήρωσης για τα εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου του, αλλά η εξάμηνη διαδικασία λειτούργησε αποκαλυπτικά για στόχους, προθέσεις και τελικά ικανότητες.

Κατ’ αρχάς το ενδεκαμελές Συμβούλιο Διοίκησης του ΑΠΘ αποτελείται αποκλειστικά από ακαδημαϊκούς. Έξι δικούς του καθηγητές, οι υποψήφιοι πρυτάνεις, και πέντε επίσης καθηγητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, τους οποίους στο τελικό στάδιο εξέλεξε η Σύγκλητος, αφού στα προηγούμενα στάδια οι υποψήφιοι πρυτάνεις δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν και να ομονοήσουν. Η συγκεκριμένη σύνθεση, η οποία συγκροτήθηκε τυπικά κατά νόμο, απέχει από το πνεύμα του νομοθέτη, που (υποτίθεται ότι) ήθελε να δει στις διοικήσεις των πανεπιστημίων ανθρώπους από την οικονομία, την αγορά και την κοινωνία των πολιτών. Ανθρώπους, δηλαδή, έξω από το κουτί της ακαδημαϊκότητας, οι οποίοι εκ της ιδιότητάς τους θα ήταν φορείς διαφορετικής νοοτροπίας, θα είχαν άλλες ιδέες και αλλιώτικη ματιά στα πράγματα και δι’ αυτού του τρόπου θα εμπλούτιζαν τη διοίκηση των ανωτάτων ιδρυμάτων. Θα συνέβαλαν αφενός στη γείωση των πανεπιστημίων με την πραγματικότητα, μέσω της άμεσης διασύνδεσής τους με την αγορά εργασίας, την καθημερινότητα της οικονομίας και τον κοινωνικό μέσο όρο και αφετέρου στην άρση ενός απομονωτισμού και μιας περιθωριοποίησης που χαρακτηρίζει κάθε περίκλειστη πολιτεία και κοινωνία. Άρα -τουλάχιστον στο ΑΠΘ- ο συγκεκριμένος βασικός στόχος του νόμου Κεραμέως δεν επετεύχθη, το ακριβώς αντίθετο.  

Σε ό,τι αφορά αυτή καθαυτή την πρυτανική εκλογή η λύση που φαίνεται να επικρατεί -η ανά διετία εναλλαγή δύο προσώπων στη θέση του πρύτανη- είναι επίσης εκτός κάθε διοικητικής λογικής. Υποτίθεται ότι η τετραετής θητεία δίνει τον απαιτούμενο χρόνο σε μία διοίκηση να ασκήσει τα καθήκοντα της, δηλαδή το μάνατζμεντ -γιατί να φοβόμαστε τις λέξεις;- και να φέρει αποτελέσματα. Με την εναλλαγή πρύτανη θα συμβούν δύο τινά: Ή θα αλλάξει ο προσανατολισμός της διοίκησης ή θα παραμείνει ο ίδιος βηματισμός με άλλον επικεφαλής. Εάν συμβεί το πρώτο είναι σαφές ότι μόνος χαμένος θα είναι το πανεπιστήμιο, αφού σε δύο χρόνια ελάχιστες πρωτοβουλίες και κινήσεις προλαβαίνουν να ολοκληρωθούν και να αποδώσουν. Εάν συμβεί το δεύτερο, θα αποκαλυφθεί φόρα παρτίδα ότι οι συμμετέχοντες στην εναλλαγή έχουν κατά βάσιν το ενδιαφέρον τους στο βιογραφικό τους, οπότε η υπόθεση αφορά προσωπικές φιλοδοξίες -κάτι σαν καριέρα-, οι οποίες επίσης θα αναπτυχθούν εν ονόματι του ΑΠΘ. Υπάρχει και μια τρίτη, ακόμη πιο ανησυχητική, εκδοχή. Να αναγνωρίζουν οι συμμετέχοντες στη συγκεκριμένη διευθέτηση ότι η θέση του πρύτανη εξαντλείται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, οπότε -όπως ο καθένας αντιλαμβάνεται- η ενέργεια που καταναλώθηκε στο εξάμηνο της εκλογικής διαδικασίας ήταν εκ του περισσού. 

Το συμπέρασμα είναι μελαγχολικό. Το κύρος του ΑΠΘ ασφαλώς έχει πληγεί από την εξάμηνη προεκλογική, εκλογική και εν γένει μεταβατική περίοδο. Επιπροσθέτως, μάλλον στο τέλος της τετραετίας -εφόσον υλοποιηθεί το συμφωνηθέν δύο συν δύο- κανείς δεν θα μπορεί να κριθεί με σοβαρότητα. Ούτε να αναλάβει τη συνολική ευθύνη των εξελίξεων. Εάν τα δύο χρόνια ήταν αρκετά, τότε όλες οι θητείες θα ορίζονταν σε 24 μήνες. Όπως έχει αποδειχθεί σε κάθε θέση ευθύνης τα τέσσερα χρόνια είναι ικανός χρόνος, ώστε να αποδειχθεί η επάρκεια ή η ανεπάρκεια κάποιου. Να κριθεί το έργο με θετικό ή αρνητικό πρόσημο.